Tuesday, December 31, 2013

Οι δημόσιες βιβλιοθήκες, η βιβλιοθήκη της Βέροιας, η ιδιωτική πρωτοβουλία και το ΚΠΣ

Όπως είναι γνωστό σε πολλούς, η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας, μετά από πρωτοβουλίες του τότε Διευθυντή της Ιωάννη Τροχόπουλου κέρδισε το 2010 έναν διεθνή διαγωνισμό του Iδρύματος Bill & Melinda Gates και χρηματοδοτήθηκε με το ποσό του ενός εκατομμυρίου δολαρίων ($1 εκ.). Ο Διευθυντής της βιβλιοθήκης, για να υποβάλει την πρόταση της υποψηφιότητας, χρειαζόταν κάποια εχέγγυα από έναν δημόσιο φορέα.  Απευθύνηκε στο γραφείο μου ως Υφυπουργού Παιδείας και –παρ’ ότι δεν είχα την αρμοδιότητα- φρόντισα να τα εξασφαλίσει επειδή είχα προσωπική άποψη για τις ικανότητες του και τον ενθουσιασμό του.

Μέχρι τότε ο κ. Τροχόπουλος είχε προσπαθήσει επανειλημμένα να βρει υποστήριξη από την χώρα μας. Αυτή υπήρξε εξαιρετικά περιορισμένη. Οπως συμβαίνει συνήθως, όλα άλλαξαν μετά το βραβείο.

Για να αναδείξω τον τρόπο λειτουργίας του ελληνικού κράτους, χρειάζεται να ανατρέξω στην περίοδο του 1995. Τότε τοποθετήθηκα Γενικός Γραμματέας του Υπουργείο Παιδείας με αρμοδιότητα και το ΚΠΣ (Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης). Μια από τις χρηματοδοτούμενες δραστηριότητες ήταν και οι βιβλιοθήκες. Είχα συγκαλέσει τότε μία σύσκεψη με όσους θεωρούσα ότι μπορούσαν να συνεισφέρουν στην καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων. Μεταξύ των ειδικών που είχα προσκαλέσει ήταν και ο κ. Τροχόπουλος. Του είχα μάλιστα αναθέσει την εποπτεία του συντονισμού των ενεργειών.

Οι απόψεις του κ. Τροχόπουλου για τις δημόσιες βιβλιοθήκες βρίσκονταν σε διαμετρικά αντίθετη θέση με αυτές του Ιδρύματος Λαμπράκη που είχε μεγάλη δραστηριότητα στον τομέα αυτό. Οι απόψεις του κ. Τροχόπουλου ήταν, κατά την γνώμη μου, πλησιέστερα σε αυτό που ήταν καλύτερο για την χώρα. Οι αντιρρήσεις όμως του Ιδρύματος Λαμπράκη ήταν έντονες.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι μετά την ανάληψη της Πρωθυπουργίας και της αρχηγίας του ΠΑΣΟΚ από τον Κ. Σημίτη το 1996, μου αφαιρέθηκε η αρμοδιότητα του ΚΠΣ. (Τοποθετήθηκε ειδικός γραμματέας (Δ. Δενιόζος), με αποκλειστική αρμοδιότητα το ΚΠΣ).

ΥΓ. Το ΚΠΣ εκείνη την περίοδο είχε και άλλες ενδιαφέρουσες παραμέτρους. Οταν ανέλαβα το ’95, σταμάτησα όλες τις επί μέρους χρηματοδοτήσεις σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ και κατάργησα την τριμελή επιτροπή αντιπρυτάνεων που είχαν ορίσει τα ιδρύματα για να μοιράζουν τα χρήματα (τα ονόματά τους και η εν συνεχεία πορεία τους έχουν ενδιαφέρον). Θεωρώντας ότι θα έπρεπε να ακολουθηθούν γενικές –και όχι επί μέρους- πολιτικές, προχώρησα μόνο τρία γενικά έργα: Εκσυγχρονισμό των βιβλιοθηκών, διαμόρφωση ηλεκτρονικών υποδομών και δικτύων σε όλα τα ιδρύματα και  εισαγωγή της πρακτικής άσκησης των φοιτητών.  Για την αξιολόγηση των προτάσεων των ιδρυμάτων έκανα πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος με υποβολή βιογραφικών. (Αλλη μια εκδοχή από τότε του opengov). H αντίδραση των γνωστών πανεπιστημιακών «παραγόντων» και πρυτάνεων ήταν έντονη. Δεν έκανα πίσω. Τα αποτελέσματα νομίζω με δικαίωσαν.

Friday, December 20, 2013

Οι προσλήψεις στην Βουλή και το OpenGov

Είναι γνωστές οι κριτικές που έχουν διατυπωθεί για τους τρόπους που γίνονταν οι προσλήψεις στην Βουλή. Με αφορμή την πρωτοβουλία του νυν προέδρου της Βουλής, ώστε όλοι οι υπάλληλοι να επιλέγονται από το ΑΣΕΠ, θα ήθελα να καταγράψω μία προσωπική εμπειρία προ πενταετίας που δείχνει ότι όλα μπορούν να γίνουν στην Ελλάδα, αν υπάρχει η πολιτική βούληση.

Την άνοιξη του 2008, το ΠΑΣΟΚ είχε διαθέσιμες οκτώ θέσεις επιστημονικών συνεργατών στην Βουλή. Όπως είναι γνωστό, θέσεις τέτοιου είδους θεωρούνται άκρως ελκυστικές. Γνωστός είναι επίσης ο τρόπος που γίνονται οι επιλογές για τέτοιες θέσεις και οι πιέσεις που ασκούνται για την κάλυψή τους. Η πρακτική είναι να επιλέγει ο αρχηγός του κόμματος τα πρόσωπα που εξυπηρετούν τους γενικότερους συσχετισμούς στο κόμμα.

Για την συγκεκριμένη περίπτωση, μου ζητήθηκε από τον τότε πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Γ.Α. Παπανδρέου, η άποψή μου για τον καλύτερο τρόπο επιλογής για τις θέσεις αυτές. Η άποψή μου ήταν να γίνει ανοικτή προκήρυξη. Ο Γ.Α. Παπανδρέου αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και ανέθεσε στον τότε γραμματέα της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ Δημήτρη Ρέππα και την διευθύντρια της ΚΟ Ρεγγίνα Βάρτζελη να κινήσουν τις διαδικασίες.

Μου ζητήθηκε να αναλάβω την ευθύνη υλοποίησης του όλου εγχειρήματος. Απάντησα ότι θα δεχόμουν με τις εξής προϋποθέσεις (που έγιναν αμέσως αποδεκτές):

1.     Η διαδικασία θα διεξαγόταν από μία ολιγομελή (και όχι πολυμελή) επιτροπή.

2.     Τα μέλη της επιτροπής θα ήταν της δικής μου επιλογής χωρίς καμία παρέμβαση.

3.     Δεν θα υπήρχαν παρεμβάσεις στο έργο της επιτροπής.

Θεωρούσα τις προϋποθέσεις αυτές απαραίτητες, έστω και αν ενείχαν κίνδυνο στοχοποίησής μου σε περίπτωση αποτυχίας του εχγειρήματος. Θεώρησα ότι ήταν πρωταρχικής σημασίας να αποφευχθεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο η διαδικασία αυτή απο αυστηρά αξιοκρατική να μετατραπεί σε γραφειοκρατική με πολυμελή επιτροπή για τήρηση κομματικών ισορροπιών και διάχυση ευθυνών. Επιθυμούσα επίσης τα μέλη της επιτροπής να έχουν αποκλειστικό στόχο την αξιοκρατική ιεράρχηση των υποψηφίων και να μην έχουν άλλες επιδιώξεις και αναφορές ή να είναι επιρρεπή σε πιέσεις.

 Ακολούθησε η προκήρυξη στην οποία δόθηκε η μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα. Σύμφωνα με την προκήρυξη, οι αιτήσεις θα έπρεπε να υποβληθούν μόνο ηλεκτρονικά σε συγκεκριμένη φόρμα.

Σε ανταπόκριση της προκήρυξης, υπεβλήθησαν περισσότερες από 150 αιτήσεις.

Στην συνέχεια, μετά την αξιολόγηση των βιογραφικών, επελέγησαν 36  υποψήφιοι, για συνέντευξη. Η συνέντευξη ήταν ουσιαστική και κάλυπτε όλες τις πτυχές που θα έπρεπε να καλυφθούν για να διαπιστωθεί η καταλληλότητα των υποψηφίων για τις συγκεκριμένες θέσεις.  Η διάρκεια της συνέντευξης ήταν περίπου μισή ώρα και περιελάμβανε προφορικό και γραπτό μέρος.

Είναι αυτονόητο ότι η επιτροπή ασχολήθηκε με το θέμα αυτό χωρίς καμμία άμεση ή έμμεση αποζημίωση.

Μετά την ολοκλήρωση των συνεντεύξεων, η επιτροπή επέλεξε τους οκτώ υποψηφίους που θεωρούσε καταλληλότερους για τις θέσεις αυτές. Τα ονόματα αυτά υπεβλήθησαν στον Δ. Ρέππα και στην συνέχεια στον Γ.Α. Παπανδρέου. Και οι οκτώ που επελέγησαν τελικά ήταν οι προταθέντες από την επιτροπή, χωρίς καμμία αλλαγή. Για την ικανότητα των επιλεγέντων μπορούν να μιλήσουν όλα τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της Βουλής, που έχουν συνεργασθεί έως σήμερα μαζί τους.

Τα διαδικαστικά θέματα (συγκέντρωση αιτήσεων, καθορισμός συνεντεύξεων κλπ) διεκπεραιώθηκαν με εξαιρετική αποτελεσματικότητα αλλά και διακριτικότητα, ώστε να μην υπάρξει ούτε καν υποψία κομματικής παρέμβασης στο έργο της επιτροπής, από το γραφείο της διευθύντριας της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ Ρεγγίνας Βάρτζελη.

Δεν θυμάμαι κάποιο μέσο ενημέρωσης να έχει ασχοληθεί με αυτήν την  πρωτόγνωρη για τα Ελληνικά δεδομένα διαδικασία, ή να μίλησε με κάποιον από τους επιλεγέντες.

Σημείωση: Καταγράφω και μερικά ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά από την διαδικασία.

1.     Στην φάση της συγκρότησης της τριμελούς επιτροπής, είχα ζητήσει από πρόσωπο με μεγάλη εμπειρία από την δημόσια διοίκηση και την πολιτική και με ακεραιότητα αναγνωρισμένη από όλους όσους τον γνώριζαν να συμμετέχει στην επιτροπή. Είχε πολλές επιφυλάξεις, αλλά τελικά δέχθηκε ως προσωπική χάρη. Μετά από δύο εβδομάδες, μου ζήτησε να απαλλαγεί από την ευθύνη αυτή, γιατί οι πιέσεις που του ασκούνταν ήταν υπερβολικές. Έτσι κι έγινε.

2.     Όταν ανακοινώθηκαν τα ονόματα αυτών που είχαν επιλεγεί, συνάντησα τυχαία στην Βουλή τον τότε πρόεδρό της Δ. Σιούφα. Ακόμα θυμάμαι την έκπληξη στο πρόσωπό του και την ερώτηση που μου έκανε: «Πώς το κατάφερες αυτό το πράγμα»;

3.     Ισως είναι ενδιαφέρον να σημειώσω ότι, ως πρόεδρος της επιτροπής, δεν δέχθηκα καμία παρέμβαση  και κανείς δεν προσπάθησε με άμεσο ή έμμεσο τρόπο να με επηρεάσει. Δέχθηκα τηλεφωνήματα από δύο μόνο κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ, τα οποία ήθελαν να εκφράσουν την άποψή τους για υποψηφίους. Οταν εξήγησα ότι δεν θέλω να γνωρίζω το όνομα του προσώπου για το οποίο ενδιαφέρονται, σεβάσθηκαν την επιθυμία μου και δεν επέμειναν.

