Πολλά
μέσα ενημέρωσης κάνουν αναφορά στο γεγονός ότι είναι η πρώτη φορά από
το 1988 που η ΟΛΜΕ προκηρύσσει απεργία μέσα στις πανελλήνιες εξετάσεις.
Οι αναφορές στην απεργία του 1988 και τον τρόπο που λύθηκε, είναι
αποσπασματικές και ανακριβείς. Γράφεται από πολλούς π.χ. ότι η απεργία
σταμάτησε όταν τα δικαστήρια την κήρυξαν παράνομη και καταχρηστική, αφού
είχαν παραιτηθεί δύο υπουργοί (Α. Τρίτσης και Α. Κακλαμάνης) εξ αιτίας
της. Δεν εχω δει κάπου να αναφέρεται ότι η απεργία λύθηκε επί υπουργίας
Γ. Παπανδρέου, μετά από εξαντλητικό διάλογο με αμοιβαίες υποχωρήσεις και
όχι με δικαστική απόφαση.
Εχοντας προσωπική εμπειρία στο θέμα αφού διαχειρίστηκα από πλευράς
Υπουργείου Παιδείας την διαπραγμάτευση με την ΟΛΜΕ (ως Γενικός
Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ τότε), θέλω να καταγράψω ορισμένες αναμνήσεις, τόσο
για την ιστορική αλήθεια, αλλά και για την άντληση, πιθανόν, ορισμένων
χρήσιμων συμπερασμάτων. Δυστυχώς, δεν έχω κρατήσει σημειώσεις ή
ντοκουμέντα και ό,τι ακολουθεί αποτελεί ανάκληση από μνήμες της εποχής
εκείνης. Ισως και άλλοι που έπαιξαν ρόλο τότε, ή έχουν σχετικό υλικό, να
μπορούν να συνεισφέρουν για την καλύτερη ιστορική αποτύπωση.
Η προηγηθείσα κατάσταση
Η απεργία είχε αρχίσει όταν
υπουργός ήταν ο Α Τρίτσης. Ο ΑΤ παραιτήθηκε, όχι λόγω της απεργίας της
ΟΛΜΕ αλλά λόγω της σύγκρουσης με την εκκλησία για το θέμα της
εκκλησιαστικής περιουσίας (κρίση που επίσης έκλεισε επί υπουργίας Γ.
Παπανδρέου μετά από διαπραγματεύσεις με τον μακαριστό Σεραφείμ και τον
σύμβουλό του Γιώργο Λιλαίο. Η διαπραγμάτευση αυτή, εξ ίσου ιστορική και
ενδιαφέρουσα, ίσως αποτελέσει αντικείμενο μιας χωριστής ανάρτησης).
Μετά την παραίτηση του Α. Τρίτση ανέλαβε ως μεταβατικός υπουργός ο Α.
Κακλαμάνης (αν θυμάμαι καλά, ήταν ηδη υπουργός σε άλλο υπουργείο).
Η Υπουργία Παπανδρέου και η διαπραγμάτευση
Στα
τέλη Ιουνίου -μέσα σε ένα πλήρες αδιέξοδο με την απεργία της ΟΛΜΕ-
αναλαμβάνει υπουργός Παιδείας ο Γ. Παπανδρέου. Εγώ τοποθετούμαι Γενικός
Γραμματέας του Υπουργείου.
Η πρώτη ενέργεια της νέας ηγεσίας ήταν η αντιμετώπιση της απεργίας. Το
μεσημέρι, καλέσαμε στην αίθουσα συσκέψεων (που ήταν δίπλα στο γραφείου
του Υπουργού) στην Μητροπόλεως την ηγεσία της ΟΛΜΕ. Μετά από διάλογο που
κράτησε επί μερικές ώρες κατά την διάρκεια του οποίου τέθηκαν στο
τραπέζι όλα τα αιτήματα της ΟΛΜΕ και οι θέσεις της κυβέρνησης, ο Γ.
Παπανδρέου πρότεινε να συνεχιστεί η διαπραγμάτευση στα επί μέρους θέματα
με εμένα ως εκπρόσωπο του Υπουργείου και την ΟΛΜΕ. Ταυτόχρονα όμως είπε
και το εξής: Δεν θα φύγει κανείς από του Υπουργείο αν δεν λυθεί το
πρόβλημα. Δεν είμαι σίγουρος οτι το πίστεψαν πολλοί. Ούτε οι
δημοσιογράφοι που ήταν απ' έξω.
Ο διάλογος συνεχίστηκε με ανταλλαγή απόψεων σε όλες τις λεπτομέρειες
και τα αιτήματα της ΟΛΜΕ. Τα θέματα ήταν πολλά. Από την πλευρά μου,
τέθηκε ως όρος ότι, οποιαδήποτε συμφωνία σε επι μέρους αίτημα δεν θα
είναι δεσμευτική για καμιά πλευρά αν δεν υπήρχε πλήρης συμφωνία σε όλα
τα θέματα.
Η συζήτηση γενικά ήταν ήρεμη. Υπήρχαν και στιγμές έντασης αλλά χωρίς να
ξεπεραστούν τα όρια. (Οι περισσότερες εντάσεις σημειώθηκαν λόγω
φυσιολογικών διαφορών μεταξύ των παρατάξεων της ΟΛΜΕ).
Οταν πλησίασαν
μεσάνυκτα, η ΟΛΜΕ πρότεινε να διακοπεί η συνάντηση για την επόμενη
μέρα. Δεν το δέχθηκα και συνεχίσαμε. Παρά την κούραση, όλοι έδειχναν οτι
ήθελαν να βρεθεί λύση. Καμιά πλευρά δεν είχε την πολυτέλεια να καταστεί
υπεύθυνη για μια αποτυχία. Ξεκινήσαμε από τα ευκολότερα θέματα και
προχωρούσαμε στα δυσκολότερα. Σταδιακά βρίσκονταν λύσεις. Η ηγεσία της
ΟΛΜΕ έδειχνε υπευθυνότητα κάνοντας υποχωρήσεις σε θέματα που τις
προηγούμενες μέρες ήταν γι' αυτούς αδιαπραγμάτευτα. Αυτό όμως έγινε αφού
πείσθηκαν ότι και η κυβέρνηση ήταν ειλικρινής στον διάλογο.
Σε όλα τα στάδια της διαπραγμάτευσης ενημέρωνα τον Υπουργό για επικύρωση
των επί μέρους συμφωνιών στις οποίες καταλήγαμε με την ΟΛΜΕ.
Τις
πρώτες πρωινές ώρες και ενώ όλα έδειχναν ότι πλησιάζαμε σε ένα θετικό
αποτέλεσμα, υπήρξε εμπλοκή σε ένα ζήτημα. Ηταν σε ένα από τα οικονομικά
αιτήματα που η ηγεσία της ΟΛΜΕ έδειχνε ότι ήταν σε πολύ δυσχερή θέση να
υποχωρήσει και η κυβέρνηση δεν είχε περιθώρια να δεχθεί. Προκειμένου να
αποφευχθεί το αδιέξοδο, προτείναμε όπως κάποιο ποσόν που πλησίαζε στα
αιτήματα των καθηγητών, δοθεί ως χρηματοδότηση βιβλιοθήκης των
καθηγητών. Τα χρήματα όμως δεν θα δίνονταν στους καθηγητές με μορφή
επιδόματος, αλλά με μορφή κουπονιών που θα μπορούσαν να ανταλλάξουν με
βιβλία σε βιβλιοπωλεία. Η ηγεσία της ΟΛΜΕ ζήτησε κάποιο χρόνο για να
υπάρξουν συνεννοήσεις με τις τοπικές ΕΛΜΕ μια και αυτό δεν ήταν από τα πράγματα
που είχαν συζητηθεί προηγουμένως. Αυτό και έγινε. Σε μερικές ώρες και με
μεγάλη δυσκολία φθάσαμε σε συμφωνία. Τότε ζήτησα εγώ κάποιο χρόνο για
να πάρουμε τελική έγκριση από το Υπουργείο Οικονομικών για την συνολική
συμφωνία. Η έγκριση δόθηκε (και πάλι με δυσκολία) και έτσι σταμάτησε η
απεργία.
Πολλά ελέχθησαν μετά από την λήξη της απεργίας. Αλλοι μίλησαν για
"προίκα Παπανδρέου" (που φυσικά δεν υπήρχε) και άλλοι για "ξεπούλημα της
ηγεσίας της ΟΛΜΕ" (πράγμα επίσης άδικο γιατί νομίζω ότι πέτυχαν ό,τι
καλύτερο μπορούσαν, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας οι συνέπειες για τους
καθηγητές θα ήταν πολύ χειρότερες από οποιαδήποτε συμφωνία).
Τα μαθήματα
Είναι δύσκολο να κάνει κανείς συγκρίσεις του
τότε με το τώρα. Και δεν θα το επιχειρήσω για να μην αδικήσω κανένα.
Ομως υπάρχουν μερικές επισημάνσεις που μπορώ να κάνω.
-Καθοριστικής
σημασίας ήταν νομίζω η δέσμευση και των δύο πλευρών να μην φύγουμε χωρίς
συμφωνία. Δεν ξέρω αν είχαν γίνει προηγουμένως -ή έχουν γίνει από τότε-
τέτοιες διαπραγμαστεύσεις που να ξεκινούν το μεσημέρι της μιας μέρας
και να τελειώνουν το μεσημέρι της άλλης. Πέραν των άλλων, οι ατέλειωτες
ώρες διαπραγμάτευσης βοήθησαν στο να γίνει πιο ανθρώπινη η επικοινωνία
ανάμεσα στις δύο πλευρές.
-Εγιναν λάθη; Πιθανότατα ναι. Ηταν όμως τόσο σημαντικά που η αποφυγή
τους έπρεπε να οδηγήσει τον διάλογο σε αποτυχία; Δεν το νομίζω.
-Πέρα
από οτιδήποτε άλλο όμως, νομίζω ότι η συμφωνία αυτή εβαλε μια άλλη
διάσταση. Την δημιουργία βιβλιοθήκης των εκπαιδευτικών -όχι με την μορφή
επιδόματος που εκ των πραγμάτων θα πήγαινε σε άλλες ανάγκες και όχι σε
βιβλία).
Τέλος, μια προσωπική εξομολόγηση: Στην ηγεσία του Υπουργείου
Παιδείας βρέθηκα άλλες δύο φορές στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Με την
ηγεσία της ΟΛΜΕ διαφωνούσα σε αναρίθμητα θέματα (Οπως διαφωνώ και την σημερινή επιλογή τους). Η εμπειρία όμως του
Ιουνίου του '88 με έκανε πάντα να προσπαθώ να βρω λύσεις μαζί τους και
όχι να πηγαίνω σε συγκρούσεις. Και πάντα αυτό συνέβαινε στα θέματα για
τα οποία είχα την ευθύνη, κυρίως των Πανελληνίων εξετάσεων. Γι' αυτό και
η χειρότερη στιγμή της τελευταίας (υπουργικής) θητείας μου δεν είχε να
κάνει με τις επιθέσεις που δέχτηκα από πρυτάνεις και εφημερίδες στην
προσπάθεια αλλαγών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ηταν όταν, από κακό
κυβερνητικό χειρισμό, φάνηκα ασυνεπής στην άτυπη συμφωνία με την ηγεσία
της ΟΛΜΕ για τις αποζημιώσεις των καθηγητών στις εξετάσεις του 2010.
Κατι για το οποίο ανέλαβα την πλήρη ευθύνη (έστω και αν δεν ήταν δική
μου). Το περιστατικό αυτό όμως είχε και μια ευχάριστη πλευρά στο τέλος.