4.     Υπήρχαν βουλευτές του ΠΑΣΟΚ των οποίων παιδιά ήταν υποψήφιοι. Αν και είχαν σημαντικά προσόντα, υπολείποντο –κατά την κρίση της επιτροπής- αυτών που επελέγησαν. Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας οι βουλευτές αυτοί δεν προσπάθησαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα.

5.     Μεταξύ των υποψηφίων υπήρχε και πρόσωπο που εργαζόταν ήδη στο ιδιαίτερο γραφείο του Γ.Α. Παπανδρέου. Παρ’ ότι επρόκειτο για ισχυρή υποψηφιότητα, δεν συμπεριελήφθη στους οκτώ που προτάθηκαν. Ο ίδιος ο Γ.Α. Παπανδρέου ούτε μου μίλησε, αλλά ούτε και άλλαξε την κατάταξη των υποψηφίων  που του είχε υποβληθεί.

6.     Στην όλη διαδικασία, υπήρξαν μόνο δύο ενστάσεις. Αυτές προήλθαν από στελέχη νομαρχιακών επιτροπών του ΠΑΣΟΚ που θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα σε στελέχη, όπως οι ίδιοι. Αντελήφθησαν όμως την λογική με την οποία λειτούργησε η επιτροπή και αποδέχθηκαν και αυτοί το αποτέλεσμα.

Η ανάρτηση αυτή απευθύνεται και σε όσους ισχυρίζονται ότι "αυτά δεν γίνονται στην Ελλάδα". Προφανώς όλα γίνονται, αρκεί να υπάρχει ειλικρινής βούληση.

Επίλογος:  Η διαδικασία αυτή αποτέλεσε τον προπομπό της διαδικασίας του opengov.

ΥΓ. Η περίπτωση της Βουλής, δεν ήταν η πρώτη φορά κατά την οποία ο Γ.Α. Παπανδρέου υιοθέτησε την λογική της ανοικτής διαδικασίας και των βιογραφικών για την επιλογή προσώπων. Σε επόμενη ανάρτηση, θα αναφερθώ σε δύο πολύ παλαιότερες εμπειρίες που αφορούν την πρώτη υπουργική του θητεία ως υφυπουργού Πολιτισμού του 1985.

Tuesday, December 17, 2013

Ο Νέος νόμος για τα Πανεπιστήμια και οι εκλογές Καθηγητών

Στον σχεδιασμό του νέου νόμου για τα Πανεπιστήμια, είχα αφιερώσει αρκετό χρόνο στις ρυθμίσεις για τις εκλογές των καθηγητών. Εκτός των άλλων, οι διαδικασίες για τις εκλογές καθηγητών αποτελούν και μια έμμεση αξιολόγηση του ίδιου του Πανεπιστημίου. Είχα συναντήσει και ανταλλάξει απόψεις με 20 τουλάχιστον Πρόεδρους των καλυτέρων Πανεπιστημίων του κόσμου αλλά και με περισσότερους από 15 υπουργούς τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (εν ενεργεία και πρώην).

Οι συζητήσεις αυτές με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι δεν αρκεί στα εκλεκτορικά σώματα να συμμετέχουν εξωτερικοί εκλέκτορες από άλλα ελληνικά Πανεπιστήμια. Σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους (με ό,τι αυτό σημαίνει για συμπάθειες και αντιπάθειες) και υπάρχει ένας ακαδημαϊκός εσωστρεφής “πολιτικός” μικρόκοσμος με ισορροπίες, συμμαχίες, εξυπηρετήσεις, και εκδικήσεις που ουδεμία σχέση έχουν με την ουσία της ακαδημαϊκής διαδικασίας [1].

Για να αποκτήσει αξιοπιστία η Ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν απαραίτητη η υιοθέτηση της πρακτικής των διεθνών εκλεκτορικών σωμάτων (εκλέκτορες από το εξωτερικό) με μικρό αριθμό μελών, ξένων και ανεξάρτητων ώς προς τον ελληνικό μικρόκοσμο. Για την επιτυχία του εγχειρήματος αυτού είχα ήδη εκδόσει υπουργική απόφαση ώστε να επιτρέπεται η τηλεδιάσκεψη για τις συνεδριάσεις εκλεκτορικών σωμάτων (και όχι μόνο). [2]

Αυτό δεν σήμαινε ότι οι καθηγητές του τμήματος δεν θα είχαν άποψη. Αυτή η άποψη όμως θα ήταν συμβουλευτική και όχι καθοριστική. Ετσι θα αποφεύγετο η εσωστρέφεια που έχει οδηγήσει πολλα πανεπιστημιακά τμήματα να είναι τμήματα-παρέες (ή οικογένειες-δυναστείες) [3].

Πίστευα επίσης ότι ο νόμος δεν πρέπει να περιέχει λεπτομέρειες για τα προσόντα που απαιτούνται στις διάφορες βαθμίδες, γιατί αυτά οδήγησαν σε παρομορφώσεις όπου ακόμα και άρθρα σε εφημερίδες «μετρούσαν» ως δημοσιεύσεις. Τα προσόντα αυτά θα έπρεπε να καθορίσει ο οργανισμός του κάθε ιδρύματος ανάλογα με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του. [4]

Τα πράγματα εξελίχθησαν διαφορετικά. Η σημερινή νομοθεσία αποτελεί –όπως εύστοχα παρατήρησε ένας πανεπιστημιακός πρώην υπουργός- ενα υβρίδιο του δικού μου σχεδιασμού με τις “προσαρμογές” Διαμαντοπούλου και τις ρυθμίσεις Γιαννάκου (μέσω Αρβανιτόπουλου). Το μόνο που μπορώ να πω γι’ αυτό είναι ότι o νόμος, όπως έχει διαμορφωθεί, ούτε στις εκλογές καθηγητών μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Ηδη γίνονται οι πρώτες εκλογές και τα αδιέξοδα είναι προφανή. Πρόκειται ουσιαστικά για εσωτερικές προαγωγές μια και δεν προκηρύσσονται πλέον νέες θέσεις. Στα χαρτιά βέβαια εμφανίζονται ως ανοικτές διαδικασίες, αλλά στην πραγματικότητα πουθενά σχεδόν δεν εμφανίζεται εξωτερικός υποψήφιος.  Οι σχέσεις εξάρτησης εξακολουθούν να υφίστανται. Σπανίως υπάρχουν περισσότεροι απο ένας εκλέκτορες από το εξωτερικό, οι συστατικές επιστολές χρειάζονται επίσημη μετάφραση στα ελληνικά (!) και γίνονται φειγ-βολάν (καταστρατηγώντας την βασική αρχή της εμπιστευτικότητας που πρέπει να τις διέπει), γίνονται εκλογές μαζικά και οι δικηγόροι εξακολουθούν να καθορίζουν αποφασιστικά τις διαδικασίες. Οι οργανισμοί δεν έχουν εκδοθεί με αποτέλεσμα οι εξωτερικές εκλέκτορες να μην γνωρίζουν αν θα πρέπει να ακολουθήσουν κριτήρια του Harvard ή ενός Πανεπιστημίου τριτοκοσμικής χώρας.

Είναι εύκολο να προβλέψει κανείς ότι σύντομα θα έχουμε νέες τροπολογίες  που θα επαναφέρουν πλήρως το προ του 2011 καθεστώς. Με δεδομένο ότι οδηγούμεθα πάλι σε ένα κλειστό σύστημα, θα πρέπει να βρεθούν δικλείδες ασφαλείας που να περιορίζουν όσο το δυνατόν τα περιθώρια αυθαιρεσιών και εσωστρέφειας.

Οπως φαίνεται, στα επόμενα χρόνια θα έχουμε μόνο κρίσεις για εξέλιξη, αφού δύσκολα θα υπάρξουν νέες θέσεις. Από τα συστήματα που μελέτησα στην προετοιμασία του νόμου για τις εξελίξεις καθηγητών το καταλληλότερο νομίζω για τα ελληνικά δεδομένα –με κάποιες προσαρμογές- είναι αυτό που θα περιγράψω στην ανάρτηση που ακολουθεί.

________________________________

[1] Για να είμαι δίκαιος, αυτά είναι χαρακτηριστικά που παρατηρούνται και αλλού. Απλά σε άλλες χώρες τα πανεπιστήμια έχουν διαμορφώσει τις ασφαλιστικές δικλείδες για τον δραστικό περιορισμό τους.

[2] Ενδεικτικό της αντίδρασης ακόμα και σε τέτοιες ήποιες αλλαγές ήταν ότι χρειάστηκαν τρεις μήνες να υπογραφεί από τον συναρμόδιο υπουργό η κοινή υπουργική απόφαση.

[3] Την ίδια λογική είχα ακολουθήσει και στην αξιολόγηση των ερευνητικών προγραμμάτων, με επιτυχία θα έλεγα παρά την λυσσαλέα αντίδραση του συνήθους ακαδημαϊκού κατεστημένου και των φίλων του στα ΜΜΕ (με τα οποία έχουν σχέσεις «στοργής»).

[4] Η επιλογή αυτή είχε και ενα άλλο στόχο: Να σπάσει την ομοιομορφία που είχε παγιδεύσει όλα τα ιδρύματα σε ένα κορσέ κανόνων ρυθμιζόμενων κεντρικά, ενώ είναι πρωτίστως ακαδημαϊκού χαρακτήρα.

Πρόταση για μια αξιόπιστη διαδικασία προαγωγής καθηγητών Πανεπιστημίου

Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησής μου, περιγράφω αναλυτικά μια διαδικασία για προαγωγή καθηγητών Πανεπιστημίου που, αν και φαίνεται πολύπλοκη, διασφαλίζει όλες τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την επιθυμητή αξιοκρατία και διαφάνεια.

Στην διαδικασία αυτή, τέσσερις είναι οι παράγοντες που ιεραρχικά θα εμπλέκονται στις εκλογές καθηγητών: Ο Κοσμήτορας, η επιτροπή εξελίξεων της Σχολής (που θα πρέπει να συγκροτηθεί),  η επιτροπή εξελίξεων του Ιδρύματος (που θα πρέπει επίσης να συγκροτηθεί), και ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου.

Τα βήματα της διαδικασίας αυτής είναι τα εξής:

1.     Ο υποψήφιος συντάσσει τον φάκελο της υποψηφιότητάς του με συγκεκριμένες προδιαγραφές. Στις προδιαγραφές αυτές περιλαμβάνονται εκτός από την ερευνητική δραστηριότητα και την αξιολόγηση από τους φοιτητές της διδακτικής ικανότητάς του, ένα βιογραφικό σημείωμα, ένα μεσοπρόθεσμο ερευνητικό πλάνο, ένα μεσοπρόθεσμο διδακτικό πλάνο, οι χρηματοδοτήσεις έρευνας που έλαβε ώς βασικός ερευνητής ή συνερευνητής (PI και co-PI), απαρίθμηση της εποπτείας μεταπτυχιακών και διδακτορικών φοιτητών και παράθεση και σύντομη περιγραφή των τριών πλέον σημαντικών – κατά τον υποψήφιο – δημοσιεύσεών του με ανάπτυξη σε μία το πολύ σελίδα για την καθεμιά των σημαντικοτέρων επιτευγμάτων μέσω αυτής. Επίσης, προτείνονται από τον υποψήφιο έξι ονόματα επιστημόνων από άλλα πανεπιστήμια, οι οποίοι μπορούν να εκφράσουν άποψη για την ποιότητα της ερευνητικής δραστηριότητας του υποψηφίου. Για κάθε έναν από αυτούς ο υποψήφιος θα πρέπει να αναφέρει αναλυτικά εάν έχει συνεργασθεί με οποιονδήποτε τρόπο μαζί τους, αν έχει συγγράψει από κοινού ερευνητικές εργασίες, και ποια είναι η φύση της σχέσης τους (φιλική, προσωπική, επαγγελματική, δεν γνωρίζονται καθόλου).