Οτι οι σχέσεις μου με τους καθηγητές δεν άλλαξαν. Θέλω να πιστεύω οτι
είχαν πεισθεί για την ειλικρίνεια μου. Και το 2012, εν μέσω περικοπών,
φρόντισα να διορθωθεί εν μέρει η αδικία του 2011. (Παρά την μείωση του
συνολικού κόστους των εξετάσεων κατα 2 περίπου εκ. ευρώ). Χωρίς
ανακοινώσεις ή δηλώσεις.
Tuesday, May 14, 2013
Η απεργία της ΟΛΜΕ στις Πανελλήνιες Εξετάσεις του 1988. Μερικές μνήμες
Tuesday, April 16, 2013
Οι αδυναμίες της Δι@ύγειας
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρόγραμμα Διαύγεια βελτίωσε σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα. Η υποχρέωση των οργάνων διοίκησης να αναρτούν τις αποφάσεις τους που προκαλούν οικονομικές συνέπειες έχει κάνει όλα τα στελέχη περισσότερο προσεκτικά στην άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών τους.
Ο σχολιασμός των αδυναμιών της Διαύγειας συνήθως επικεντρώνεται στους οργανισμούς, οι οποίοι δεν δημοσιοποιούν τις οικονομικές πράξεις που πραγματοποιούν.
Είναι όμως καιρός νομίζω να αναφερθεί δημόσια μια ουσιαστική αδυναμία της εφαρμογής αυτής. Η αδυναμία είναι ότι τα έγγραφα που αναρτώνται δεν είναι εύκολα “searchable”. Έτσι, ενώ μπορεί κανείς να πάρει μια εικόνα από τον τρόπο διάθεσης των πόρων διαφόρων οργανισμών, ανά οργανισμό και ανά πρόσωπο ευθύνης, δεν έχει την δυνατότητα να διερευνήσει πλήρως τα διαθέσιμα στοιχεία με τρόπο φιλικό προς τον πολίτη.
Σε πολλές άλλες χώρες (π.χ. Μεγάλη Βρετανία) οι κοινωνίες των πολιτών διαμαρτύρονται για την ανάρτηση των εγγράφων με μορφή pdf, ισχυριζόμενες ότι αυτό το κάνει η κρατική γραφειοκρατία για να εμποδίσει τους πολίτες από το να έχουν μια πλήρη και εύκολη πρόσβαση στα δεδομένα. Οι διαμαρτυρίες αυτές έχουν οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση της κατάστασης.
Για να δώσω ένα απλό παράδειγμα, μπορεί π.χ. κάποιος να βρει τις αποφάσεις χρηματοδότησεων σε Πανεπιστήμια που είχα υπογράψει ως Υφυπουργός Παιδείας, μεμονωμένα. Δεν μπορεί όμως να δεί αθροιστικά τις χρηματοδοτήσεις του 2009 που αφορούσαν το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και να τις συγκρίνει με αυτές κάποιου άλλου Πανεπιστημίου (π.χ. του Πειραιώς). Τετοιας μορφής συγκρίσεις –και φυσικά σε πολύ σημαντικότερα θέματα όπως π.χ. αναθέσεις έργων– θα επέτρεπαν στους πολίτες να αξιολογούν τους πολιτικούς σε όλα τα επίπεδα με ουσιαστικό τρόπο και όχι με τις ατάκες σε τηλεοπτικούς διαξιφισμούς και στο twitter.
Από την εποχή που ήμουν υπεύθυνος του OpenGov είχα επισημάνει το πρόβλημα αυτό. Δυστυχώς, οι μεγάλες προσπάθειες που γίνονταν την εποχή εκείνη, κυρίως εθελοντικά, σε πολλούς τομείς της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης δεν επέτρεψαν την βελτίωση αυτή.
Κίνητρο για την ανάρτηση αυτή μου έδωσε η δημοσιοποίηση από τα Wikileaks των «τηλεγραφημάτων του Kissinger» (“Kissinger Cables”). Πρόκειται για μία συλλογή 1,7 εκατομμυρίων ανταλλαγών διπλωματικών μηνυμάτων από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Το ενδιαφέρον στην περίπτωση αυτή είναι ότι τα στοιχεία αυτά είχαν γίνει διαθέσιμα και προσβάσιμα σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδίκτυο από το National Archives and Records Administration το 2006! Η μορφή όμως με την οποία ήταν διαθέσιμα δεν επέτρεπε την αξιοποίησή τους, όπως συνέβη μετά την προσπάθεια από τα Wikileaks. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ντοκουμέντα, τα οποία είχαν περάσει απαρατήρητα, να είναι σήμερα διαθέσιμα σε όλους τους πολίτες της υφηλίου και να έχουν προκαλέσει πολλές σημαντικές αποκαλύψεις.
Οι κυβερνήσεις έχουν υποχρέωση απέναντι στους πολίτες να προχωρήσουν οι ίδιες στις ενέργειες που απαιτούνται για να κάνουν τα στοιχεία όχι μόνο διαθέσιμα σε ηλεκτρονική μορφή, αλλά και εύκολα προσβάσιμα στους πολίτες. Αυτόν τον ρόλο δεν πρέπει να τον επωμίζεται μόνο η κοινωνία των πολιτών ή οργανώσεις διαφάνειας όπως τα Wikileaks. Οι φορολογούμενοι πολίτες έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τις κυβερνήσεις τους την ενημέρωση αυτή.
Ο σχολιασμός των αδυναμιών της Διαύγειας συνήθως επικεντρώνεται στους οργανισμούς, οι οποίοι δεν δημοσιοποιούν τις οικονομικές πράξεις που πραγματοποιούν.
Είναι όμως καιρός νομίζω να αναφερθεί δημόσια μια ουσιαστική αδυναμία της εφαρμογής αυτής. Η αδυναμία είναι ότι τα έγγραφα που αναρτώνται δεν είναι εύκολα “searchable”. Έτσι, ενώ μπορεί κανείς να πάρει μια εικόνα από τον τρόπο διάθεσης των πόρων διαφόρων οργανισμών, ανά οργανισμό και ανά πρόσωπο ευθύνης, δεν έχει την δυνατότητα να διερευνήσει πλήρως τα διαθέσιμα στοιχεία με τρόπο φιλικό προς τον πολίτη.
Σε πολλές άλλες χώρες (π.χ. Μεγάλη Βρετανία) οι κοινωνίες των πολιτών διαμαρτύρονται για την ανάρτηση των εγγράφων με μορφή pdf, ισχυριζόμενες ότι αυτό το κάνει η κρατική γραφειοκρατία για να εμποδίσει τους πολίτες από το να έχουν μια πλήρη και εύκολη πρόσβαση στα δεδομένα. Οι διαμαρτυρίες αυτές έχουν οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση της κατάστασης.
Για να δώσω ένα απλό παράδειγμα, μπορεί π.χ. κάποιος να βρει τις αποφάσεις χρηματοδότησεων σε Πανεπιστήμια που είχα υπογράψει ως Υφυπουργός Παιδείας, μεμονωμένα. Δεν μπορεί όμως να δεί αθροιστικά τις χρηματοδοτήσεις του 2009 που αφορούσαν το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και να τις συγκρίνει με αυτές κάποιου άλλου Πανεπιστημίου (π.χ. του Πειραιώς). Τετοιας μορφής συγκρίσεις –και φυσικά σε πολύ σημαντικότερα θέματα όπως π.χ. αναθέσεις έργων– θα επέτρεπαν στους πολίτες να αξιολογούν τους πολιτικούς σε όλα τα επίπεδα με ουσιαστικό τρόπο και όχι με τις ατάκες σε τηλεοπτικούς διαξιφισμούς και στο twitter.
Από την εποχή που ήμουν υπεύθυνος του OpenGov είχα επισημάνει το πρόβλημα αυτό. Δυστυχώς, οι μεγάλες προσπάθειες που γίνονταν την εποχή εκείνη, κυρίως εθελοντικά, σε πολλούς τομείς της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης δεν επέτρεψαν την βελτίωση αυτή.
Κίνητρο για την ανάρτηση αυτή μου έδωσε η δημοσιοποίηση από τα Wikileaks των «τηλεγραφημάτων του Kissinger» (“Kissinger Cables”). Πρόκειται για μία συλλογή 1,7 εκατομμυρίων ανταλλαγών διπλωματικών μηνυμάτων από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Το ενδιαφέρον στην περίπτωση αυτή είναι ότι τα στοιχεία αυτά είχαν γίνει διαθέσιμα και προσβάσιμα σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδίκτυο από το National Archives and Records Administration το 2006! Η μορφή όμως με την οποία ήταν διαθέσιμα δεν επέτρεπε την αξιοποίησή τους, όπως συνέβη μετά την προσπάθεια από τα Wikileaks. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ντοκουμέντα, τα οποία είχαν περάσει απαρατήρητα, να είναι σήμερα διαθέσιμα σε όλους τους πολίτες της υφηλίου και να έχουν προκαλέσει πολλές σημαντικές αποκαλύψεις.
Οι κυβερνήσεις έχουν υποχρέωση απέναντι στους πολίτες να προχωρήσουν οι ίδιες στις ενέργειες που απαιτούνται για να κάνουν τα στοιχεία όχι μόνο διαθέσιμα σε ηλεκτρονική μορφή, αλλά και εύκολα προσβάσιμα στους πολίτες. Αυτόν τον ρόλο δεν πρέπει να τον επωμίζεται μόνο η κοινωνία των πολιτών ή οργανώσεις διαφάνειας όπως τα Wikileaks. Οι φορολογούμενοι πολίτες έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τις κυβερνήσεις τους την ενημέρωση αυτή.
Friday, April 12, 2013
Οι «Αιώνιοι» Φοιτητές και η πρόσθετη «Πτυχιακή»
Για μια ακόμα φορά την τελευταία δεκαετία το θέμα των «αιωνίων» φοιτητών φαίνεται να απασχολεί τα πανεπιστήμια, αλλά και την κοινή γνώμη. Παρουσιάζονται διάφοροι αριθμοί και διατυπώνονται απόψεις για το αν αυτοί επιβαρύνουν οικονομικά τα ιδρύματα ή αν επιβαρύνουν το κύρος τους.
Φοβάμαι ότι και πάλι η συζήτηση και τα επιχειρήματα που διατυπώνονται αποπροσανατολίζουν από το ουσιαστικό πρόβλημα.
Το καίριο ερώτημα «Γιατί έχουμε τόσους πολλούς λιμνάζοντες φοιτητές;» δεν νομίζω ότι απασχολεί την συζήτηση αυτή. Έχουμε δηλαδή μια ακόμα περίπτωση όπου η συζήτηση επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση του αποτελέσματος και όχι των αιτιών που προκαλούν το πρόβλημα.
Κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο πρόβλημα και η αιτία που το δημιουργεί είναι τα προγράμματα σπουδών των πανεπιστημίων. Στα περισσότερα από αυτά δεν υπάρχει αλληλουχία μαθημάτων που να τηρείται, αλλά ούτε και διαδικασίες που να παρακολουθούν την πορεία των σπουδών των φοιτητών. Οι πανεπιστημιακές σπουδές επικεντρώνονται σε μια σειρά ατελείωτων εξετάσεων, που οι φοιτητές προσπαθούν να «περάσουν» τα μαθήματα με όποιο τρόπο και τεχνική μπορούν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της νοοτροπίας αυτής που δυστυχώς τελευταία υιοθετήθηκε και από το Υπουργείο Παιδείας, ήταν η λεγόμενη «πρόσθετη πτυχιακή». Σύμφωνα με τους εμπνευστές της, αυτή δόθηκε για να διευκολυνθούν οι φοιτητές που είχαν οικονομικές δυσκολίες και βρίσκονταν κοντά στην λήψη του πτυχίου ώστε να τις ολοκληρώσουν και να αποκτήσουν το πτυχίο.
Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα;
Η έννοια του φοιτητή «επί πτυχίω» έχει χάσει τον παραδοσιακό ορισμό της. Σε παλαιότερες εποχές, αλλά και σε όλα τα ιδρύματα του κόσμου, οι φοιτητές έχουν υποχρέωση κάθε εξάμηνο να ολοκληρώνουν με επιτυχία έναν ορισμένο αριθμό μαθημάτων προκειμένου να συνεχίσουν στο επόμενο εξάμηνο. Στην Ελλάδα αυτό έχει καταργηθεί. Όταν ο φοιτητής συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο σπουδών (π.χ. 4 έτη στα τετραετή προγράμματα), τότε αυτόματα θεωρείται φοιτητής «επί πτυχίω», χωρίς καμιά άλλη προυπόθεση. Αυτό γίνεται έστω και αν π.χ. δεν έχει περάσει ούτε ένα μάθημα στα 4 χρόνια των «σπουδών»! Μπορεί ακόμα να έχει περάσει μαθήματα του τέταρτου έτους του ενδεικτικού προγράμματος σπουδών, χωρίς να έχει περάσει τα βασικά μαθήματα του πρώτου έτους σπουδών! Επίσης, σε κάθε εξάμηνο σπουδών οι φοιτητές μπορούν να εγγράφονται σε ένα υπερβολικά υψηλό αριθμό μαθημάτων, χωρίς καμιά πρόβλεψη ή αντιστοίχιση με την μέχρι τότε απόδοσή τους στις σπουδές. Έτσι, οι φοιτητές εκ των πραγμάτων οδηγούνται στην πρακτική να δίνουν σημασία αποκλειστικά στις «τελικές» εξετάσεις και στην επανάληψή τους όσο το δυνατόν περισσότερες φορές.
Τι έγινε λοιπόν με την τελευταία ρύθμιση του Υπουργείου Παιδείας για πρόσθετη «πτυχιακή» εξεταστική περίοδο;
Όλοι οι φοιτητές, οι οποίοι είχαν συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο από την πρώτη εγγραφή τους, είχαν την ευχέρεια να εξεταστούν σε ΟΛΑ τα μαθήματα του προγράμματος σπουδών του τμήματός τους, σε μια μόνο εξεταστική περίοδο, ανεξάρτητα από την μέχρι τότε πορεία και απόδοσή τους. Θα μπορούσε δηλαδή θεωρητικά ένας νέος να αποκτήσει πανεπιστημιακό πτυχίο σε μία μόνο εξεταστική περίοδο, χωρίς να έχει παρακολουθήσει οποιοδήποτε μάθημα, με μόνη προϋπόθεση να έχουν παρέλθει τέσσερα χρόνια από την αρχική εγγραφή του στο πανεπιστήμιο!
Είναι προφανές ότι, απαραίτητη προϋπόθεση για την βελτίωση των πανεπιστημιακών σπουδών είναι η επανεξέταση των προγραμμάτων σπουδών από τα ίδια τα ιδρύματα, όχι όσο αφορά τα μαθήματα που διδάσκονται, αλλά κυρίως στον τρόπο που διαμορφώνεται η εκπαιδευτική διαδικασία και η αξιολόγησή της. Σε αυτό το Υπουργείο Παιδείας δεν έχει –και δεν πρέπει να έχει- καμιά ανάμειξη.
Αυτό νομίζω ότι θα έπρεπε να αποτελέσει μια από τις πρώτες προτεραιότητες των συμβουλίων διοίκησης των ιδρυμάτων, σε συνεργασία φυσικά με τις πρυτανικές αρχές. Αντ’ αυτού φοβάμαι ότι έχουμε οδηγηθεί για μια ακόμα φορά σε ένα ανταγωνισμό αρμοδιοτήτων και εξουσίας μεταξύ των διαφορετικών οργάνων διοίκησης.
ΥΓ1. Στο αρχικό σχέδιο νόμου του 2011 υπήρχε η εξής απλή πρόβλεψη: κάθε φοιτητής να είναι υποχρεωμένος να εγγράφεται στην αρχή κάθε ακαδημαϊκού έτους στην σχολή του. (Όχι απλά να εγγράφεται για παραλαβή συγγραμμάτων). Όσοι φοιτητές δεν είχαν εγγραφεί σε δύο συνεχόμενα ακαδημαϊκά έτη, θα έχαναν αυτομάτως την φοιτητική τους ιδιότητα. Δεν γνωρίζω αν αυτή η πρόβλεψη συμπεριελήφθη τελικά στο σχέδιο νόμου που ψηφίστηκε ή αν καταργήθηκε μέσα στα τόσα που έχουν εν τω μεταξύ καταργηθεί. Μία τέτοια διαδικασία θα επέτρεπε σε όσους πραγματικά ενδιαφέρονταν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, να το κάνουν χωρίς ισοπεδωτικές πρακτικές διαγραφής, οι οποίες ενδεχομένως προκαλέσουν και αδικίες.
ΥΓ2. Πληροφορήθηκα τελικά ότι υπάρχει η πρόβλεψη να γίνεται εγγραφή σε κάθε εξάμηνο και να διαγράφονται όσοι δεν εγγραφούν για δύο συνεχόμενα εξάμηνα. Μάλιστα, δεν έχει καταργηθεί. Κάποιες γραμματείες προτρέπουν τους φοιτητές να το κάνουν και συγκεντρώνουν την σχετική πληροφορία, αλλά δεν έχουν προχωρήσει σε καμιά διαγραφή έως τώρα, δηλ. δεν εφαρμόζουν τον νόμο. Ο λόγος είναι ότι κανείς από την διοίκηση δεν τους έχει πει να προχωρήσουν και ότι υπάρχει «ένα παραθυράκι διφορούμενης ερμηνείας του νόμου που αφήνει την ευχέρεια στον οργανισμό να πάρει σχετική απόφαση»!!!
Φοβάμαι ότι και πάλι η συζήτηση και τα επιχειρήματα που διατυπώνονται αποπροσανατολίζουν από το ουσιαστικό πρόβλημα.
Το καίριο ερώτημα «Γιατί έχουμε τόσους πολλούς λιμνάζοντες φοιτητές;» δεν νομίζω ότι απασχολεί την συζήτηση αυτή. Έχουμε δηλαδή μια ακόμα περίπτωση όπου η συζήτηση επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση του αποτελέσματος και όχι των αιτιών που προκαλούν το πρόβλημα.
Κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο πρόβλημα και η αιτία που το δημιουργεί είναι τα προγράμματα σπουδών των πανεπιστημίων. Στα περισσότερα από αυτά δεν υπάρχει αλληλουχία μαθημάτων που να τηρείται, αλλά ούτε και διαδικασίες που να παρακολουθούν την πορεία των σπουδών των φοιτητών. Οι πανεπιστημιακές σπουδές επικεντρώνονται σε μια σειρά ατελείωτων εξετάσεων, που οι φοιτητές προσπαθούν να «περάσουν» τα μαθήματα με όποιο τρόπο και τεχνική μπορούν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της νοοτροπίας αυτής που δυστυχώς τελευταία υιοθετήθηκε και από το Υπουργείο Παιδείας, ήταν η λεγόμενη «πρόσθετη πτυχιακή». Σύμφωνα με τους εμπνευστές της, αυτή δόθηκε για να διευκολυνθούν οι φοιτητές που είχαν οικονομικές δυσκολίες και βρίσκονταν κοντά στην λήψη του πτυχίου ώστε να τις ολοκληρώσουν και να αποκτήσουν το πτυχίο.
Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα;
Η έννοια του φοιτητή «επί πτυχίω» έχει χάσει τον παραδοσιακό ορισμό της. Σε παλαιότερες εποχές, αλλά και σε όλα τα ιδρύματα του κόσμου, οι φοιτητές έχουν υποχρέωση κάθε εξάμηνο να ολοκληρώνουν με επιτυχία έναν ορισμένο αριθμό μαθημάτων προκειμένου να συνεχίσουν στο επόμενο εξάμηνο. Στην Ελλάδα αυτό έχει καταργηθεί. Όταν ο φοιτητής συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο σπουδών (π.χ. 4 έτη στα τετραετή προγράμματα), τότε αυτόματα θεωρείται φοιτητής «επί πτυχίω», χωρίς καμιά άλλη προυπόθεση. Αυτό γίνεται έστω και αν π.χ. δεν έχει περάσει ούτε ένα μάθημα στα 4 χρόνια των «σπουδών»! Μπορεί ακόμα να έχει περάσει μαθήματα του τέταρτου έτους του ενδεικτικού προγράμματος σπουδών, χωρίς να έχει περάσει τα βασικά μαθήματα του πρώτου έτους σπουδών! Επίσης, σε κάθε εξάμηνο σπουδών οι φοιτητές μπορούν να εγγράφονται σε ένα υπερβολικά υψηλό αριθμό μαθημάτων, χωρίς καμιά πρόβλεψη ή αντιστοίχιση με την μέχρι τότε απόδοσή τους στις σπουδές. Έτσι, οι φοιτητές εκ των πραγμάτων οδηγούνται στην πρακτική να δίνουν σημασία αποκλειστικά στις «τελικές» εξετάσεις και στην επανάληψή τους όσο το δυνατόν περισσότερες φορές.
Τι έγινε λοιπόν με την τελευταία ρύθμιση του Υπουργείου Παιδείας για πρόσθετη «πτυχιακή» εξεταστική περίοδο;
Όλοι οι φοιτητές, οι οποίοι είχαν συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο από την πρώτη εγγραφή τους, είχαν την ευχέρεια να εξεταστούν σε ΟΛΑ τα μαθήματα του προγράμματος σπουδών του τμήματός τους, σε μια μόνο εξεταστική περίοδο, ανεξάρτητα από την μέχρι τότε πορεία και απόδοσή τους. Θα μπορούσε δηλαδή θεωρητικά ένας νέος να αποκτήσει πανεπιστημιακό πτυχίο σε μία μόνο εξεταστική περίοδο, χωρίς να έχει παρακολουθήσει οποιοδήποτε μάθημα, με μόνη προϋπόθεση να έχουν παρέλθει τέσσερα χρόνια από την αρχική εγγραφή του στο πανεπιστήμιο!
Είναι προφανές ότι, απαραίτητη προϋπόθεση για την βελτίωση των πανεπιστημιακών σπουδών είναι η επανεξέταση των προγραμμάτων σπουδών από τα ίδια τα ιδρύματα, όχι όσο αφορά τα μαθήματα που διδάσκονται, αλλά κυρίως στον τρόπο που διαμορφώνεται η εκπαιδευτική διαδικασία και η αξιολόγησή της. Σε αυτό το Υπουργείο Παιδείας δεν έχει –και δεν πρέπει να έχει- καμιά ανάμειξη.
Αυτό νομίζω ότι θα έπρεπε να αποτελέσει μια από τις πρώτες προτεραιότητες των συμβουλίων διοίκησης των ιδρυμάτων, σε συνεργασία φυσικά με τις πρυτανικές αρχές. Αντ’ αυτού φοβάμαι ότι έχουμε οδηγηθεί για μια ακόμα φορά σε ένα ανταγωνισμό αρμοδιοτήτων και εξουσίας μεταξύ των διαφορετικών οργάνων διοίκησης.
ΥΓ1. Στο αρχικό σχέδιο νόμου του 2011 υπήρχε η εξής απλή πρόβλεψη: κάθε φοιτητής να είναι υποχρεωμένος να εγγράφεται στην αρχή κάθε ακαδημαϊκού έτους στην σχολή του. (Όχι απλά να εγγράφεται για παραλαβή συγγραμμάτων). Όσοι φοιτητές δεν είχαν εγγραφεί σε δύο συνεχόμενα ακαδημαϊκά έτη, θα έχαναν αυτομάτως την φοιτητική τους ιδιότητα. Δεν γνωρίζω αν αυτή η πρόβλεψη συμπεριελήφθη τελικά στο σχέδιο νόμου που ψηφίστηκε ή αν καταργήθηκε μέσα στα τόσα που έχουν εν τω μεταξύ καταργηθεί. Μία τέτοια διαδικασία θα επέτρεπε σε όσους πραγματικά ενδιαφέρονταν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, να το κάνουν χωρίς ισοπεδωτικές πρακτικές διαγραφής, οι οποίες ενδεχομένως προκαλέσουν και αδικίες.