2.     Ο φάκελος αυτός υποβάλλεται στον Κοσμήτορα της Σχολής.

3.     Στο γραφείο του Κοσμήτορα της Σχολής δημιουργείται και ένας άλλος φάκελος που περιλαμβάνει τις αξιολογήσεις των φοιτητών του υποψηφίου και έκθεση για την διαχείριση (οικονομική και μή) της ερευνητικής του ομάδας.

4.     Ο Κοσμήτορας συγκαλεί την Επιτροπή Εξελίξεων της Σχολής, η οποία αποτελείται: από ένα μέλος από κάθε Τμήμα της Σχολής και τον Κοσμήτορα (ex officio μέλος). Τα μέλη αυτά έχουν τετραετή ή πενταετή θητεία, αλλάζουν με τρόπο κυλιόμενο και ορίζονται μετά από συνεννόηση των μελών της Σχολής με τον Κοσμήτορα. (Όπως θα φανεί και στην συνέχεια, τα μέλη της επιτροπής αυτής έχουν λιγότερη εξουσία από όση κατ’ αρχήν φαίνεται να έχουν).

5.     Η επιτροπή εξελίξεων της Σχολής επιλέγει 10-15 επιστήμονες εκτός πανεπιστημίου, στους οποίους απευθύνει αίτημα για συγγραφή επιστολής αξιολόγησης του υποψηφίου. Για την διαδικασία επιλογής η επιτροπή μπορεί να συμβουλεύεται και άλλους καθηγητές από την Σχολή του υποψηφίου της ίδιας ή παρόμοιας ερευνητικής περιοχής. Οι αξιολογητές που θα αποστείλουν επιστολή θα πρέπει να είναι Καθηγητές σε κορυφαία πανεπιστήμια του εξωτερικού στην ευρύτερη επιστημονική περιοχή του υποψηφίου και όχι υποχρεωτικά στην στενή ερευνητική περιοχή του. Η επιτροπή εξελίξεων αναφέρει ρητά τις παραμέτρους με βάση τις οποίες ζητείται να αξιολογηθεί ο υποψήφιος, και να συγκριθεί με άλλους επιστήμονες σε παρεμφερή αντικείμενα και σε παρόμοιο στάδιο στην καριέρα τους. Οι παράμετροι είναι στην ευχέρεια της κάθε επιτροπής εξελίξεων, ανάλογα και με το ίδρυμα (και μπορούν να ορίζονται σε συνεννόηση και με τον Πρύτανη). Για παράδειγμα, αν ένα ίδρυμα φιλοδοξεί να γίνει το καλύτερο στον κόσμο, μπορεί στην επιστολή να τεθεί ερώτημα αν ο υποψήφιος είναι ανάμεσα στους 5 κορυφαίους στον κόσμο στο αντικείμενο. Αν το ίδρυμα είναι πιό προσγειωμένο στις απαιτήσεις του, μπορεί να ερωτηθεί αν ο υποψήφιος είναι ανάμεσα στους 5 καλύτερους στην Ευρώπη, στην ΝΑ Ευρώπη, κ.ο.κ. Είναι αυτονόητο ότι οι επιστολές είναι απόλυτα εμπιστευτικές.

6.     Στους συγγραφείς των επιστολών αποστέλλονται και οι προδιαγραφές που έχει υιοθετήσει το ίδρυμα ανάλογα με την βαθμίδα και δίνεται μία προθεσμία για απάντηση.

7.     Όταν συγκεντρωθεί ένας σημαντικός αριθμός επιστολών, ορίζεται ημερομηνία στην οποία ο υποψήφιος θα δώσει ανοικτή ομιλία για την έρευνα του. Την οργάνωση της ομιλίας αυτής έχει το μέντορας του υποψηφίου (ή ο παλαιότερος Καθηγητής στην Σχολή του υποψηφίου). Η ημερομηνία για την διάλεξη αυτή θα πρέπει να επιλέγεται με τρόπο ώστε να μπορούν να συμμετέχουν τα μέλη της Επιτροπής Εξελίξεων της Σχολής και ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός καθηγητών του Τμήματος.

8.     Μετά το τέλος της ομιλίας, ο Πρόεδρος του Τμήματος συντάσσει έκθεση προς τον Κοσμήτορα της Σχολής, στην οποία περιγράφει τα κύρια στοιχεία της ομιλίας (παρουσίαση του υποψηφίου, ερωτήσεις και απαντήσεις που έδωσε ο υποψήφιος κ.λ.π.). Η επιστολή αυτή κατατίθεται στον Κοσμήτορα και γίνεται μέρος του εσωτερικού φακέλου για τον υποψήφιο.

9.     Σε σύντομο χρονικό διάστημα από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, ορίζεται ημερομηνία στην οποία συγκαλούνται όλοι οι καθηγητές του Τμήματος της ίδιας και των ανωτέρων βαθμίδων προς την βαθμίδα στην οποία θα προαχθεί ο υποψήφιος. Στην συνάντηση αυτή, είναι διαθέσιμα για τους καθηγητές αντίγραφο της έκθεσης του Προέδρου του Τμήματος, του εσωτερικού φακέλου, του εξωτερικού φακέλου και των επιστολών που έχουν αποσταλεί εν τω μεταξύ. Γίνεται εκτενής ανταλλαγή απόψεων και σχολιασμός σε σχέση με την υποψηφιότητα. Στο τέλος της συνάντησης ο μέντορας του υποψηφίου συντάσσει πρακτικό της συνάντησης με τα κυριότερα σημεία από αυτήν. Τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν παραμένουν στην διάθεση των καθηγητών του Τμήματος στο γραφείο του Κοσμήτορα. Κάθε καθηγητής μπορεί να επισκεφθεί το γραφείο του Κοσμήτορα και να τα συμβουλευθεί, χωρίς όμως να έχει το δικαίωμα να κάνει αντίγραφα ή να τα πάρει στο γραφείο του. Η δυνατότητα αυτή υφίσταται για δύο εβδομάδες μετά την πραγματοποίηση της συνάντησης των καθηγητών.

10.  Μέσα στο διάστημα των δύο αυτών εβδομάδων, κάθε καθηγητής του Τμήματος θα πρέπει να καταθέσει γραπτά την αξιολόγησή του (θετική ή αρνητική) με αιτιολόγησή της στο γραφείο του Κοσμήτορα. Κανείς καθηγητής δεν μπορεί να αξιολογήσει τον υποψήφιο αν δεν έχει παραστεί στην συνάντηση των καθηγητών ή αν δεν έχει περάσει από το γραφείο του Κοσμήτορα για να συμβουλευθεί τους φακέλους του υποψηφίου.

11.  Στην συνέχεια, η Επιτροπή Εξελίξεων της Σχολής συνεδριάζει και εξετάζει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία που προαναφέρθηκαν (εσωτερικός και εξωτερικός φάκελος που αφορούν τον υποψήφιο, πρακτικά για την συνεδρίαση της Σχολής, συστατικές επιστολές, αξιολογήσεις των καθηγητών του τμήματος). Με βάση την συζήτηση στην επιτροπή, ο Κοσμήτορας διαμορφώνει την εισήγησή του. Η εισήγηση δεν απηχεί υποχρεωτικά τις απόψεις της πλειοψηφίας της Επιτροπής Εξελίξεων, αποτελεί την άποψη του Κοσμήτορα, για την οποία όμως ο τελευταίος έχει λάβει υπ’ όψη του τις απόψεις που αντηλλάγησαν στην συνεδρίαση της επιτροπής.

Εναπόκειται στην κρίση της επιτροπής εξελίξεων το ποιά βαρύτητα θα δοθεί στις αξιολογήσεις των καθηγητών του τμήματος, και το πόσες αρνητικές αξιολογήσεις θεωρούνται αρκετές, ώστε να θέτουν τέλος στο ζήτημα της εξέλιξης.

12.  Η εισήγηση του Κοσμήτορα που προαναφέρθηκε μαζί με όλους τους φακέλους και το υλικό που υπάρχει διαθέσιμο (συστατικές επιστολές, πρακτικά, εκθέσεις, εισηγήσεις, ψήφοι των καθηγητών κ.λ.π.) προωθούνται προς την Επιτροπή Εξελίξεων του Πανεπιστημίου.

13.  Η Επιτροπή Εξελίξεων του Πανεπιστημίου αποτελείται από ένα μέλος κάθε Σχολής του Πανεπιστήμιου (όσον αφορά την θητεία και τα μέλη της επιτροπής ισχύουν τα αντίστοιχα που αναφέρθηκαν για την Επιτροπή Εξελίξεων της Σχολής).

14.  Η επιτροπή αυτή έχει την ευχέρεια (όχι όμως και την υποχρέωση αν κρίνει ότι αυτό δεν απαιτείται) να ζητήσει επιπλέον συστατικές επιστολές, όπως επίσης και διευκρινίσεις ή να κάνει συγκεκριμένα ερωτήματα για τον υποψήφιο. Έχει επίσης την ευχέρεια να προσκαλέσει τον υποψήφιο σε συνέντευξη.

15.  Η επιτροπή με βάση όλα τα διαθέσιμα στοιχεία διαμορφώνει εισήγηση προς τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου.

16.  Ο Πρύτανης του Πανεπιστήμιου αφού μελετήσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία του φακέλου, συναντά τον υποψήφιο και στην συνέχεια υποβάλει πρόταση προς το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου. Ο Πρύτανης δεν δεσμεύεται από καμιά από τις προηγούμενες εισηγήσεις. Αν το κρίνει σκόπιμο, έχει δικαίωμα να ζητήσει και άλλες συστατικές επιστολές ή να προβεί σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες για να σχηματίσει καλύτερη γνώμη για τον υποψήφιο. Στην συνάντησή του με τον υποψήφιο του ανακοινώνει και την πρόταση που προτίθεται να υποβάλει στο Συμβούλιο του Πανεπιστημίου.

17.  Το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου έχει την τελική ευθύνη και αποφασίζει για το αν θα αποδεχθεί ή όχι την εισήγηση του Πρυτάνεως. Η απόφαση του Συμβουλίου είναι και η οριστική όσο αφορά τον υποψήφιο.

18.  Το Συμβούλιο δεν δεσμεύεται από την εισήγηση του Πρυτάνεως αν και δεν υπάρχει στην ουσία λόγος να μην κάνει δεκτή την εισήγηση αυτή. Όμως έχει την ευχέρεια να το κάνει, αν έτσι κρίνει.

Είναι φανερό ότι η διαδικασία που περιέγραψα, περιλαμβάνει όλες τις απαραίτητες δικλείδες αξιοκρατίας και διαφάνειας. Είναι επίσης σαφές ότι ο Κοσμήτορας και ο Πρύτανης έχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες που όμως  είναι εξαιρετικά δύσκολο να οδηγήσουν σε αυθαιρεσίες. Φυσικά, ούτε ο Πρύτανης ούτε ο Κοσμήτορας εκλέγονται από τους καθηγητές για να έχουν εκλογική βάση και να επηρεάζονται στις αποφάσεις τους απο αυτές.