ΥΓ2. Πληροφορήθηκα τελικά ότι υπάρχει η πρόβλεψη να γίνεται εγγραφή σε κάθε εξάμηνο και να διαγράφονται όσοι δεν εγγραφούν για δύο συνεχόμενα εξάμηνα. Μάλιστα, δεν έχει καταργηθεί. Κάποιες γραμματείες προτρέπουν τους φοιτητές να το κάνουν και συγκεντρώνουν την σχετική πληροφορία, αλλά δεν έχουν προχωρήσει σε καμιά διαγραφή έως τώρα, δηλ. δεν εφαρμόζουν τον νόμο. Ο λόγος είναι ότι κανείς από την διοίκηση δεν τους έχει πει να προχωρήσουν και ότι υπάρχει «ένα παραθυράκι διφορούμενης ερμηνείας του νόμου που αφήνει την ευχέρεια στον οργανισμό να πάρει σχετική απόφαση»!!!
Wednesday, April 03, 2013
H Δημιουργία Σχολών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Η ανάρτηση αυτή είναι κάπως εξειδικευμένη και αφορά εσωτερικά θέματα του Οικονομικού Πανεπιστημίου. Θεώρησα ότι ίσως έχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο νομίζω οτι πρέπει να γίνεται η συζήτηση για τέτοιας μορφής ακαδημαικά θέματα. Ως βάση έχει κείμενο που κατέθεσα στην Γενική Συνέλευση Ειδικής Σύνθεσης του Τμήματος της 29ης/3/2013.
(Δεν καταλαβαίνω γιατι εξακολουθεί και υπάρχει συνέλευση με τέτοια σύνθεση αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).
Με αφορμή τη συζήτηση και τους προβληματισμούς που έχουν αναπτυχθεί για την δημιουργία Σχολών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής:
Το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών είναι ένα μικρό ίδρυμα με σαφώς προδιαγεγραμμένο αντικείμενο. Δεδομένου ότι έχει αλλάξει πλήρως ο ρόλος της Σχολής σε σχέση με το αρχικό σχέδιο νόμου, η δημιουργία Σχολών απλώς θα δημιουργήσει νέες γραφειοκρατικές δομές χωρίς να προσθέσει τίποτα το ουσιαστικό.
Στην περίπτωση όμως που επιλεγεί η δημιουργία Σχολών, θεωρώ ότι τα υφιστάμενα τμήματα Στατιστικής και Εφαρμοσμένης Πληροφορικής θα έπρεπε να ανήκουν στην ίδια Σχολή.
Ένα άλλο θέμα που πάντοτε προκαλεί προβληματισμούς και αντιθέσεις είναι η ονομασία. Αντιλαμβάνομαι ότι το Υπουργείο Παιδείας στην πρόταση του πράγματι τοποθετεί τα τμήματα Στατιστικής και Πληροφορικής σε μία Σχολή με τίτλο Σχολή Θετικών Επιστημών. Στο θέμα του τίτλου θα επανέλθω αργότερα.
(Δεν καταλαβαίνω γιατι εξακολουθεί και υπάρχει συνέλευση με τέτοια σύνθεση αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).
Με αφορμή τη συζήτηση και τους προβληματισμούς που έχουν αναπτυχθεί για την δημιουργία Σχολών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής:
Το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών είναι ένα μικρό ίδρυμα με σαφώς προδιαγεγραμμένο αντικείμενο. Δεδομένου ότι έχει αλλάξει πλήρως ο ρόλος της Σχολής σε σχέση με το αρχικό σχέδιο νόμου, η δημιουργία Σχολών απλώς θα δημιουργήσει νέες γραφειοκρατικές δομές χωρίς να προσθέσει τίποτα το ουσιαστικό.
Στην περίπτωση όμως που επιλεγεί η δημιουργία Σχολών, θεωρώ ότι τα υφιστάμενα τμήματα Στατιστικής και Εφαρμοσμένης Πληροφορικής θα έπρεπε να ανήκουν στην ίδια Σχολή.
Ένα άλλο θέμα που πάντοτε προκαλεί προβληματισμούς και αντιθέσεις είναι η ονομασία. Αντιλαμβάνομαι ότι το Υπουργείο Παιδείας στην πρόταση του πράγματι τοποθετεί τα τμήματα Στατιστικής και Πληροφορικής σε μία Σχολή με τίτλο Σχολή Θετικών Επιστημών. Στο θέμα του τίτλου θα επανέλθω αργότερα.
Μια ιστορική αναδρομή
Όπως είναι γνωστό μέχρι το 1984 στην ΑΣΟΕΕ υπήρχαν δύο προγράμματα σπουδών, Οικονομικών και Οργάνωσης και Διοίκησης των Επιχειρήσεων. Οι τρεις καθηγητές Στατιστικής που κατείχαν αντίστοιχες έδρες, κάλυπταν τις ανάγκες της Στατιστικής για τα συγκεκριμένα προγράμματα. Η Στατιστική στην ΑΣΟΕΕ τότε εξελαμβάνετο απλώς ως εργαλείο στις επιστήμες της Οικονομίας και της Διοίκησης. Το 1984 δημιουργήθηκαν τρία τμήματα. Τα δύο ήταν η μετεξέλιξη των προαναφερθέτων προγραμμάτων σπουδών σε αυτοτελή τμήματα και το τρίτο ήταν το τμήμα Στατιστικής και Πληροφορικής. Αυτό ήταν συνέπεια της αναγνώρισης ότι το Ιδρυμα έπρεπε να δώσει έμφαση στα δύο αυτά επιστημονικά αντικείμενα αυτοτελώς. Στο τμήμα αυτό ενετάγησαν οι υπηρετούντες καθηγητές Στατιστικής. Επίσης ενετάγησαν σε αρκετοί καθηγητές οικονομετρίας (κάτι που δυσκόλεψε για κάποιο διάστημα το τμήμα να καθορίσει την φυσιογνωμία του).
Το 1989 το τμήμα αυτό χωρίστηκε σε δύο τμήματα, τμήμα Στατιστικής και τμήμα Εφαρμοσμένης Πληροφορικής. Το ίδιο έγινε και με άλλα τμήματα του Ιδρύματος. (Οι καθηγητές Οικονομετρίας του κοινού Τμήματος ενετάγησαν στο Τμήμα Εφαρμοσμένης Πληροφορικής, κάτι που επιβεβαίωσε την πλήρη διαφοροποίηση του Τμήματος Στατιστικής από τα Οικονομικά).
Με τα δεδομένα της εποχής, η απόφαση αυτή ήταν σωστή. Όπως είναι γνωστό, επί δεκαετίες και μέχρι το τέλος του προηγούμενο αιώνα οι επιστήμες ήταν άκρως εξειδικευμένες. Η ανάπτυξή τους εξαρτιόταν από την αυτοτελή βελτίωση και εξειδίκευση των επιστημονικών δραστηριοτήτων σε κάθε αντικείμενο.
Το τμήμα Στατιστικής, μοναδικό μέχρι σήμερα στην χώρα με αντικείμενο αποκλειστικά την Στατιστική, υιοθέτησε την δεκαετία του ’90 μια στρατηγική κάλυψης όλων των αντικειμένων που είναι σχετικά με την Στατιστική. Δεν έκανε καμιά πρόσληψη μέλους ΔΕΠ που το γνωστικό του αντικείμενο να συνδέεται -έστω και οριακά- με τα Οικονομικά ή με οποιαδήποτε άλλη επιστήμη που θεραπευόταν από άλλο Τμήμα του Ιδρύματος (σύμφωνα με απόφαση που είχε ληφθεί τότε και δυστυχώς δεν εφαρμόστηκε από τα υπόλοιπα Τμήματα). Καταξιώθηκε διεθνώς, τόσο λόγω του επιστημονικού του προσωπικού αλλά κυρίως λόγω των πτυχιούχων του, πολλοί από τους οποίους έγιναν δεκτοί για μεταπτυχιακές σπουδές στα καλύτερα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Μερικοί από αυτούς μάλιστα έγιναν δεκτοί απ’ ευθείας για διδακτορικό λόγω του εξαιρετικού προπτυχιακού προγράμματος που είχαν παρακολουθήσει. Ο αριθμός των πτυχιούχων της εποχήρια, αλλά μας δεν μαςλογιστικέςσής αυτής που στελεχώνουν σήμερα Αμερικανικά και Ευρωπαικά Πανεπιστήμια είναι εντυπωσιακός με οποιαδήποτε στάνταρντς.
Η ενδεχόμενη ένταξη επομένως του Τμήματος Στατιστικής σε μια Σχολή Οικονομικών Επιστημών θα αποτελούσε ένα ανεπίτρεπτο περιορισμό του ρόλου της Στατιστικής στο πανεπιστήμιό μας και επιστροφή στα δεδομένα της δεκαετίας του 70.
Η συνάφεια Στατιστικής και η Πληροφορικής
Διεθνώς, στα τέλη της δεκαετίας του 80 και η Στατιστική βρισκόταν σε ένα πεδίο αναζητήσεων. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και για μεγάλο διάστημα η Στατιστική έδωσε μεγάλη έμφαση στα Μαθηματικά, ενώ αργότερα στην δεκαετία του ’80 κινήθηκε περισσότερο προς την υπολογιστική κατεύθυνση και αργότερα προς τις εφαρμογές. Ενας από τους κορυφαίους Στατιστικούς του 20ου αιώνα που συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στον καθορισμό των τάσεων της επιστήμης, ο καθηγητής του Stanford Brad Efron, είχε επισημάνει ότι η Στατιστική θα πρέπει να συνεργάζεται εξ ίσου αποδοτικά με τα Μαθηματικά και τις επιστήμες των υπολογιστών προκειμένου να αξιοποιεί στο μέγιστο δυνατόν τις δυνατότητές της και να προσφέρει το μέγιστο δυνατόν στις άλλες επιστήμες. (http://stat-athens.aueb.gr/~jpan/volume-Panaretos/Efron.pdf).
Η έρευνα
Σήμερα η Στατιστική και η επιστήμη των υπολογιστών (αυτός είναι ο όρος που έχει επικρατήσει και όχι ο αδόκιμος όρος Πληροφορική), έχουν πολύ περισσότερα κοινά ενδιαφέροντα. Παραδοσιακά οι δύο αυτές επιστήμες είχαν μία σημαντική επικάλυψη, αλλά την τελευταία δεκαετία η προσέγγιση αυτή έχει γίνει πλησιέστερη από ποτέ. Αρκεί να αναφέρει κανείς την περιοχή του Machine Learning (Artificial Intelligence είναι ένας εναλλακτικός όρος που χρησιμοποιείται συχνά). Πρόκειται ουσιαστικά για έναν κλάδο της επιστήμης των υπολογιστών που μελετά στατιστικά προβλήματα. Η διαφορά βρίσκεται στην προσέγγιση. Η προσέγγιση του Machine Learning από τους επιστήμονες της Πληροφορικής είναι περισσότερο αλγοριθμική με στόχο την βελτιστοποίηση ενός κριτηρίου όπως για παράδειγμα ένα mean prediction error. Με αυτή την έννοια μοιάζει περισσότερο με μια προσέγγιση μαύρου κουτιού (black box approach). Για παράδειγμα δεν ενδιαφέρει να κατανοήσουμε πώς λειτουργούν τα χρηματιστήρια, αλλά ενδιαφέρει να προβλέψουμε τις διακυμάνσεις τους προκειμένου να βελτιώσουμε την οικονομική απόδοση. Η Στατιστική από το άλλο μέρος, δίνει έμφαση στα μοντέλα με στόχο να προσδιοριστούν και να καθοριστούν συγκεκριμένες κρίσιμες παράμετροι του υπό μελέτη προβλήματος, για τις οποίες υπάρχει η πεποίθηση ότι διαφωτίζουν το φαινόμενο που γίνεται προσπάθεια να μοντελοποιηθεί. Παράδειγμα αποτελεί το πρόβλημα της εκτίμησης μίας παραμέτρου β σε μια παλινδρόμηση, σε αντίθεση με την βέλτιστη πρόβλεψη της εξαρτημένης μεταβλητής Y. Υπάρχουν και πολλά άλλα παραδείγματα όπου οι επιστήμονες της Πληροφορικής χρησιμοποιούν διαφορετική ορολογία από ότι οι Στατιστικοί. Π.χ. support vector machines, neural networks κτλ.