Tuesday, December 03, 2013

Τις πταίει; Ο Πελεγρίνης, ο Αρβανιτόπουλος ή οι "χειρουργοί”;

(Συνέντευξη στον Alhpa 98.9 στην εκπομπή του Σπύρου Χαριτάτου, 2/12/13)


ΣΧ: Να καλωσορίσω στο ραδιόφωνο του Alpha τον πρώην Υφυπουργό Παιδείας, τον κ. Γιάννη Πανάρετο. Τι κάνετε κύριε Καθηγητά;

ΙΠ: Καλή σας μέρα. Ευχαριστώ καλά.

ΣΧ: Θα σας ρωτήσω ευθέως γιατί νομίζω ότι θα σας ρωτούν και στον δρόμο ή στην παρέα ή συγγενείς και φίλοι: Τελικά τι συμβαίνει; Ο Αρβανιτόπουλος έχει το θέμα; Ο Αρβανιτόπουλος σπάει κάποιο απόστημα και καθαρίζει την μόλυνση; Ο Αρβανιτόπουλος είναι στην γωνία, τον πιέζει η Τρόϊκα και μπαίνει μπροστά και μετά ίσως αργότερα θυσιαστεί για να εξομαλυνθεί η κατάσταση; Ή κάτι συμβαίνει με τους Πρυτάνεις και μένουν το Μετσόβιο και το Καποδιστριακό κλειστά;

ΙΠ: Κύριε Χαριτάτε, η άποψη μου ήταν και εξακολουθεί να είναι ότι πρέπει να βλέπει κανείς και να αντιμετωπίζει τα προβλήματα συνολικά και όχι επί μέρους. Αν μείνουμε αυτή την στιγμή στο εάν την μεγαλύτερη ευθύνη την έχει ο Υπουργός Παιδείας ή αν την έχουν οι Πρυτάνεις θα χάσουμε την ουσία.

ΣΧ: Θα εξαντληθούμε στο τίποτα λέτε.

ΙΠ: Χάνουμε την συνολική εικόνα. Η συνολική εικόνα, κατά την γνώμη μου, έχει δύο διαστάσεις. Η μία είναι αυτός καθ’ εαυτός ο νόμος. Όπως πιθανόν θυμάσθε, είχα την αρμοδιότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και είχα προετοιμάσει ένα σχέδιο για την λειτουργία των πανεπιστημίων. Αυτό το σχέδιο τελικά, με κάποιες τροποποιήσεις, έγινε νόμος το καλοκαίρι του 2011, όταν πια είχα αποχωρήσει από την κυβέρνηση. Οι τροποποιήσεις αυτές όμως έκαναν μία, κατά κάποιον τρόπο, χειρουργική επέμβαση στο αρχικό σχέδιο, με καλή πρόθεση από την Υπουργό, την Άννα Διαμαντοπούλου, γιατί θεωρούσε ότι έτσι θα ήταν πιο εύκολο να έχει μία ευρύτερη συναίνεση. Μετά τις αλλαγές αυτές, την αλλαγή της κυβέρνησης και την ανάληψη της υπουργίας από τον κ. Αρβανιτόπουλο, οι χειρουργικές επεμβάσεις έγιναν επεμβάσεις με χασαπομάχαιρο.

ΣΧ: Λέτε ότι έγιναν άκομψα και σχεδόν αναγκαστικά και τυφλά. Χάσαμε την λεπτομέρεια λέτε, μπήκαμε στα χονδροειδή επ’ ωφελεία μιας εξυπηρέτησης ανάγκης. Αυτό μου λέτε; Ανάγκης σε εισαγωγικά.

ΙΠ: Να σας πω το εξής για να μπορέσω να δώσω ένα παράδειγμα. Το DNA του ανθρώπου με το DNA του χιμπατζή είναι το ίδιο σχεδόν κατά 99%. Καταλαβαίνετε τι διαφορά κάνει το 1%. Το σχέδιο του νόμου, όπως το είχα επεξεργασθεί, είχε μία εσωτερική συνοχή. Αυτή η εσωτερική συνοχή άλλαξε με τον νόμο που ψηφίσθηκε για μία σειρά από λόγους που δεν είναι της παρούσης. Θα σας πω ένα πράγμα μόνο, το οποίο δείχνει την έλλειψη εσωτερικής συνοχής του σημερινού νόμου και είναι καθοριστικό στην σημερινή κρίση. Με την δική μου εκδοχή του νόμου, τα Συμβούλια των Πανεπιστημίων ήταν το ανώτατο όργανο του Πανεπιστημίου. Οπως είναι σήμερα ο νόμος, υπάρχει μια ασαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Συμβουλίου και Συγκλήτου. Αυτό εξελίχθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, σε πλήρη αποδυνάμωση του Συμβουλίου και σήμερα έχει χάσει νομίζω κάθε δυνατότητα παρέμβασης. Επομένως, όταν φτάνεις στο σημείο όπου η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας κάνει έναν πλήρη συμβιβασμό με τους Πρυτάνεις των πανεπιστημίων (με τις αλλαγές του νόμου) και, στην συνέχεια, έρχεται σε σύγκρουση μαζί τους, έχεις μία ασυνέπεια. Δεν έχεις μία συνοχή, μία προσέγγιση, η οποία να έχει μία συνέχεια και μία συνέπεια.

Επομένως, οι όποιες αλλαγές και οι όποιες ρυθμίσεις ή οι όποιες προσπάθειες γίνονται για να αντιμετωπισθεί το σημερινό πρόβλημα, είναι προσπάθειες που εκ των πραγμάτων δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε καλά αποτελέσματα. Οδηγηθήκαμε στο σημείο να υποχρεώνεται ο Υπουργός με μια πρωτοφανή κατά την γνώμη μου, ρύθμιση στα χρονικά της εκπαίδευσης σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Λέει λοιπόν η διάταξη που ψηφίσθηκε την περασμένη εβδομάδα ότι θα γίνουν εξετάσεις σε όλα τα μαθήματα για όλους τους φοιτητές, σε όλα τα πανεπιστήμια, ανεξάρτητα από το αν έχουν γίνει τα μαθήματα. Αν αυτό είναι η επιδίωξη της προσέγγισης που υπάρχει αυτή την στιγμή, δηλαδή αν οι εξετάσεις ανάγονται στο κυρίαρχο στοιχείο για οτιδήποτε έχει να κάνει με το πανεπιστήμιο, μήπως θα έπρεπε να σκεφθεί η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας να αντικαταστήσει τις πανελλήνιες εξετάσεις για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια με πανελλήνιες εξετάσεις για την απόκτηση πτυχίου; Γιατί τώρα οδηγούμαστε μόνο στις εξετάσεις. Η εκπαιδευτική διαδικασία έχει χάσει οποιαδήποτε σημασία.

ΣΧ: Έχετε απευθυνθεί με αυτή την σκέψη στους συνεργάτες σας; Ή μάλλον αν θέλετε, στους συντρόφους σας, στους ανθρώπους της επιστημονικής κοινότητας, της πανεπιστημιακής κοινότητας; Έχετε δώσει αυτές τις σκέψεις και σε άλλα πεδία αναφοράς;

ΙΠ: Προβληματίστηκα όλον αυτόν τον καιρό, γιατί ξέρετε είναι εύκολο να κάνει κανείς απλώς κριτική στον Υπουργό ή να κάνει κριτική στους Πρυτάνεις. Εγώ είχα μία άποψη ως Υφυπουργός, είχα διαφωνήσει με την τακτική των Πρυτάνεων. Ενδεχομένως εκείνοι να είχαν δίκιο, δεν θέλω να ισχυρισθώ ότι εγώ είχα δίκιο. Ακολουθούσα όμως μια συνεπή πολιτική.

– μικρή διακοπή για ειδήσεις και διαφημιστικά μηνύματα –

ΣΧ: Προκάλεσε σοκ αυτή η πρόταση που κάνατε στον αέρα του ραδιοφώνου του Alpha. Προκάλεσε αντιδράσεις έντονες. Δηλαδή, ένα λεπτό αφ’ ότου το είπατε στον αέρα, είχαμε κατευθείαν τα μηνύματα και στα social media, αλλά κυρίως εδώ στον σταθμό μας. Που λέτε, αφού λοιπόν το μόνο που ενδιαφέρει τον Υπουργό Παιδείας, αφού το μόνο τελικά που ενδιαφέρει όλους μας – εφ’ όσον αυτό μας λέει ο Υπουργός Παιδείας και εμείς ησυχάζουμε μετά από αυτό, σαν να είναι το μόνο σοβαρό που αφορά την παιδεία μας και τα πανεπιστήμιά μας – είναι να γίνουν οι εξετάσεις, τότε να καθιερωθούν πανελλήνιες εξετάσεις για την απόκτηση πτυχίου υπό την εποπτεία πιθανόν του ΑΣΕΠ. Το είπα καλά;

ΙΠ: Το είπατε πολύ καλά.

ΣΧ: Αυτό βγάζει κατά την κρίση μου για εσάς και μια αίσθηση ευθύνης και μία αυτοκριτική για την συμμετοχή σας τόσο στην πανεπιστημιακή δραστηριότητα, αλλά και στην κυβερνητική δραστηριότητα του παρελθόντος, την πολιτική, κομματική σας δραστηριότητα. Βγάζει αν θέλετε, δεν θα έλεγα ειρωνεία, βγάζει μια αίσθηση ότι αν τελικά αυτό που μας νοιάζει είναι το ασήμαντο, ας πάρουμε το ασήμαντο και να έχουμε ευθύνη για αυτό που αποφασίσαμε.

ΙΠ: Ποτέ κύριε Χαριτάτε δεν σταμάτησα το να αποδέχομαι τις ευθύνες που έχω για οτιδήποτε έκανα όσο είχα θέσεις ευθύνης. Πριν να έλθω στο θέμα αυτό των εξετάσεων για την απόκτηση πτυχίου, θέλω να σας πω το εξής - θέλω να διευκρινίσω κάτι.

ΣΧ: Να μου διευκρινίσετε την πρόταση. Γιατί όπως το δώσατε σαν τίτλο ακούγεται και προβληματίζει. Προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις: να καθιερωθούν πανελλήνιες εξετάσεις για την απόκτηση πτυχίου υπό την εποπτεία του ΑΣΕΠ. Προχωρήστε την σκέψη σας λίγο για να την ακούσουμε καλύτερα, πιο αναλυτικά αν θέλετε. Να υπάρχει μια καθαρή άποψη.

ΙΠ: Αυτό το πράγμα δεν είναι μια πρόταση που μου αρέσει, είναι αντίθετο σε οτιδήποτε πίστευα και προσπάθησα σε όλη μου την ζωή. Στα σαράντα χρόνια που είμαι στο πανεπιστήμιο, ως Υφυπουργός, ως Γενικός Γραμματέας και από οποιαδήποτε θέση ευθύνης είχα. Πίστευα και πιστεύω πάντα ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να είναι ανταγωνιστικό διεθνώς, σύμφωνα με διεθνείς προδιαγραφές. Βλέπω, όμως, ότι αυτή η προσπάθειά μου και αυτή η προσέγγισή μου έχει αποτύχει στην χώρα μας. Και έχει αποτύχει γιατί προφανώς μια σημαντική μερίδα της κοινωνίας θέλει κάτι άλλο. Και αυτό το άλλο υλοποιείται από το πολιτικό σύστημα. Αυτό το άλλο είναι η θεοποίηση των εξετάσεων. Ποιό είναι το κρίσιμο ερώτημα στην δημόσια συζήτηση; Σώθηκαν οι εξετάσεις; Θα σωθούν οι εξετάσεις; Ακόμη και την Πέμπτη ο Υπουργός είπε ότι αν την Δευτέρα ανοίξουν τα πανεπιστήμια, το εξάμηνο σώθηκε. Τι είναι η Δευτέρα; Είναι η Δευτέρα Παρουσία; Έρχομαι λοιπόν κι εγώ και λέω: Ας προσπαθήσω να δω μέσα σε αυτή την λογική που υπάρχει, με την οποία επαναλαμβάνω ότι διαφωνώ πλήρως, τι μπορεί να κάνει κανείς; Αφού λοιπόν αυτή είναι η επιθυμία, ας γίνονται πανελλήνιες εξετάσεις για την απόκτηση του πτυχίου.

ΣΧ: Για εξηγήστε μας πώς θα υλοποιηθεί αυτό το σκεπτικό;

ΙΠ: Όπως τώρα έχουμε πανελλήνιες εξετάσεις για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια, θα μπορούσαμε να έχουμε πανελλήνιες εξετάσεις για την απόκτηση του πτυχίου. Αν κάναμε κάτι τέτοιο, θα δίνονταν για παράδειγμα δύο φορές τον χρόνο πανελλήνιες εξετάσεις σε όλα τα μαθήματα. Θα μπορούσε να υπάρχει μία εξέταση για κάθε μάθημα σε όλη την Ελλάδα. Με αυτόν τον τρόπο θα καταργούσαμε και τις πανελλήνιες εξετάσεις για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια. Δεν θα είχαν έννοια πια. Όλοι όσοι θα τελείωναν το πανεπιστήμιο θα είχαν τα ίδια προσόντα, αφού θα τελείωναν με την ίδια εξέταση. Επίσης, θα μπορούσαν τα παιδιά να αποκτούν απ’ ευθείας και επαγγελματικά προσόντα με την ίδια εξέταση. Προσπάθησα στην θητεία μου να θεσμοθετήσω επαγγελματικά προσόντα για τους πτυχιούχους των ΤΕΙ που δεν υπάρχουν εδώ και 30 χρόνια. Διαμόρφωσα είκοσι πέντε σχέδια Προεδρικών Διαταγμάτων. Έφυγα και σταμάτησαν όλα. Λέω λοιπόν, με τις ίδιες εξετάσεις, να δίνονται και τα επαγγελματικά προσόντα. Θα πάψει να υπάρχει και η διαμάχη πανεπιστημίων και ΤΕΙ και θα δοθεί η δυνατότητα η κοινωνία, ή οποιοιδήποτε είναι αυτοί, οι οποίοι θέλουν αυτό το πράγμα, να κάνουν τις εξετάσεις über alles, να είναι αυτό το οποίο λύνει όλα τα προβλήματα. Κάτι, με το οποίο όπως σας είπα διαφωνώ πλήρως, αλλά, αν αυτό θέλουμε, λέω μία σκέψη. Γιατί, ξέρετε, για να ξαναγυρίσω λίγο στο θέμα του προβλήματος που έχουμε τώρα με τα πανεπιστήμια, αν υπήρχε η αρχική ρύθμιση όπως την είχα σχεδιάσει εγώ, όπου το Συμβούλιο Διοίκησης των πανεπιστημίων ήταν το υπέρτατο όργανο διοίκησης, το Συμβούλιο θα μπορούσε να εγκαλέσει τον Πρύτανη για να λειτουργήσει το πανεπιστήμιο. Τώρα τι γίνεται; Το Συμβούλιο δεν έχει αυτή την αρμοδιότητα και κάνει έκκληση στον Υπουργό Παιδείας για να λειτουργήσει το πανεπιστήμιο. Ο δε Υπουργός Παιδείας κάνει έκκληση στον Πρύτανη για να λειτουργήσει το πανεπιστήμιο. Με εκκλήσεις όμως δεν λύνονται τα προβλήματα.

ΣΧ: Και πάει στο πειθαρχικό. Και οδηγείται ο Πρύτανης στο πειθαρχικό.

ΙΠ: Ποιος έχει την ευθύνη τελικά; Αυτό θέλω να σας πω. Φαίνεται να μην την έχει κανείς και όλοι να την μεταθέτουν σε άλλους. Και περιμένουν από τα πρωτοδικεία να λύσουν το πρόβλημα.

ΣΧ: Εγώ υποθέτω ότι την ευθύνη δεν την έχει ένας. Γιατί η πεμπτουσία της πανεπιστημιακής δραστηριότητας, της παιδείας, είναι η συμμετοχή και η συνυπευθυνότητα. Και η ανάληψη της ευθύνης από όλες τις πλευρές. Δεν μπορεί να είναι μόνο του Υπουργού Παιδείας, δεν μπορεί να είναι μόνο του Πρύτανη ή μόνο των Διοικητικών Υπαλλήλων. Πρέπει να είναι και της ίδιας της κοινωνίας και να αποφασίσουμε ότι θέλουμε να έχουμε πανεπιστήμια ή δεν θέλουμε να έχουμε πανεπιστήμια. Και να πρέπει τώρα να παίζει αυτό το μπαλάκι ο Αρβανιτόπουλος με τον Πελεγρίνη. Ο Πελεγρίνης να καταγγέλλεται, να κατηγορείται και να γίνεται πρωτοσέλιδο επειδή τα προηγούμενα εικοσιτετράωρα ήταν στο Παρίσι και συμμετείχε σε μια θεατρική παράσταση ως ηθοποιός, γιατί έκανε το χόμπυ του, ενώ θα έπρεπε να είναι εδώ να κάνει τι; Να συμμετάσχει σε τι; Να έχει ανέβει σε κάγκελα; Να έχει αυτοπυρποληθεί; Να έχει κάνει τι ακριβώς; Και έχει δίκιο ο Πελεγρίνης; Ο Πελεγρίνης κρατάει δηλαδή τα κλειδιά του πανεπιστημίου και το έχει κλειστό ή οι διοικητικοί υπάλληλοι δεν τον αφήνουν; Τι πρέπει να κάνει ο Πελεγρίνης δηλαδή; Να τους εκβιάσει; Να τους πιέσει; Ή αν δεν τους εκβιάζει και δεν τους πιέζει είναι φίλα προσκείμενος; Και αν είναι φίλα προσκείμενος στους διοικητικούς υπαλλήλους, είναι έγκλημα αυτό; Βλέπετε πόσα ερωτήματα προκύπτουν από μια απλή σκέψη;

ΙΠ: Κατά την γνώμη μου, την ευθύνη για κάθε πράγμα πρέπει να τελικά να την έχει κάποιος. Αν δεν την έχει κάποιος την ευθύνη, τότε όλοι φταίνε, αλλά κανείς δεν φταίει.

ΣΧ: Άρα, τελικά, την ευθύνη θα την πάρει ο Αρβανιτόπουλος, θα παραιτηθεί τα επόμενα εικοσιτετράωρα, θα εκτονωθεί η κατάσταση και θα επανέλθουμε μετά από δυο τρεις μήνες να ξανασυζητάμε τα ίδια υποθέτω.

ΙΠ: Αυτό μπορεί να συμβεί εάν δεν αντιμετωπίσουμε, όπως είπα, το πρόβλημα στην ουσία του. Δηλαδή αν δεν υπάρχει κάπου η τελική ευθύνη, οδηγούμεθα στην αυθαιρεσία. Αυτό ήταν εκείνο που εγώ τουλάχιστον ήθελα να αλλάξει με τον νόμο και με το σχέδιο το οποίο είχα ετοιμάσει. Να μην υπάρχουν δυνατότητες για να εμφανίζεται η αυθαιρεσία. Σήμερα κατά σύμπτωση, λίγο πριν μιλήσουμε, είχα ανεβάσει στο blog μου – ξέρετε ότι από τα χρόνια της θητείας μου στο Υπουργείο, χρησιμοποιούσα το blog μου ως μέσο επικοινωνίας με τους πολίτες.

ΣΧ: Ναι το www.panaretos.blogspot.com

ΙΠ: Εκεί, ανέβασα πριν από λίγο, ένα κείμενο στο οποίο αναλύω αυτό που θεωρώ ότι αναδεικνύει όλο το πρόβλημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην χώρα μας και αυτό που σας είπα προηγουμένως, το τι πίστευα εγώ και το πού βλέπω να οδηγούμεθα. Φοβάμαι, ως προς αυτό που λέτε τώρα ότι θα παραιτηθεί ο κ. Αρβανιτόπουλος, πως οποιοσδήποτε Υπουργός να αναλάβει τώρα με αυτόν τον νόμο, τα ίδια προβλήματα θα έχει.

ΣΧ: Και σας ρωτάω εγώ τώρα για να πάρω γρήγορα την απάντηση από εσάς, γιατί είστε και καθηγητής, διατελέσατε και Υφυπουργός Παιδείας, φταίει ο Πελεγρίνης σε κάτι; Γιατί από το πρωΐ εν χορώ τον έχουμε κρεμάσει ή τον έχουμε αποθεώσει τον Πελεγρίνη οι δημοσιογράφοι, γιατί και αδιάβαστοι είμαστε και αδούλευτοι και εύκολα υιοθετούμε και σκέψεις. Ειδικά αν είμαστε και λίγο ενσωματωμένοι σε κάποια γραμμή. Και σας ρωτάω εσάς που διατελέσατε και Υφυπουργός Παιδείας και είστε μια ζωή Καθηγητής: Ο Πελεγρίνης έχει ακέραια ευθύνη; Φταίει απόλυτα; Πρέπει να παραιτηθεί; Πρέπει να διατηρήσει την σιωπή του; Τι πρέπει να κάνει;

ΙΠ: Δεν νομίζω ότι το θέμα είναι προσωπικό. Αυτή την στιγμή, όλοι έχουν ευθύνη για το πρόβλημα. Κανείς όμως δεν έχει την ευθύνη για να δώσει την λύση. Και θα σας πω και το εξής.

ΣΧ: Ναι, γιατί όσοι έχουν την ευθύνη δεν έχουν τα παιδιά τους στο πανεπιστήμιο, ούτε πληρώνουν τα νοίκια για να περιμένει το παιδί 13 εβδομάδες να πάει στο πανεπιστήμιο, καταλάβατε;

ΙΠ: Το θέμα είναι ποιος ελέγχει αυτόν που έχει την ευθύνη. Δίνει ο νόμος τα εργαλεία για λογοδοσία στην κοινωνία; Θα σας πω και κάτι ακόμη για το θέμα των Πρυτάνεων. Οι Πρυτάνεις κατά τεκμήριο είναι άνθρωποι ικανοί, θα έλεγα πολύ ικανοί, γιατί όχι μόνο έχουν καταφέρει να γίνουν καθηγητές στο πανεπιστήμιο, αλλά έχουν καταφέρει να διοικούν και το πανεπιστήμιο. Αυτή η ικανότητα όμως δεν διοχετεύεται στην σωστή λειτουργία του πανεπιστήμιου, αλλά διοχετεύεται στο πώς θα διατηρηθεί η εκλογική βάση την οποία έχουν. Από την στιγμή που ο νόμος επιτρέπει στον Πρύτανη να έχει εκλογική βάση, τον υποχρεώνει αν θέλετε να κινείται με τον τρόπο που κινείται σήμερα. Η δική μου η άποψη ήταν ότι στο πανεπιστήμιο δεν μπορεί να υπάρχουν όργανα με εσωτερική εκλογική βάση. Δεν μπορεί, δηλαδή, αυτός που διοικεί κάποιον, να εκλέγεται από τον ίδιο και να απολογείται στον ίδιο. Εχουμε κάνει τους Πρυτάνεις απλούς πολιτευτές.