Τα δύο αντικείμενα της Στατιστικής και της επιστήμης των υπολογιστών πρωταγωνιστούν στην εποχή μας σε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες ερευνητικές δραστηριότητες, αυτή που ονομάζεται «Επανάσταση των Μεγάλων Δεδομένων» (Big Data Revolution). Πρόκειται για τεράστια σετ δεδομένων όπου ο αριθμός των παραμέτρων είναι της ίδιας (ή και μεγαλύτερης) τάξης μεγέθους από τον αριθμό των παρατηρήσεων. Στην επιστήμη των υπολογιστών οι επιστήμονες ενδιαφέρονται να αναπτύξουν αποτελεσματικούς αλγορίθμους που διαμορφώνονται κατάλληλα με το διευρυμένο μέγεθος των δεδομένων, ενώ οι Στατιστικοί ενδιαφέρονται για την κατανόηση του πώς οι παραδοσιακές στατιστικές μέθοδοι θα πρέπει να διαφοροποιηθούν για να δώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Είναι προφανές ότι οι Στατιστικοί μπορούν να προσφέρουν πολλά και χρήσιμα πράγματα στους αλγορίθμους των επιστημόνων της Πληροφορικής.
Την ίδια ώρα και οι δύο επιστήμες ενδιαφέρονται για προβλήματα παρόμοιας φύσης τα οποία όμως έχουν διαφορετικό όνομα στις δύο επιστημονικές περιοχές: π.χ. επιλογή μεταβλητών (variable selection) στην Στατιστική ή compressed sensing (Πληροφορική). Οι Στατιστικοί ενδιαφέρονται να συμπεράνουν ποιες μεταβλητές παίζουν ρόλο μεταξύ ενός μεγάλου αριθμού πιθανών υποψηφίων μεταβλητών σε μία παλινδρόμιση ενώ οι επιστήμονες της Πληροφορικής προσπαθούν να συμπιέσουν πολύ μεγάλα αντικείμενα (very large objects) με μερικές μόνο γραμμικές μετρήσεις. Μέθοδοι όπως η LASSO (L1 regularization) βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των προσπαθειών αυτών.
Ένα άλλο κλασικό σημείο επαφής είναι αυτό της βελτιστοποίησης (optimization). Ειδικά υπό το φως της Επανάστασης των Μεγάλων Δεδομένων (Big Data Revolution) τεχνικές convex optimization είναι κεντρικής σημασίας και στις δύο επιστημονικές περιοχές. Αυτή είναι μία περιοχή όπου οι επιστήμονες της Πληροφορικής δραστηριοποιούνται για πολύ μεγαλύτερο χρόνο από ότι οι επιστήμονες της Στατιστικής και οι Στατιστικοί έχουν πολλά να ωφεληθούν από μια τέτοια συνεργασία.
Μια άλλη δραστηριότητα στις εφαρμογές είναι αυτή στα graphics & visualization, μια περιοχή όπου και οι δύο επιστήμες έχουν πολλά να προσφέρουν.
Ακόμα και σε ένα περισσότερο θεωρητικό πλαίσιο η Μαθηματική Στατιστική (π.χ. Θεωρία Αποφάσεων) έχει πολλές και βαθιές σχέσεις με την Θεωρία της Πληροφορίας (Information Theory) – και οι δύο χρησιμοποιούν την έννοια της εντροπίας με ένα θεμελιώδη τρόπο. Άλλα θέματα που εμπλέκονται σε αυτό είναι complexity κτλ. H ανάπτυξη ορισμένων κεντρικών εννοιών στις εμπειρικές ανελίξεις (empirical processes), περιοχή κρίσιμη για την ασυμπτωτική θεωρητική μελέτη στατικών μεθόδων, έγινε μάλιστα από θεωρητικούς που δραστηριοποιύνταν σε machine learning και artificial intelligence (για παράδειγμα οι κλάσεις Vapnik-Chervonenkis).
Συμπερασματικά θα πρέπει να λεχθεί ότι η επιστήμη των υπολογιστών κινείται όλο και περισσότερο στην κατεύθυνση των τυχαιοποιημένων αλγορίθμων και της κωδικοποίησης (randomized algorithms encoding) και για τον λόγο αυτό οι επιστήμονες της Πληροφορικής μπορούν να ωφεληθούν πολλά όταν είναι σε συνεργασία με επιστήμονες που ασχολούνται με την Θεωρία Πιθανοτήτων.
Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι υπάρχουν συνέργειες της Πληροφορικής τόσο με την κλασική όσο και με την Μπεϋζιανή Στατιστική. Το compressed sensing και το variable selection ξεκίνησαν περισσότερο από την κλασική Στατιστική θεώρηση, όμως δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι επιστήμονες της πληροφορικής χρησιμοποιούν σε τεράστιο βαθμό την θεωρία του Bayes (σε προβλήματα όπως επεξεργασία φυσικής γλώσσας (natural language processing), αναγνώριση αντικειμένων (object recognition) ή γενικότερα στο πρόβλημα της «όρασης υπολογιστών» (computer vision)).
Η Εκπαίδευση
Υπάρχει όμως και κάτι το πολύ σημαντικό που παρατηρείται κυρίως στα αμερικανικά πανεπιστήμια και αφορά την εκπαίδευση. Οι περισσότεροι επιστήμονες που σπουδάζουν για την απόκτηση διδακτορικού στις επιστήμες των υπολογιστών στα μεγαλύτερα αμερικανικά πανεπιστήμια σήμερα, επιλέγουν παράλληλα να εκπονήσουν ένα Master στην Στατιστική. Την ίδια στιγμή πολλοί φοιτητές που κάνουν διδακτορικό στην Στατιστική παίρνουν πολλά μαθήματα σε Computer Science. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί, όσον αφορά την αγορά εργασίας, είναι εξαιρετικά χρήσιμο να έχει κανείς γνώσεις Στατιστικής και υπολογιστών. Με δεδομένη την σημασία της Σχολής σε επίπεδο μεταπτυχιακών σπουδών με τον νέο νόμο, η συνύπαρξη των δύο αυτών επιστημών σε μια Σχολή θα είναι ακόμα περισσότερο ουσιαστική.
Δεν είναι εξ άλλου τυχαίο το τι συμβαίνει στα δύο μεγαλύτερα και γνωστότερα στον κόσμο τμήματα Στατιστικής, αυτό του Berkeley και αυτό του Stanford. Δύο από τους σημαντικότερους καθηγητές στο πανεπιστήμιο του Berkeley είναι σήμερα ο Michael Jordan και ο Martin Wainwright. Και οι δύο έχουν βασικές σπουδές στην Πληροφορική με μεταπτυχιακά στην Πληροφορική και την Στατιστική. Το κυριότερο όμως είναι ότι και οι δύο έχουν joint appointments στα τμήματα Στατιστικής και Computer Science. Το ίδιο συμβαίνει με το τμήμα Στατιστικής του Stanford, όπου ο Emmanuel Candes (πού πρόσφατα μετακινήθηκε εκεί από το CALTECH) και ο David Donoho έχουν παράλληλες δραστηριότητες σε Στατιστική και Πληροφορική.
Τέλος, στο κλασσικό βιβλίο των τριών καθηγητών του Τμήματος Στατιστικής του Stanford Hastie, Tibshirani, Friedman “The Elements of Statistical Learning” (είχε ανακηρυχθεί highest selling Springer book) που αναφαίρεται σε θέματα Στατιστικής και data mining, η επίδραση του machine είναι έντονη.
Το όνομα της Σχολής
Η ονομασία Σχολή Τεχνολογίας και Θετικών Επιστημών δεν είναι κατάλληλη. Είναι αδόκιμο να υπάρχει στον τίτλο μιας Σχολής όρος (Τεχνολογία) που υπάρχει στον τίτλο Τμήματος (ΔΕΤ) που θα ανήκει μάλιστα σε άλλη Σχολή και να δημιουργεί ψευδείς εντυπώσεις για το εύρος που καλύπτει.
Η πρόταση του Υπουργείου Παιδείας (Σχολή Θετικών Επιστημών) εκφράζει με καλύτερο τρόπο τις συνέργειες των δύο αυτών επιστημών. Εχει όμως και αυτή το μειονέκτημα ότι δημιουργεί εντυπώσεις για το εύρος των γνωστικών αντικειμένων που καλύπτει. Ο αντίστοιχος αγγλικός όρος είναι School of Basic Science. Μια τέτοια Σχολή όμως στο εξωτερικό καλύπτει ένα πολύ ευρύτερο φάσμα επιστημών (μαθηματικά, φυσική, χημεία, βιολογία) που προφανώς δεν θα καλύπτει αυτή η Σχολή.
Με δεδομένο ότι καθεμιά από τις επιστήμες που θα αποτελούν την νέα Σχολή έχουν πλέον διαμορφώσει πλήρως την επιστημονική φυσιογνωμία τους διεθνώς και προσδιορίζονται πλήρως από τους τίτλους των τμημάτων που θα την αποτελούν, η καλύτερη ονομασία που θα είναι συνεπής και με τις διεθνείς εξελίξεις είναι Σχολή Στατιστικής και Επιστήμης των Υπολογιστών. (School of Statistics and Computer Science). (Ενα τέτοιο όνομα καλύπτει και όσους ασχολούνται με την τεχνολογία των υπολογιστών). Ενα ενδιαφέρον παράδειγμα, την εξέλιξη του οποίου είχα την δυνατότητα να παρακολουθήσω, είναι το School of Computer Science and Statistics του Trinity College, Dublin (https://www.scss.tcd.ie/welcome/index.php).
Όπως είναι γνωστό μέχρι το 1984 στην ΑΣΟΕΕ υπήρχαν δύο προγράμματα σπουδών, Οικονομικών και Οργάνωσης και Διοίκησης των Επιχειρήσεων. Οι τρεις καθηγητές Στατιστικής που κατείχαν αντίστοιχες έδρες, κάλυπταν τις ανάγκες της Στατιστικής για τα συγκεκριμένα προγράμματα. Η Στατιστική στην ΑΣΟΕΕ τότε εξελαμβάνετο απλώς ως εργαλείο στις επιστήμες της Οικονομίας και της Διοίκησης. Το 1984 δημιουργήθηκαν τρία τμήματα. Τα δύο ήταν η μετεξέλιξη των προαναφερθέτων προγραμμάτων σπουδών σε αυτοτελή τμήματα και το τρίτο ήταν το τμήμα Στατιστικής και Πληροφορικής. Αυτό ήταν συνέπεια της αναγνώρισης ότι το Ιδρυμα έπρεπε να δώσει έμφαση στα δύο αυτά επιστημονικά αντικείμενα αυτοτελώς. Στο τμήμα αυτό ενετάγησαν οι υπηρετούντες καθηγητές Στατιστικής. Επίσης ενετάγησαν σε αρκετοί καθηγητές οικονομετρίας (κάτι που δυσκόλεψε για κάποιο διάστημα το τμήμα να καθορίσει την φυσιογνωμία του).