ΣΧ: Μα δεν τους ενδιαφέρει. Είδατε τι λέει ο Υπουργός: εγώ από άλλους εκλέγομαι. Απλά πράγματα, για να τα πιάνει και ο κόσμος και οι περισσότεροι να τα αντιλαμβανόμαστε. Δεν με νοιάζει τι λέει ο κάθε Αρβανιτόπουλος, αν έχει δίκιο ή άδικο, εμένα με νοιάζει τι λένε αυτοί που ψηφίζουν για να είμαι Πρύτανης.

ΙΠ: Μα αυτό δεν είναι ακριβώς το πρόβλημα; Όταν έχεις μια εκλογική βάση, χρειάζεται να την ικανοποιήσεις. Σε αυτήν αναφέρεσαι και από αυτήν εξαρτάσαι.

ΣΧ: Εγώ το ξέρω, αλλά προσπαθώ να μην είμαι επιθετικός στην φυσιογνωμία του Πελεγρίνη, γιατί θα κάνω τα κουμάντα του Αρβανιτόπουλου. Με αντιλαμβάνεστε κύριε Πανάρετε.

ΙΠ: Γι’ αυτό επιμένω ότι δεν είναι θέμα Πελεγρίνη. Εγώ πιστεύω ότι ο κ. Πελεγρίνης και ο κάθε Πρύτανης είναι καλός άνθρωπος. Αλλά ξέρετε κάτι; Όταν οι Πρυτάνεις έχουν μια εκλογική βάση – όπως έχουν οι βουλευτές, οι δήμαρχοι και οι συνδικαλιστές – ποιος μπορεί να τους κατηγορεί για το ότι προσπαθούν να ικανοποιήσουν την εκλογική τους βάση; Από την στιγμή που στον Πρύτανη και σε όποιον ασκεί διοίκηση στο πανεπιστήμιο δίνεις την δυνατότητα -ή μάλλον τον υποχρεώνεις, δεν του δίνεις την δυνατότητα, τον υποχρεώνεις- να έχει μια εκλογική βάση, αυτό θα συμβαίνει. Από αυτούς εκλέγεται ο Πρύτανης, δεν τοποθετείται με θεϊκή βούληση. Ο νόμος έχει δώσει την δυνατότητα, ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες τροποποιήσεις, ο Πρύτανης να εκλέγεται από το εσωτερικό του πανεπιστημίου. Το ότι αφαιρέθηκε από τους φοιτητές η δυνατότητα να ψηφίζουν στις πρυτανικές ελογές, ενώ πολλοί το θεωρούν ότι είναι το πιο σημαντικό, δεν είναι. Αν κοιτάξετε τα στοιχεία, οι Πρυτάνεις που σήμερα βρίσκονται σε αντίθεση με το Υπουργό Παιδείας, εκλέχθηκαν έχοντας ψηφισθεί από την πλειοψηφία των καθηγητών και από την πλειοψηφία των διοικητικών υπαλλήλων. Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι το ποιοί αποτελούν την εκλογική βάση, αλλά το ότι υπάρχει εκλογική βάση.

ΣΧ: Είναι δομικό. Το πρόβλημα είναι δομικό αγαπητέ καθηγητά, αλλά επαγωγικά δεν μαθαίνουμε από το παρελθόν. Αυτό είναι το κακό. Να είστε καλά. Ευχαριστώ πολύ για την κουβέντα σας.

ΙΠ: Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Monday, December 02, 2013

Εξετάσεις Über Alles

Επί δώδεκα και πλέον εβδομάδες, παρακολουθήσαμε το σήριαλ με τα πανεπιστήμια που παραμένουν κλειστά και την αγωνία της ακαδημαϊκής κοινότητας και των φοιτητών (ίσως και ευρύτερα της κοινωνίας) για το "αν θα χαθεί το εξάμηνο".

Την δεκάτη τρίτη εβδομάδα, ως από μηχανής θεός, ο υπουργός Παιδείας παρενέβη και με μια πρωτοφανή στα παγκόσμια χρονικά της εκπαίδευσης τροπολογία επέτρεψε να γίνουν οι εξετάσεις για ΟΛΑ τα μαθήματα και για ΟΛΟΥΣ τους φοιτητές σε ΟΛΑ τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, ανεξαρτήτως του αν έγινε οποιοδήποτε μάθημα. Και, ξαφνικά, επήλθε μία γενική ανακούφιση: "το εξάμηνο σώθηκε"!

"Το εξάμηνο σώθηκε" ή οι "εξετάσεις σώθηκαν";

Ολοι συνειδητοποιήσαμε ότι πάνω από όλα έχει σημασία να δώσουν τα παιδιά τις εξετάσεις τους. Οι εξετάσεις να είναι καλά και όλα τα άλλα τα βρίσκουμε.

Με αφορμή αυτήν την παρατήρηση, κάθησα και ανέλυσα λίγο περισσότερο το τι έχουμε αυτή την στιγμή ως τριτοβάθμια εκπαίδευση, υπό το πρίσμα του τι φαίνεται να θέλουμε.

Μεταξύ σοβαρού και αστείου, διαμόρφωσα μία πρόταση για την τριτοθάθμια εκπαίδευση με  πυλώνα της τις εξετάσεις.  Μια πρόταση που συνάδει με ό,τι συμβαίνει σήμερα και φαίνεται να δίνει λύση δια πάσαν νόσον του υφισταμένου τριτοβάθμιου εκπαιδευτικού μας συστήματος (και όχι μόνο).

Προφανώς, δεν είναι μία πρόταση που μου αρέσει. Για την ακρίβεια, πηγαίνει κόντρα σε κάθε τι που πιστεύω ότι πρέπει να πρεσβεύει ένα πανεπιστήμιο και κόντρα σε όλες τις πρακτικές που ακολουθούν τα καλύτερα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά συστήματα. Είναι αντίθετη σε οτιδήποτε προσπάθησα να κάνω ως Υφυπουργός και ως καθηγητής επί 40 χρόνια. Ομως, βλέποντας ότι απέτυχα σε αυτά που πίστευα και προσπάθησα να κάνω, σκέφθηκα ότι ίσως μπορώ να προσφέρω κάτι σε αυτό που η πλειοψηφία φαίνεται να επιθυμεί και το πολιτικό σύστημα να υιοθετεί και να προωθεί.

Όσο παράδοξη και να φαίνεται εκ πρώτης όψεως η πρόταση που ακολουθεί, τρομάζει το πόσο σοβαρή θα μπορούσε να είναι με βάση το τι ήδη βιώνουμε (και δυστυχώς το τι ισχύει και εφαρμόζεται καμουφλαρισμένα).

Αφού, όπως φαίνεται, το μόνο που ενδιαφέρει είναι οι εξετάσεις για την απόκτηση του πτυχίου, ίσως είναι καιρός η διαδικασία αυτή να βελτιωθεί και να απλοποιηθεί. Να καθιερωθούν δηλαδή πανελλήνιες εξετάσεις για την απόκτηση πτυχίου υπό την εποπτεία του ΑΣΕΠ. Οι φοιτητές των πανεπιστημίων να έχουν δικαίωμα να εξετάζονται 2 φορές τον χρόνο (ή και περισσότερες) σε όσα μαθήματα επιθυμούν (κάτι που ουσιαστικά συμβαίνει και σήμερα και μάλιστα 4 φορές τον χρόνο). Στα μαθήματα αυτά, δεν θα υπάρχει καμμία αλληλουχία ή προαπαιτούμενα μαθήματα (επίσης ισχύει σήμερα). Για την προετοιμασία για τις εξετάσεις, θα μπορούν οι φοιτητές είτε να παρακολουθούν μαθήματα στο πανεπιστήμιο που έχουν εισαχθεί αν το επιθυμούν (όπως και σήμερα), όποτε θέλουν (όπως και σήμερα), στο ίδιο ή σε άλλο πανεπιστήμιο, είτε στο ίντερνετ, είτε να διαβάσουν μόνοι τους, είτε με οποιοδήποτε άλλον τρόπο θεωρούν κατάλληλο. Μάλιστα, για να προσαρμόσουμε το σύστημα αυτό στην κρατούσα στην χώρα μας λογική της ομοιομορφίας και της «αξιοκρατίας» του συστήματος ΑΣΕΠ, οι εξετάσεις αυτές θα μπορούν να οργανώνονται πανελλαδικά για κάθε μάθημα, υπό την εποπτεία του ΑΣΕΠ. Έτσι, θα επιτευχθεί και στην πράξη ένας άλλος στόχος της ελληνικής κοινωνίας ότι όλα τα πτυχία όλων των πανεπιστημίων είναι ισότιμα, ανεξάρτητα από τους καθηγητές που διδάσκουν ή από την έδρα του πανεπιστημίου (όπως συμβαίνει και σήμερα).

Η ρεαλιστική αυτή αποδοχή του σημερινού status quo, θα μπορούσε να οδηγήσει και στην de facto επίλυση και άλλων προβλημάτων που ταλανίζουν επί δεκαετίες εκατοντάδες χιλιάδες οικογενειών και αφορούν την εκπαίδευση και την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων.

Οι Πανελλήνιες εξετάσεις για την απόκτηση πτυχίου θα μπορούσαν να οδηγήσουν π.χ:

α) Στην κατάργηση των Πανελληνίων εξετάσεων για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια.

Δεν θα είχε πλέον έννοια να υπάρχουν τέτοιες εξετάσεις. Όποιος τελειώνει το Λύκειο θα μπορεί να εγγράφεται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς κανένα προαπαιτούμενο, αφού στην συνέχεια, για να αποκτήσει πτυχίο, θα πρέπει να πετύχει στις αντικειμενικές και αξιόπιστες πανελλαδικές εξετάσεις για την απόκτηση του πτυχίου.

β) Στην  χορήγηση επαγγελματικών δικαιωμάτων στους αποφοίτους πανεπιστημίων και ΤΕΙ.

Τα επαγγελματικά δικαιώματα θα χορηγούνται ταυτόχρονα με τις πανελλήνιες εξετάσεις για την απόκτηση πτυχίου.

γ) Στην κατάργηση των εξετάσεων του ΑΣΕΠ για τους διορισμούς στο Δημόσιο, αλλά και στην Εκπαίδευση.

Η ίδια εξέταση θα μπορούσε να χρησιμοποιείται και για τους διορισμούς  στο δημόσιο (όποτε με το καλό ξαναγίνουν), αλλά και στην εκπαίδευση. Αλλωστε, από το ΑΣΕΠ και με πανελλήνιες εξετάσεις γίνονταν και μέχρι τώρα οι διαδικασίες αυτές (και με ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής μάλιστα).

Είναι φανερό ότι το προτεινόμενο σύστημα έχει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού που ισχύει σήμερα, είναι όμως απλούστερο, οικονομικό, και –κυρίως-έντιμο. Είναι μία πρόταση που δεν μου αρέσει, αλλά αν θέλουμε εξετάσεις über alles, είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μας.

Η πρόταση, και κάποια πλεονεκτήματά της αναλύονται στο εκτενέστερο κείμενο που ακολουθεί.

Εξετάσεις Über Alles (αναλυτική περιγραφή)

Εισαγωγή

Επί δώδεκα και πλέον εβδομάδες, παρακολουθήσαμε το σήριαλ με τα πανεπιστήμια που παραμένουν κλειστά και την αγωνία της ακαδημαϊκής κοινότητας και των φοιτητών (ίσως και ευρύτερα της κοινωνίας) για το "αν θα χαθεί το εξάμηνο".