Το 1989 το τμήμα αυτό χωρίστηκε σε δύο τμήματα, τμήμα Στατιστικής και τμήμα Εφαρμοσμένης Πληροφορικής. Το ίδιο έγινε και με άλλα τμήματα του Ιδρύματος. (Οι καθηγητές Οικονομετρίας του κοινού Τμήματος ενετάγησαν στο Τμήμα Εφαρμοσμένης Πληροφορικής, κάτι που επιβεβαίωσε την πλήρη διαφοροποίηση του Τμήματος Στατιστικής από τα Οικονομικά).
Με τα δεδομένα της εποχής, η απόφαση αυτή ήταν σωστή. Όπως είναι γνωστό, επί δεκαετίες και μέχρι το τέλος του προηγούμενο αιώνα οι επιστήμες ήταν άκρως εξειδικευμένες. Η ανάπτυξή τους εξαρτιόταν από την αυτοτελή βελτίωση και εξειδίκευση των επιστημονικών δραστηριοτήτων σε κάθε αντικείμενο.
Το τμήμα Στατιστικής, μοναδικό μέχρι σήμερα στην χώρα με αντικείμενο αποκλειστικά την Στατιστική, υιοθέτησε την δεκαετία του ’90 μια στρατηγική κάλυψης όλων των αντικειμένων που είναι σχετικά με την Στατιστική. Δεν έκανε καμιά πρόσληψη μέλους ΔΕΠ που το γνωστικό του αντικείμενο να συνδέεται -έστω και οριακά- με τα Οικονομικά ή με οποιαδήποτε άλλη επιστήμη που θεραπευόταν από άλλο Τμήμα του Ιδρύματος (σύμφωνα με απόφαση που είχε ληφθεί τότε και δυστυχώς δεν εφαρμόστηκε από τα υπόλοιπα Τμήματα). Καταξιώθηκε διεθνώς, τόσο λόγω του επιστημονικού του προσωπικού αλλά κυρίως λόγω των πτυχιούχων του, πολλοί από τους οποίους έγιναν δεκτοί για μεταπτυχιακές σπουδές στα καλύτερα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Μερικοί από αυτούς μάλιστα έγιναν δεκτοί απ’ ευθείας για διδακτορικό λόγω του εξαιρετικού προπτυχιακού προγράμματος που είχαν παρακολουθήσει. Ο αριθμός των πτυχιούχων της εποχήρια, αλλά μας δεν μαςλογιστικέςσής αυτής που στελεχώνουν σήμερα Αμερικανικά και Ευρωπαικά Πανεπιστήμια είναι εντυπωσιακός με οποιαδήποτε στάνταρντς.
Η ενδεχόμενη ένταξη επομένως του Τμήματος Στατιστικής σε μια Σχολή Οικονομικών Επιστημών θα αποτελούσε ένα ανεπίτρεπτο περιορισμό του ρόλου της Στατιστικής στο πανεπιστήμιό μας και επιστροφή στα δεδομένα της δεκαετίας του 70.
Η συνάφεια Στατιστικής και η Πληροφορικής
Διεθνώς, στα τέλη της δεκαετίας του 80 και η Στατιστική βρισκόταν σε ένα πεδίο αναζητήσεων. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και για μεγάλο διάστημα η Στατιστική έδωσε μεγάλη έμφαση στα Μαθηματικά, ενώ αργότερα στην δεκαετία του ’80 κινήθηκε περισσότερο προς την υπολογιστική κατεύθυνση και αργότερα προς τις εφαρμογές. Ενας από τους κορυφαίους Στατιστικούς του 20ου αιώνα που συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στον καθορισμό των τάσεων της επιστήμης, ο καθηγητής του Stanford Brad Efron, είχε επισημάνει ότι η Στατιστική θα πρέπει να συνεργάζεται εξ ίσου αποδοτικά με τα Μαθηματικά και τις επιστήμες των υπολογιστών προκειμένου να αξιοποιεί στο μέγιστο δυνατόν τις δυνατότητές της και να προσφέρει το μέγιστο δυνατόν στις άλλες επιστήμες. (http://stat-athens.aueb.gr/~jpan/volume-Panaretos/Efron.pdf).
Η έρευνα
Σήμερα η Στατιστική και η επιστήμη των υπολογιστών (αυτός είναι ο όρος που έχει επικρατήσει και όχι ο αδόκιμος όρος Πληροφορική), έχουν πολύ περισσότερα κοινά ενδιαφέροντα. Παραδοσιακά οι δύο αυτές επιστήμες είχαν μία σημαντική επικάλυψη, αλλά την τελευταία δεκαετία η προσέγγιση αυτή έχει γίνει πλησιέστερη από ποτέ. Αρκεί να αναφέρει κανείς την περιοχή του Machine Learning (Artificial Intelligence είναι ένας εναλλακτικός όρος που χρησιμοποιείται συχνά). Πρόκειται ουσιαστικά για έναν κλάδο της επιστήμης των υπολογιστών που μελετά στατιστικά προβλήματα. Η διαφορά βρίσκεται στην προσέγγιση. Η προσέγγιση του Machine Learning από τους επιστήμονες της Πληροφορικής είναι περισσότερο αλγοριθμική με στόχο την βελτιστοποίηση ενός κριτηρίου όπως για παράδειγμα ένα mean prediction error. Με αυτή την έννοια μοιάζει περισσότερο με μια προσέγγιση μαύρου κουτιού (black box approach). Για παράδειγμα δεν ενδιαφέρει να κατανοήσουμε πώς λειτουργούν τα χρηματιστήρια, αλλά ενδιαφέρει να προβλέψουμε τις διακυμάνσεις τους προκειμένου να βελτιώσουμε την οικονομική απόδοση. Η Στατιστική από το άλλο μέρος, δίνει έμφαση στα μοντέλα με στόχο να προσδιοριστούν και να καθοριστούν συγκεκριμένες κρίσιμες παράμετροι του υπό μελέτη προβλήματος, για τις οποίες υπάρχει η πεποίθηση ότι διαφωτίζουν το φαινόμενο που γίνεται προσπάθεια να μοντελοποιηθεί. Παράδειγμα αποτελεί το πρόβλημα της εκτίμησης μίας παραμέτρου β σε μια παλινδρόμηση, σε αντίθεση με την βέλτιστη πρόβλεψη της εξαρτημένης μεταβλητής Y. Υπάρχουν και πολλά άλλα παραδείγματα όπου οι επιστήμονες της Πληροφορικής χρησιμοποιούν διαφορετική ορολογία από ότι οι Στατιστικοί. Π.χ. support vector machines, neural networks κτλ.
Τα δύο αντικείμενα της Στατιστικής και της επιστήμης των υπολογιστών πρωταγωνιστούν στην εποχή μας σε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες ερευνητικές δραστηριότητες, αυτή που ονομάζεται «Επανάσταση των Μεγάλων Δεδομένων» (Big Data Revolution). Πρόκειται για τεράστια σετ δεδομένων όπου ο αριθμός των παραμέτρων είναι της ίδιας (ή και μεγαλύτερης) τάξης μεγέθους από τον αριθμό των παρατηρήσεων. Στην επιστήμη των υπολογιστών οι επιστήμονες ενδιαφέρονται να αναπτύξουν αποτελεσματικούς αλγορίθμους που διαμορφώνονται κατάλληλα με το διευρυμένο μέγεθος των δεδομένων, ενώ οι Στατιστικοί ενδιαφέρονται για την κατανόηση του πώς οι παραδοσιακές στατιστικές μέθοδοι θα πρέπει να διαφοροποιηθούν για να δώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Είναι προφανές ότι οι Στατιστικοί μπορούν να προσφέρουν πολλά και χρήσιμα πράγματα στους αλγορίθμους των επιστημόνων της Πληροφορικής.
Την ίδια ώρα και οι δύο επιστήμες ενδιαφέρονται για προβλήματα παρόμοιας φύσης τα οποία όμως έχουν διαφορετικό όνομα στις δύο επιστημονικές περιοχές: π.χ. επιλογή μεταβλητών (variable selection) στην Στατιστική ή compressed sensing (Πληροφορική). Οι Στατιστικοί ενδιαφέρονται να συμπεράνουν ποιες μεταβλητές παίζουν ρόλο μεταξύ ενός μεγάλου αριθμού πιθανών υποψηφίων μεταβλητών σε μία παλινδρόμιση ενώ οι επιστήμονες της Πληροφορικής προσπαθούν να συμπιέσουν πολύ μεγάλα αντικείμενα (very large objects) με μερικές μόνο γραμμικές μετρήσεις. Μέθοδοι όπως η LASSO (L1 regularization) βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των προσπαθειών αυτών.
Ένα άλλο κλασικό σημείο επαφής είναι αυτό της βελτιστοποίησης (optimization). Ειδικά υπό το φως της Επανάστασης των Μεγάλων Δεδομένων (Big Data Revolution) τεχνικές convex optimization είναι κεντρικής σημασίας και στις δύο επιστημονικές περιοχές. Αυτή είναι μία περιοχή όπου οι επιστήμονες της Πληροφορικής δραστηριοποιούνται για πολύ μεγαλύτερο χρόνο από ότι οι επιστήμονες της Στατιστικής και οι Στατιστικοί έχουν πολλά να ωφεληθούν από μια τέτοια συνεργασία.
Μια άλλη δραστηριότητα στις εφαρμογές είναι αυτή στα graphics & visualization, μια περιοχή όπου και οι δύο επιστήμες έχουν πολλά να προσφέρουν.
Ακόμα και σε ένα περισσότερο θεωρητικό πλαίσιο η Μαθηματική Στατιστική (π.χ. Θεωρία Αποφάσεων) έχει πολλές και βαθιές σχέσεις με την Θεωρία της Πληροφορίας (Information Theory) – και οι δύο χρησιμοποιούν την έννοια της εντροπίας με ένα θεμελιώδη τρόπο. Άλλα θέματα που εμπλέκονται σε αυτό είναι complexity κτλ. H ανάπτυξη ορισμένων κεντρικών εννοιών στις εμπειρικές ανελίξεις (empirical processes), περιοχή κρίσιμη για την ασυμπτωτική θεωρητική μελέτη στατικών μεθόδων, έγινε μάλιστα από θεωρητικούς που δραστηριοποιύνταν σε machine learning και artificial intelligence (για παράδειγμα οι κλάσεις Vapnik-Chervonenkis).
Συμπερασματικά θα πρέπει να λεχθεί ότι η επιστήμη των υπολογιστών κινείται όλο και περισσότερο στην κατεύθυνση των τυχαιοποιημένων αλγορίθμων και της κωδικοποίησης (randomized algorithms encoding) και για τον λόγο αυτό οι επιστήμονες της Πληροφορικής μπορούν να ωφεληθούν πολλά όταν είναι σε συνεργασία με επιστήμονες που ασχολούνται με την Θεωρία Πιθανοτήτων.
Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι υπάρχουν συνέργειες της Πληροφορικής τόσο με την κλασική όσο και με την Μπεϋζιανή Στατιστική. Το compressed sensing και το variable selection ξεκίνησαν περισσότερο από την κλασική Στατιστική θεώρηση, όμως δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι επιστήμονες της πληροφορικής χρησιμοποιούν σε τεράστιο βαθμό την θεωρία του Bayes (σε προβλήματα όπως επεξεργασία φυσικής γλώσσας (natural language processing), αναγνώριση αντικειμένων (object recognition) ή γενικότερα στο πρόβλημα της «όρασης υπολογιστών» (computer vision)).
Η Εκπαίδευση
Υπάρχει όμως και κάτι το πολύ σημαντικό που παρατηρείται κυρίως στα αμερικανικά πανεπιστήμια και αφορά την εκπαίδευση. Οι περισσότεροι επιστήμονες που σπουδάζουν για την απόκτηση διδακτορικού στις επιστήμες των υπολογιστών στα μεγαλύτερα αμερικανικά πανεπιστήμια σήμερα, επιλέγουν παράλληλα να εκπονήσουν ένα Master στην Στατιστική. Την ίδια στιγμή πολλοί φοιτητές που κάνουν διδακτορικό στην Στατιστική παίρνουν πολλά μαθήματα σε Computer Science. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί, όσον αφορά την αγορά εργασίας, είναι εξαιρετικά χρήσιμο να έχει κανείς γνώσεις Στατιστικής και υπολογιστών. Με δεδομένη την σημασία της Σχολής σε επίπεδο μεταπτυχιακών σπουδών με τον νέο νόμο, η συνύπαρξη των δύο αυτών επιστημών σε μια Σχολή θα είναι ακόμα περισσότερο ουσιαστική.
Δεν είναι εξ άλλου τυχαίο το τι συμβαίνει στα δύο μεγαλύτερα και γνωστότερα στον κόσμο τμήματα Στατιστικής, αυτό του Berkeley και αυτό του Stanford. Δύο από τους σημαντικότερους καθηγητές στο πανεπιστήμιο του Berkeley είναι σήμερα ο Michael Jordan και ο Martin Wainwright. Και οι δύο έχουν βασικές σπουδές στην Πληροφορική με μεταπτυχιακά στην Πληροφορική και την Στατιστική. Το κυριότερο όμως είναι ότι και οι δύο έχουν joint appointments στα τμήματα Στατιστικής και Computer Science. Το ίδιο συμβαίνει με το τμήμα Στατιστικής του Stanford, όπου ο Emmanuel Candes (πού πρόσφατα μετακινήθηκε εκεί από το CALTECH) και ο David Donoho έχουν παράλληλες δραστηριότητες σε Στατιστική και Πληροφορική.
Τέλος, στο κλασσικό βιβλίο των τριών καθηγητών του Τμήματος Στατιστικής του Stanford Hastie, Tibshirani, Friedman “The Elements of Statistical Learning” (είχε ανακηρυχθεί highest selling Springer book) που αναφαίρεται σε θέματα Στατιστικής και data mining, η επίδραση του machine είναι έντονη.
Το όνομα της Σχολής
Η ονομασία Σχολή Τεχνολογίας και Θετικών Επιστημών δεν είναι κατάλληλη. Είναι αδόκιμο να υπάρχει στον τίτλο μιας Σχολής όρος (Τεχνολογία) που υπάρχει στον τίτλο Τμήματος (ΔΕΤ) που θα ανήκει μάλιστα σε άλλη Σχολή και να δημιουργεί ψευδείς εντυπώσεις για το εύρος που καλύπτει.
Η πρόταση του Υπουργείου Παιδείας (Σχολή Θετικών Επιστημών) εκφράζει με καλύτερο τρόπο τις συνέργειες των δύο αυτών επιστημών. Εχει όμως και αυτή το μειονέκτημα ότι δημιουργεί εντυπώσεις για το εύρος των γνωστικών αντικειμένων που καλύπτει. Ο αντίστοιχος αγγλικός όρος είναι School of Basic Science. Μια τέτοια Σχολή όμως στο εξωτερικό καλύπτει ένα πολύ ευρύτερο φάσμα επιστημών (μαθηματικά, φυσική, χημεία, βιολογία) που προφανώς δεν θα καλύπτει αυτή η Σχολή.
Με δεδομένο ότι καθεμιά από τις επιστήμες που θα αποτελούν την νέα Σχολή έχουν πλέον διαμορφώσει πλήρως την επιστημονική φυσιογνωμία τους διεθνώς και προσδιορίζονται πλήρως από τους τίτλους των τμημάτων που θα την αποτελούν, η καλύτερη ονομασία που θα είναι συνεπής και με τις διεθνείς εξελίξεις είναι Σχολή Στατιστικής και Επιστήμης των Υπολογιστών. (School of Statistics and Computer Science). (Ενα τέτοιο όνομα καλύπτει και όσους ασχολούνται με την τεχνολογία των υπολογιστών). Ενα ενδιαφέρον παράδειγμα, την εξέλιξη του οποίου είχα την δυνατότητα να παρακολουθήσω, είναι το School of Computer Science and Statistics του Trinity College, Dublin (https://www.scss.tcd.ie/welcome/index.php).
Friday, March 15, 2013
Η εκπαίδευση, η επιστήμη, το δόγμα και το διαδίκτυο
Η ευρεία πρόσβαση στο διαδίκτυο και ο ωκεανός των διαθέσιμων
πληροφοριών σε αυτό, δημιουργεί νέα δεδομένα και στον ρόλο της
εκπαίδευσης, ιδιαίτερα της τριτοβάθμιας. Ο καθηγητής (και το σύγγραμμά
του) έπαψε από καιρό να είναι ο μοναδικός φορέας της γνώσης που, μέσω
της διδασκαλίας, μεταδίδει στους φοιτητές. Η γνώση είναι σήμερα
διαθέσιμη σε όλες τις μορφές και εύκολα προσβάσιμη στον καθένα. Το
πανεπιστήμιο πλέον δεν είναι μόνο χώρος μεταφοράς γνώσης από τους
καθηγητές στους φοιτητές. Θα μπορούσε μάλιστα να ισχυρισθεί κανείς ότι
η εποχή που ο καθηγητής ήταν η αυθεντία στο αντικείμενό του και οι
απόψεις που διατύπωνε εκλαμβάνονταν λίγο-πολύ ώς "απόλυτες αλήθειες"
έχει παρέλθει οριστικά.
Ο ρόλος του καθηγητή έχει αλλάξει ριζικά. Το συγκριτικό πλεονέκτημα
που διαθέτει δεν είναι πλέον τόσο η γνώση του αντικειμένου όσο η πείρα
και η δυνατότητα αξιολόγησης της διαθέσιμης γνώσης. Το πλεονέκτημα
αυτό και τις δυνατότητες που αυτό δίνει πρέπει να αξιοποιεί ο
καθηγητής προς όφελος των φοιτητών του.
Με τα νέα δεδομένα, ο καθηγητής πρέπει να συμβάλλει στο ξεπέρασμα των
δογματικών αντιλήψεων και της λογικής της μιας και μοναδικής πηγής (ή,
χειρότερα, μίας και μοναδικής αλήθειας). Να υποδεικνύει τις
εναλλακτικές προσεγγίσεις που είναι διαθέσιμες και να αναδεικνύει τα
επιστημονικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της καθεμιάς από αυτές.
Να προωθεί την αξιοποίηση της επιστήμης για την καλύτερη κατανόηση
των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κοινωνία και οι πολίτες. Να θέτει
τα προβλήματα αυτά στην επιστημονική τους διάσταση και να αναδεικνύει
πιθανές σκοπιμότητες που υποκρύπτονται σε απόψεις και κρίσεις που
διατυπώνονται. Να βοηθά ώστε η επιχειρηματολογία να γίνεται με βάση
στοιχεία και όχι δόγματα. Να ευαισθητοποιεί στην κατεύθυνση της
κριτικής αντιμετώπισης απόψεων και συμπερασμάτων, ακόμα και αν αυτά
είναι επιστημονικά, με αξιοποίηση των επιστημονικών εργαλείων που
είναι διαθέσιμα.
Είναι φυσικό και ο ίδιος ο καθηγητής να έχει απόψεις. Και αυτές τις
απόψεις, όμως, πρέπει να τις διατυπώνει στο πλαίσιο που προαναφέρθηκε,
αλλά και να είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί την αμφισβήτησή τους στο
πλαίσιο αυτό.
Είναι βέβαιο ότι έχουμε μπει σε μια νέα εποχή. Η εκπαίδευση έχει ήδη
καθυστερήσει να προσαρμοσθεί σε αυτήν.
πληροφοριών σε αυτό, δημιουργεί νέα δεδομένα και στον ρόλο της
εκπαίδευσης, ιδιαίτερα της τριτοβάθμιας. Ο καθηγητής (και το σύγγραμμά
του) έπαψε από καιρό να είναι ο μοναδικός φορέας της γνώσης που, μέσω
της διδασκαλίας, μεταδίδει στους φοιτητές. Η γνώση είναι σήμερα
διαθέσιμη σε όλες τις μορφές και εύκολα προσβάσιμη στον καθένα. Το
πανεπιστήμιο πλέον δεν είναι μόνο χώρος μεταφοράς γνώσης από τους
καθηγητές στους φοιτητές. Θα μπορούσε μάλιστα να ισχυρισθεί κανείς ότι
η εποχή που ο καθηγητής ήταν η αυθεντία στο αντικείμενό του και οι
απόψεις που διατύπωνε εκλαμβάνονταν λίγο-πολύ ώς "απόλυτες αλήθειες"
έχει παρέλθει οριστικά.
Ο ρόλος του καθηγητή έχει αλλάξει ριζικά. Το συγκριτικό πλεονέκτημα
που διαθέτει δεν είναι πλέον τόσο η γνώση του αντικειμένου όσο η πείρα
και η δυνατότητα αξιολόγησης της διαθέσιμης γνώσης. Το πλεονέκτημα
αυτό και τις δυνατότητες που αυτό δίνει πρέπει να αξιοποιεί ο
καθηγητής προς όφελος των φοιτητών του.
Με τα νέα δεδομένα, ο καθηγητής πρέπει να συμβάλλει στο ξεπέρασμα των
δογματικών αντιλήψεων και της λογικής της μιας και μοναδικής πηγής (ή,
χειρότερα, μίας και μοναδικής αλήθειας). Να υποδεικνύει τις
εναλλακτικές προσεγγίσεις που είναι διαθέσιμες και να αναδεικνύει τα
επιστημονικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της καθεμιάς από αυτές.
Να προωθεί την αξιοποίηση της επιστήμης για την καλύτερη κατανόηση
των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κοινωνία και οι πολίτες. Να θέτει
τα προβλήματα αυτά στην επιστημονική τους διάσταση και να αναδεικνύει
πιθανές σκοπιμότητες που υποκρύπτονται σε απόψεις και κρίσεις που
διατυπώνονται. Να βοηθά ώστε η επιχειρηματολογία να γίνεται με βάση
στοιχεία και όχι δόγματα. Να ευαισθητοποιεί στην κατεύθυνση της
κριτικής αντιμετώπισης απόψεων και συμπερασμάτων, ακόμα και αν αυτά
είναι επιστημονικά, με αξιοποίηση των επιστημονικών εργαλείων που
είναι διαθέσιμα.
Είναι φυσικό και ο ίδιος ο καθηγητής να έχει απόψεις. Και αυτές τις
απόψεις, όμως, πρέπει να τις διατυπώνει στο πλαίσιο που προαναφέρθηκε,
αλλά και να είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί την αμφισβήτησή τους στο
πλαίσιο αυτό.
Είναι βέβαιο ότι έχουμε μπει σε μια νέα εποχή. Η εκπαίδευση έχει ήδη
καθυστερήσει να προσαρμοσθεί σε αυτήν.
Thursday, March 14, 2013
Το «Σχέδιο Αθηνά», η Τρόικα και η Προχειρότητα
Δύο -φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους- γεγονότα αναδεικνύουν ένα σημαντικό πρόβλημα της χώρας που τα συνδέει.