Την δεκάτη τρίτη εβδομάδα, ως από μηχανής θεός, ο υπουργός Παιδείας παρενέβη και με μια πρωτοφανή στα παγκόσμια χρονικά της εκπαίδευσης τροπολογία επέτρεψε να γίνουν οι εξετάσεις για ΟΛΑ τα μαθήματα και για ΟΛΟΥΣ τους φοιτητές σε ΟΛΑ τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, ανεξαρτήτως του αν έγινε οποιοδήποτε μάθημα. Και, ξαφνικά, επήλθε μία γενική ανακούφιση: "το εξάμηνο σώθηκε"!

"Το εξάμηνο σώθηκε" ή οι "εξετάσεις σώθηκαν";

Ολοι συνειδητοποιήσαμε ότι πάνω από όλα έχει σημασία να δώσουν τα παιδιά τις εξετάσεις τους. Οι εξετάσεις να είναι καλά και όλα τα άλλα τα βρίσκουμε.

Με αφορμή αυτήν την παρατήρηση, κάθησα και ανέλυσα λίγο περισσότερο το τι έχουμε αυτή την στιγμή ως τριτοβάθμια εκπαίδευση, υπό το πρίσμα του τι φαίνεται να θέλουμε.

Μεταξύ σοβαρού και αστείου, διαμόρφωσα μία πρόταση για την τριτοθάθμια εκπαίδευση (την αναπτύσσω στην συνέχεια) με  πυλώνα της τις εξετάσεις.  Μια πρόταση που συνάδει με ό,τι συμβαίνει σήμερα και φαίνεται να δίνει λύση δια πάσαν νόσον του υφισταμένου τριτοβάθμιου εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Προφανώς, δεν είναι μία πρόταση που μου αρέσει. Για την ακρίβεια, πηγαίνει κόντρα σε κάθε τι που πιστεύω ότι πρέπει να πρεσβεύει ένα πανεπιστήμιο και κόντρα σε όλες τις πρακτικές που ακολουθούν τα καλύτερα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά συστήματα. Είναι αντίθετη σε οτιδήποτε προσπάθησα να κάνω ως Υφυπουργός και ως καθηγητής επί 40 χρόνια. Ομως, βλέποντας ότι απέτυχα σε αυτά που πίστευα και προσπάθησα να κάνω, σκέφθηκα ότι ίσως μπορώ να προσφέρω κάτι σε αυτό που η πλειοψηφία φαίνεται να επιθυμεί και το πολιτικό σύστημα να υιοθετεί και να προωθεί.

Όσο παράδοξη και να φαίνεται εκ πρώτης όψεως η πρόταση που ακολουθεί, τρομάζει το πόσο σοβαρή θα μπορούσε να είναι με βάση το τι ήδη βιώνουμε (και δυστυχώς ισχύει και εφαρμόζεται καμουφλαρισμένα).

Ιδού η ανάλυση και η επακόλουθη πρόταση (με συζήτηση για τα πλεονεκτήματά της).

Για ευκολία, το κείμενο είναι διαρθρωμένο σε 6 ενότητες, οι 2 πρώτες περιέχουν την ανάλυση, και οι 4 τελευταίες την πρόταση.

Α. Ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης

Α1. «Σώθηκε το εξάμηνο» χωρίς σπουδές


Με την τροπολογία που αναφέρθηκε στην εισαγωγή, θα μπορέσουν οι πρωτοετείς φοιτητές που δεν έχουν παρακολουθήσει κανένα μάθημα στο πρώτο εξάμηνο, να εξετασθούν σε όλα τα μαθήματα. Ακόμη όμως χειρότερα, θα μπορούν οι φοιτητές που έχουν διανύσει τέσσερα τουλάχιστον έτη ως εγγεγραμμένοι φοιτητές σε κάποιο πρόγραμμα σπουδών, έστω και αν δεν έχουν παρακολουθήσει ποτέ κανένα μάθημα, να δώσουν εξετάσεις σε όλα τα μαθήματα του προγράμματος και να αποκτήσουν πτυχίο σε μία εξεταστική!

Η ρύθμιση αυτή είναι η συνέχεια μιας αντίστοιχης περυσινής «διευκόλυνσης» που, όμως, κάλυπτε μόνο τους λεγόμενους «επί πτυχίω» φοιτητές, δηλαδή ουσιαστικά απέκλειε μόνο όσους ήταν εγγεγραμμένοι για λιγότερο από τρία χρόνια στο πανεπιστήμιο και στην οποία είχα αναφερθεί εδώ.

Ο νόμος προβλέπει ότι για να γίνει εξέταση μαθήματος, θα πρέπει αυτό να έχει διδαχθεί για τουλάχιστον 13 εβδομάδες. (Ο προηγούμενος νόμος απαιτούσε τουλάχιστον 11 εβδομάδες).  Πρωτοφανές βέβαια να υπάρχει νόμος που να παρεμβαίνει σε τέτοια λεπτομέρεια σε αυστηρά ακαδημαϊκά θέματα.

Όλοι βέβαια γνωρίζουν ότι η πρόβλεψη αυτή έχει εισαχθεί απλά και μόνο για να παρεμποδίζει τις καταλήψεις των πανεπιστημίων. Γιατί δεν υπάρχει ουσία στην διάταξη αυτή, αφού η παρακολούθηση των μαθημάτων δεν είναι υποχρεωτική. Μπορεί επομένως κάποιος –σε εξάμηνο που διδάσκεται κανονικά- να μην πατήσει σε καμιά διάλεξη και παρ’ όλα αυτά να δώσει εξετάσεις στο μάθημα (η πλειοψηφία των φοιτητών παρακολουθεί ελάχιστες από τις διαλέξεις κατά την διάρκεια του εξαμήνου).  Αν όμως δεν γίνουν οι 13 εβδομάδες διδασκαλίας, δεν μπορεί. Ποιοί θίγονται με αυτή την κατάσταση; Μα μόνο οι καλοί φοιτητές που θα εύρισκαν έτσι κι΄αλλιώς τον τρόπο να αποκτήσουν ουσιαστικές γνώσεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλη την περίοδο της τελευταίας κρίσης, το μόνιμο ερώτημα των σχολιαστών ήταν «αν θα χαθεί το εξάμηνο». Κανείς – ίσως ελάχιστοι – δεν αναφερόταν στην επί της ουσίας απώλεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Στην προετοιμασία του τελευταίου νόμου για τα πανεπιστήμια, είχα ως Υφυπουργός διαφωνήσει με την πρόβλεψη αυτή. Είχα επίσης και στο παρελθόν διαφωνήσει με την προηγούμενη αντίστοιχη πρόβλεψη. Θεωρούσα και θεωρώ ότι το κράτος δεν πρέπει να συμμετέχει σε μια υποκρισία μια και το πρόβλημα των καταλήψεων ήταν απλά μια έκφανση του βαθύτερου προβλήματος των πανεπιστημίων που θα μπορούσε να λυθεί μόνο με ριζική ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης.

Α2. Η υποκρισία στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση


Ας δούμε λίγο περισσότερο την υποκρισία. Τα προβλήματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο πανεπιστήμιο είναι σε πολλούς γνωστά. Στα περισσότερα των μαθημάτων και στα περισσότερα  Ιδρύματα, ο αριθμός των φοιτητών που παρακολουθούν τα μαθήματα μειώνεται με εκθετικό ρυθμό κατά την διάρκεια του εξαμήνου. Ταυτόχρονα, επιτρέπεται στους φοιτητές να εγγράφονται σε πρακτικά απεριόριστο αριθμό μαθημάτων, κάτι που τους επιτρέπει μεν να εξετάζονται σε όσα μαθήματα επιθυμούν,  αλλά φυσικά δεν τους επιτρέπει εκ των πραγμάτων να τα παρακολουθούν. (Θυμάμαι μια αξιολόγηση ενός τμήματος του ΕΜΠ στα μέσα της δεκαετίας του 90 απο διεθνείς αξιολογητές στην οποία υπήρχε το σχόλιο, με ευγενικό είναι η αλήθεια τρόπο, ότι αν οι φοιτητές παρακολουθούσαν όλα τα μαθήματα στα οποία εγγράφονταν θα έπρεπε να μην φεύγουν καθόλου από το Πολυτεχνείο. Τα πράγματα έχουν χειροτερέψει πολύ από τότε). Είναι επίσης γνωστό ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό πρωτοετών φοιτητών συμμετέχει στις εξετάσεις του πρώτου έτους και ακόμη μικρότερο είναι το ποσοστό (ίσως και μονοψήφιο) αυτών που εξετάζεται με επιτυχία στα μαθήματα του πρώτου έτους.

Η εκπαιδευτική διαδικασία, δηλαδή, δεν αποτελεί την ουσία του εξαμήνου, αλλά κεντρικό στοιχείο είναι οι εξετάσεις.

Με την πρόσφατη τροποποίηση του νόμου προβλέπεται αύξηση του διδακτικού φόρτου των καθηγητών στις 8 ώρες. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής θα απαιτήσει να προστεθούν και άλλα μαθήματα στα προγράμματα σπουδών για να συμπληρώνεται ο από τον νόμο προβλεπόμενος διδακτικός φόρτος των διδασκόντων. Επειδή δε και οι καθηγητές πρέπει να έχουν το «κύρος τους», θα αυξηθούν και τα υποχρεωτικά μαθήματα αλλά και ο αριθμός των απαιτουμένων μαθημάτων για την απόκτηση πτυχίου. Εις βάρος ποιών; Μα φυσικά των φοιτητών και των φορολογουμένων.

Ως Υφυπουργός αρμόδιος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, είχα σχεδιάσει μία ριζική αλλαγή στην λειτουργία των πανεπιστήμιων. Ο σχεδιασμός αυτός υλοποιήθηκε μόνο εν μέρει με τον νόμο 4009/12 και αποδυναμώθηκε με τις αλλαγές και τις τροποποιήσεις που ακολούθησαν. Βρισκόμαστε έτσι ουσιαστικά στην ίδια κατάσταση που προϋπήρχε του 2009, μια και ακόμα και οι όποιες περεμβάσεις έγιναν την διετία 2009-2011 ακυρώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες.

Δυσυχώς και αλλαγές που σχεδίασα και που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την λειτουργία των πανεπιστημίων, όπως π.χ. η συγκρότηση Συμβουλίων Διοίκησης, ο τρόπος επιλογής των Πρυτάνεων και των Κοσμητόρων και ο τρόπος εκλογής καθηγητών, αλλοιώθηκαν και ευνουχίσθηκαν. Μάλιστα, τα Συμβούλια Διοίκησης, όπως τελικά θεσμοθετήθηκαν αλλά και όπως εξελίχθηκαν με τις εν συνεχεία τροπολογίες, οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια σε περιθωριοποίηση. (Δείτε για παράδειγμα την επιθυμία –αλλά και έλλειψη δυνατότητας- του Συμβουλίου του ΕΚΠΑ να ελέγξει τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου).

Με δεδομένη την κατάσταση αυτή, αναρωτιέμαι μήπως είναι καιρός ακόμα και εγώ  να γίνω «ρεαλιστής» και να αποδεχθώ την «ελληνική πραγματικότητα». Μήπως δηλαδή δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια αλλά το μόνο που μένει είναι να προσαρμόσουμε πλήρως και όχι υποκριτικά την πανεπιστημιακή εκπαίδευση στα ελληνικά δεδομένα. Αφού είναι φανερό ότι το κυρίαρχο στοιχείο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι οι εξετάσεις, θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί την εξής προσέγγιση:


Β. Η Πρόταση

Β1. Αλλαγή του τρόπου χορήγησης του πτυχίου


Αφού, όπως φαίνεται, το μόνο που ενδιαφέρει είναι οι εξετάσεις για την απόκτηση του πτυχίου, ίσως είναι καιρός η διαδικασία αυτή να βελτιωθεί και να απλοποιηθεί.

Οι φοιτητές των πανεπιστημίων θα ήταν ίσως καλύτερα να έχουν δικαίωμα να εξετάζονται δύο φορές τον χρόνο (ή και περισσότερες) σε όσα μαθήματα επιθυμούν (κάτι που ουσιαστικά συμβαίνει και σήμερα 4 φορές τον χρόνο). Στα μαθήματα αυτά, δεν θα υπάρχει καμμία αλληλουχία ή προαπαιτούμενα μαθήματα (επίσης ισχύει σήμερα). Για την προετοιμασία για τις εξετάσεις, θα μπορούν οι φοιτητές είτε να παρακολουθούν μαθήματα στο πανεπιστήμιο που έχουν εισαχθεί αν το επιθυμούν (όπως και σήμερα), όποτε θέλουν (όπως και σήμερα), στο ίδιο ή σε άλλο πανεπιστήμιο, είτε στο ίντερνετ, είτε να διαβάσουν μόνοι τους, είτε με οποιοδήποτε άλλον τρόπο θεωρούν κατάλληλο. Μάλιστα, για να προσαρμόσουμε το σύστημα αυτό στην κρατούσα στην χώρα μας λογική της ομοιομορφίας και της «αξιοκρατίας» του συστήματος ΑΣΕΠ, οι εξετάσεις αυτές θα μπορούν να οργανώνονται πανελλαδικά για κάθε μάθημα υπό την εποπτεία του ΑΣΕΠ. Έτσι, θα επιτευχθεί και στην πράξη ένας άλλος στόχος της ελληνικής κοινωνίας ότι όλα τα πτυχία όλων των πανεπιστήμιων είναι ισότιμα, ανεξάρτητα από τους καθηγητές που διδάσκουν ή από την έδρα του πανεπιστημίου (όπως συμβαίνει και σήμερα).

Ετσι, ενώ όλα θα λειτουργούσαν όπως και σήμερα, θα είχαμε μια σειρά από βελτιώσεις, μερικές από τις οποίες καταγράφω στην συνέχεια:

·      Θα έπαυε η υποκρισία του ελάχιστου χρόνου σπουδών. Δεν προσαρμοζόμαστε μέχρι σήμερα στα διεθνή πρότυπα των τριετών προπτυχιακών σπουδών για «να μην υποθαθμιστούν τα πτυχία μας». Ετσι, κάναμε τις σπουδές στα ΤΕΙ τετραετείς για να γίνουν «ανώτατα». Ζητάμε να γίνει Μάστερ το πτυχίο των μηχανικών γιατί οι σπουδές είναι πενταετείς. κ.λ.π. Αυτά όλα θα έπαυαν να υφίστανται ως προβλήματα και ως αιτήματα

·      Θα περιοριζόταν σημαντικά η αντιγραφή στις εξετάσεις, η συμμετοχή σ’ αυτές «δι’ έμπειρου αντιπροσώπου» και η «προνομιακή μεταχείριση» συγκεκριμένων φοιτητών

·      Θα περιοριζόταν η επιρροή παραγόντων της δημόσιας ζωής στην «εξυπηρέτηση» φοιτητών με παρέμβαση σε καθηγητές για ευνοϊκή βαθμολόγηση. (Αναρωτιέμαι αν υπάρχει καθηγητής πανεπιστημίου, ο οποίος δεν έχει εμπειρία από επικοινωνία για τέτοια μεταχείριση κάποιων φοιτητών του)

·      Οι όποιες καταλήψεις δεν θα επηρέαζαν σε τίποτα την εξεταστική διαδικασία

·      Δεν θα χρειάζεται οι Υπουργοί να προβαίνουν σε τόσο μειωτικές για τους ίδιους – αλλά  και για το εκπαιδευτικό σύστημα – ρυθμίσεις, όπως αυτή που αναφέρθηκε στην εισαγωγή

·      Οι εκλογές και οι προαγωγές των καθηγητών θα στηρίζονται αποκλειστικά στην ερευνητική τους δραστηριότητα (άλλωστε έτσι γίνεται και σήμερα, αφού σπανίως ή ποτέ δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν η διδακτική ικανότητα των υποψηφίων)

·      Θα αντιμετωπισθεί και άλλη μία παγκόσμια πρωτοτυπία του ελληνικού πανεπιστήμιου, να μπορεί ο φοιτητής που έχει εξετασθεί με επιτυχία σε κάποιο μάθημα να επανεξετάζεται μετά από ένα ή δύο χρόνια στο ίδιο μάθημα για «βελτίωση βαθμολογίας».

Θα μπορούσε να υιοθετηθεί και η πρακτική Oxford-Cambridge με μία μόνο εξέταση στο τέλος του πρώτου έτους και με μία συνολική εξέταση στο τέλος των σπουδών. Μάλιστα, αυτό θα μπορούσαμε να το προχωρήσουμε ένα ακόμη βήμα και να μην υπάρχει εξέταση στο τέλος του πρώτου έτους (που έτσι κι’ αλλιώς με τα σημερινά δεδομένα είναι ανύπαρκτη από άποψη ουσίας), αλλά μόνο στο τέλος των σπουδών. Αυτό έχει έννοια με δεδομένο ότι στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν υπάρχουν ούτε προαπαιτούμενα, ούτε αλληλουχίες μαθημάτων. Μπορεί δηλαδή, ένας φοιτητής στο τέλος των σπουδών του να εξετασθεί σε βασικό μάθημα του πρώτου έτους για να αποκτήσει το πτυχίο του.

Η ρεαλιστική αυτή αποδοχή του σημερινού status quo, θα μπορούσε να οδηγήσει και στην αντιμετώπιση δύο άλλων προβλημάτων που ταλανίζουν επί δεκαετίες την εκπαίδευση της χώρας και εκατοντάδες χιλιάδες οικογενειών. Την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια και την  χορήγηση επαγγελματικών δικαιωμάτων στους αποφοίτους πανεπιστημίων και ΤΕΙ.

Β2. Κατάργηση των Πανελλαδικών Εξέτασεων για Εισαγωγή στα πανεπιστήμια


Με δεδομένο ότι οι εξετάσεις για την απόκτηση του πτυχίου θα είναι «αντικειμενικές», (όπως άλλωστε θεωρείται σήμερα ότι ισχύει σήμερα με τις πανελλαδικές εξετάσεις), δεν θα είχε πλέον έννοια να υπάρχουν εξετάσεις για εισαγωγή στα πανεπιστήμια. Όποιος τελειώνει το Λύκειο θα μπορεί να εγγράφεται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς κανένα προαπαιτούμενο, αφού στην συνέχεια, για να αποκτήσει πτυχίο, θα πρέπει να πετύχει στις αντικειμενικές και αξιόπιστες πανελλαδικές εξετάσεις για την απόκτηση του πτυχίου. Έτσι θα έχουμε μια ακόμα σειρά πλεονεκτημάτων όπως για παράδειγμα:

·      Θα καταργούντο ντε φάκτο (και όχι με νόμο), τα φροντιστήρια για εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο

·      Θα ελαφρύνονταν σημαντικά οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί, κάτι που θα προκαλούσε ανακούφιση σε δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά, ειδικά με τα σημερινά δεδομένα

·      Θα μειωνόταν το άγχος των μαθητών

·      Θα επιτυγχάνετο ένας ακόμη στόχος, αυτός του Λυκείου ως αυτοτελούς εκπαιδευτικής μονάδας.

Β3. Επαγγελματικά Δικαιώματα


Με μια μικρή παραλλαγή στα παραπάνω, θα μπορούσε να λυθεί και ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που ταλανίζει την ελληνική κοινωνία επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες, αυτό των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Ως αρμόδιος Υφυπουργός, έκανα την μεγαλύτερη ίσως προσπάθεια που έχει γίνει στον τομέα αυτό και κατέθεσα 25 σχέδια Προεδρικών Διαταγμάτων που έδιναν επαγγελματικά δικαιώματα στους απόφοιτους ΤΕΙ, ενώ ταυτόχρονα είχα ξεκινήσει διαδικασία ουσιαστικής λύσης του προβλήματος με την δημιουργία διευρυμένων φορέων υπευθύνων για την απονομή επαγγελματικών δικαιωμάτων. Και αυτή η προσπάθεια έμεινε στην μέση μετά την αποχώρησή μου και κανείς δεν έχει ασχοληθεί πλέον με το θέμα αυτό.

Αφού λοιπόν το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να λύσει με δίκαιο τρόπο ένα τεράστιο πρόβλημα που δημιούργησε το ίδιο με την πληθωρική ίδρυση ιδρυμάτων και τμημάτων, ίσως είναι καιρός η λύση να δοθεί με άλλο τρόπο.

Στις πανελλήνιες εξετάσεις για την απόκτηση πτυχίου που περιέγραψα παραπάνω, μέρος της εξέτασης θα μπορούσε να να αφορά και την  απονομή επαγγελματικών δικαιωμάτων (έτσι κι’ αλλιώς και σήμερα με εξετάσεις χορηγούνται σε όποια επαγγέλματα αυτό γίνεται). Δηλαδή, ταυτόχρονα με το πτυχίο θα χορηγούνται και επαγγελματικά δικαιώματα. Αυτό θα έλυνε αυτόματα και την διαμάχη Πανεπιστημίων και ΤΕΙ για την ποιότητα των σπουδών που προσφέρουν αφού οι εξετάσεις θα ήταν οι ίδιες για όλους.

Λόγω της επανάληψης των εξετάσεων, θα είχαν την ευχέρεια όσοι ήθελαν να αποκτήσουν επαγγελματικά δικαιώματα και απέτυχαν, να επαναλάβουν την προσπάθεια αυτή χωρίς μεγάλες χρονικές καθυστερήσεις.

Β4. Διορισμοί στο Δημόσιο


Η ίδια εξέταση θα μπορούσε να χρησιμοποιείται και για τους διορισμούς στο δημόσιο τόσο υπαλλήλων όσο και εκπαιδευτικών (όποτε με το καλό ξαναγίνουν). Αλλωστε με πανελλήνιες εξετάσεις και με την εποπτεία του ΑΣΕΠ γίνονταν και μέχρι τώρα (και με ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής μάλιστα).

Επίλογος

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ουσιαστικά μιλάμε για την μετατροπή όλων των πανεπιστημίων σε ανοικτά πανεπιστήμια μιας ειδικής μορφής. Αντί δηλαδή να μετατραπεί το ένα και μοναδικό ανοικτό πανεπιστήμιο σε σύνηθες πανεπιστήμιο (όπως ζητούν πολλοί), να γίνει ακριβώς το αντίθετο.

Είναι φανερό ότι το προτεινόμενο σύστημα έχει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού που ισχύει σήμερα, είναι όμως για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, περισσότερο απλό, οικονομικό, και –κυρίως-έντιμο. Θα  μπορούσα να προσθέσω πολλά ακόμα που συνηγορούν στην υιοθέτηση ενός τέτοιου συστήματος, με βάση πάντα τις απαιτήσεις που φαίνεται να έχουν οι φοιτητές και ίσως η κοινωνία γενικώτερα. Μια προφανής αδυναμία είναι ότι ένα τέτοιο σύστημα δεν υφίσταται σε κάποια άλλη χώρα. Σε μία τέτοια ένσταση η απάντηση θα μπορούσε να είναι: μήπως γνωρίζει κανείς εάν οποιαδήποτε άλλη χώρα έχει διανοηθεί να υιοθετήσει οτιδήποτε μοιάζει έστω και κατά προσέγγιση στο υφιστάμενο σήμερα στην χώρα μας σύστημα; Είναι μία πρόταση που δεν μου αρέσει, αλλά αν θέλουμε εξετάσεις über alles, είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μας.