Το ένα είναι η μη συμφωνία της κυβέρνησης με την τρόικα. Τα ΜΜΕ τη χαρακτηρίζουν ως «ψυχρολουσία για την κυβέρνηση», μιλούν για "απογοήτευσή τους λόγω έλλειψης προετοιμασίας από την ελληνική πλευρά", για την "έλλειψη κυβερνητικής αξιοπιστίας", για "μη εφαρμογή των συμφωνηθέντων" και για "διαπίστωση από πλευράς της τρόικας σωρείας παραλείψεων, λαθών, ανακολουθιών, αλλά και προχειρότητας".
Ερχόμαστε τώρα στο σχέδιο Αθηνά. Έχω διατυπώσει τις απόψεις μου για το σχέδιο Αθηνά και για τον τρόπο που το υπαρκτό πρόβλημα στο οποίο αναφέρεται θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί εδώ. Από τότε έχουν μεσολαβήσει πολλές (ακόμα) παλινδρομήσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας με τις τελευταίες να εμφανίζονται από χθές με την μορφή διαρροών για νέες υπαναχωρήσεις.
Χωρίς να μπω πάλι στην ουσία των προβλημάτων, θέλω να παρατηρήσω το εξής: Το 2011 η τότε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας (ο υπογράφων και η Α. Διαμαντοπούλου) αποφάσισαν να μην υπάρχουν εισακτέοι σε 24 τμήματα ΤΕΙ και σε 1 τμήμα Πανεπιστήμιου. (Για το σχέδιο "Αθηνά" δεν είναι ακριβώς προσδιορισμένος ο αριθμός των τμημάτων που θα επηρεαστούν, αφού κάθε μέρα από την λίστα αυτή διαγράφονται τμήματα τα οποία θα εξακολουθούν να λειτουργούν με τον υπάρχοντα τρόπο. Αντίθετα, το 2011 εφαρμόστηκε χωρίς αποκλίσεις η αρχική πρόβλεψη).
Αν όμως προσπαθήσει κανείς να συγκρίνει τις δύο λίστες τμημάτων, θα δει ότι από τα 25 τμήματα που υπήρχαν στην λίστα του 2011, μόνο 3 (!) υπάρχουν στην σημερινή λίστα του "Αθηνά" και αυτά είναι τα:
Το ένα είναι η μη συμφωνία της κυβέρνησης με την τρόικα. Τα ΜΜΕ τη χαρακτηρίζουν ως «ψυχρολουσία για την κυβέρνηση», μιλούν για "απογοήτευσή τους λόγω έλλειψης προετοιμασίας από την ελληνική πλευρά", για την "έλλειψη κυβερνητικής αξιοπιστίας", για "μη εφαρμογή των συμφωνηθέντων" και για "διαπίστωση από πλευράς της τρόικας σωρείας παραλείψεων, λαθών, ανακολουθιών, αλλά και προχειρότητας".
Ερχόμαστε τώρα στο σχέδιο Αθηνά. Έχω διατυπώσει τις απόψεις μου για το σχέδιο Αθηνά και για τον τρόπο που το υπαρκτό πρόβλημα στο οποίο αναφέρεται θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί εδώ. Από τότε έχουν μεσολαβήσει πολλές (ακόμα) παλινδρομήσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας με τις τελευταίες να εμφανίζονται από χθές με την μορφή διαρροών για νέες υπαναχωρήσεις.
Χωρίς να μπω πάλι στην ουσία των προβλημάτων, θέλω να παρατηρήσω το εξής: Το 2011 η τότε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας (ο υπογράφων και η Α. Διαμαντοπούλου) αποφάσισαν να μην υπάρχουν εισακτέοι σε 24 τμήματα ΤΕΙ και σε 1 τμήμα Πανεπιστήμιου. (Για το σχέδιο "Αθηνά" δεν είναι ακριβώς προσδιορισμένος ο αριθμός των τμημάτων που θα επηρεαστούν, αφού κάθε μέρα από την λίστα αυτή διαγράφονται τμήματα τα οποία θα εξακολουθούν να λειτουργούν με τον υπάρχοντα τρόπο. Αντίθετα, το 2011 εφαρμόστηκε χωρίς αποκλίσεις η αρχική πρόβλεψη).
Αν όμως προσπαθήσει κανείς να συγκρίνει τις δύο λίστες τμημάτων, θα δει ότι από τα 25 τμήματα που υπήρχαν στην λίστα του 2011, μόνο 3 (!) υπάρχουν στην σημερινή λίστα του "Αθηνά" και αυτά είναι τα:
- Ζωικής Παραγωγής, ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας (με έδρα τη Φλώρινα) (Καταργείται ή απορροφάται βάσει του σχεδίου Αθηνά)
- Ζωικής Παραγωγής, ΤΕΙ Ηπείρου (με έδρα τη Άρτα) (Καταργείται ή απορροφάται βάσει του σχεδίου Αθηνά)
- Τεχνολογίας Βιολογικής Γεωργίας και Τροφίμων, ΤΕΙ Ιονίων Νήσων (με έδρα το Αργοστόλι) (Αποκτά μεταβατικό χαρακτήρα βάσει του σχεδίου Αθηνά)
Το 2011, είχαμε δημοσιοποιήσει τους λόγους, τα κριτήρια και τα στοιχεία που μας οδήγησαν στην απόφαση αυτή.
Σήμερα, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έχει πλήρη τεκμηρίωση για κάθε ένα από τα τμήματα που πρόκειται να κλείσουν. Δεν γνωρίζω την τεκμηρίωση αυτή (τίθεται βέβαια το ερώτημα γιατί -αν πράγματι υπάρχει τεκμηρίωση- οι αποφάσεις αλλάζουν κάθε μέρα).
Ενα είναι βέβαιο για κάθε καλοπροαίρετο παρατηρητή. Είτε ή τότε ηγεσία του Παιδείας, είτε η σημερινή ακολούθησαν μη ακαδημαικά κριτήρια. Αυτό όμως σημαίνει ότι χώρα είναι αναξιόπιστη. Δεν μπορεί δύο διαδοχικές κυβερνήσεις να έχουν τον ίδιο στόχο, να έχουν τα ίδια δεδομένα και να οδηγούνται σε τόσο διαφορετικές αποφάσεις.
Υπάρχει και μια περίπτωση με ειδικό ενδιαφέρον: Το Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γιατί η απόφαση του 2011 (να μην υπάρξουν εισακτέτοι στο τμήμα αυτό για καθαρά ακαδημαικούς λόγους) όχι μόνο ανετράπη, αλλά διπλασιάζεται ο αριθμός των εισακτέων και επανέρχονται οι απολυθέντες καθηγητές;
Νομίζω ότι αυτό αντικατοπτρίζει το γενικότερο -και ουσιαστικό- πρόβλημα την χώρας. Την αδυναμία να διαμορφώνει πολιτικές με βάση στοιχεία και όχι στο πόδι.
Και επειδή δεν αρκεί να κάνει κανείς μόνο κριτική, προτείνω, πριν προχωρήσει το σχέδιο Αθηνά, να κληθούν οι δύο πολιτικές ηγεσίες να εξηγήσουν δημόσια στους πολίτες τους λόγους που οδήγησαν την καθεμιά από αυτές στην πολιτική που ακολούθησε. Εκεί θα κριθεί η αξιοπιστία της πολιτικής και οι δυνατότητές της να υιοθετήσει μέτρα που να πείθουν τους πολίτες για την αξιοπιστία τους.
Ίσως αυτό θα πρέπει να απασχολήσει το Υπουργείο Παιδείας, την κυβέρνηση και την τρόικα, περισσότερο από τις πιέσεις και τις αντιδράσεις που υπάρχουν σήμερα για το σχέδιο Αθηνά, πριν προχωρήσει στην υλοποίησή του.
Υπάρχει και μια περίπτωση με ειδικό ενδιαφέρον: Το Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γιατί η απόφαση του 2011 (να μην υπάρξουν εισακτέτοι στο τμήμα αυτό για καθαρά ακαδημαικούς λόγους) όχι μόνο ανετράπη, αλλά διπλασιάζεται ο αριθμός των εισακτέων και επανέρχονται οι απολυθέντες καθηγητές;
Νομίζω ότι αυτό αντικατοπτρίζει το γενικότερο -και ουσιαστικό- πρόβλημα την χώρας. Την αδυναμία να διαμορφώνει πολιτικές με βάση στοιχεία και όχι στο πόδι.
Και επειδή δεν αρκεί να κάνει κανείς μόνο κριτική, προτείνω, πριν προχωρήσει το σχέδιο Αθηνά, να κληθούν οι δύο πολιτικές ηγεσίες να εξηγήσουν δημόσια στους πολίτες τους λόγους που οδήγησαν την καθεμιά από αυτές στην πολιτική που ακολούθησε. Εκεί θα κριθεί η αξιοπιστία της πολιτικής και οι δυνατότητές της να υιοθετήσει μέτρα που να πείθουν τους πολίτες για την αξιοπιστία τους.
Ίσως αυτό θα πρέπει να απασχολήσει το Υπουργείο Παιδείας, την κυβέρνηση και την τρόικα, περισσότερο από τις πιέσεις και τις αντιδράσεις που υπάρχουν σήμερα για το σχέδιο Αθηνά, πριν προχωρήσει στην υλοποίησή του.
Tuesday, March 12, 2013
Μόνιμος Γ.Γ. Εσόδων, ΣΔΟΕ και opengov
Στην επικαιρότητα υπάρχουν δύο
θέματα που αφορούν τον μόνιμο Γ.Γ. Εσόδων και το ΣΔΟΕ. Γίνεται συζήτηση
για την αντικατάσταση κορυφαίων στελεχών του ΣΔΟΕ και αναμένεται το σώμα
αυτό να περάσει στην αρμοδιότητα του μόνιμου Γ.Γ. Εσόδων, όπως
προβλέπει η νομοθεσία.
Αν η κυβέρνηση προχωρήσει στην αντικατάσταση των στελεχών του ΣΔΟΕ πριν η αρμοδιότητα περιέλθει και ουσιαστικά στον μόνιμο Γ.Γ. Εσόδων, θα επιτρέψει να δημιουργηθούν εντυπώσεις ότι θέλει να ελέγξει τον οργανισμό αυτό κομματικά.
Πιστεύω ότι ο μόνιμος Γ.Γ. Εσόδων θα πρέπει να έχει την αποκλειστική ευθύνη στελέχωσης του ΣΔΟΕ και φυσικά να κριθεί για τις επιλογές του, μετά από κάποιο διάστημα, ας πούμε 6 μήνες. Αν αυτό γίνει, το ΣΔΟΕ θα αποκτήσει άλλο κύρος και θα απεξαρτηθεί από τον πολιτικό εναγκαλισμό (και τις σκοπιμότητες που προκύπτουν).
Αν δοθεί αυτή η δυνατότητα, είναι βέβαιο ότι μόνιμος Γ.Γ. Εσόδων θα επαναλάβει την πρακτική που ακολούθησε για την στελέχωση του γραφείου του μέσω opengov. Θα μπορέσει έτσι να επιλέψει με καθαρά αξιοκρατικά κριτήρια μεταξύ εκείνων που ενδιαφέρονται να εμπλακούν στο ΣΔΟΕ, τους επιτρέπεται από την νομοθεσία και έχουν τα προσόντα.
Αν αυτό γίνει, το κράτος και η δημόσια διοίκηση θα έχουν κάνει ένα μεγάλο βήμα εκσυγχρονισμού.
Αν η κυβέρνηση προχωρήσει στην αντικατάσταση των στελεχών του ΣΔΟΕ πριν η αρμοδιότητα περιέλθει και ουσιαστικά στον μόνιμο Γ.Γ. Εσόδων, θα επιτρέψει να δημιουργηθούν εντυπώσεις ότι θέλει να ελέγξει τον οργανισμό αυτό κομματικά.
Πιστεύω ότι ο μόνιμος Γ.Γ. Εσόδων θα πρέπει να έχει την αποκλειστική ευθύνη στελέχωσης του ΣΔΟΕ και φυσικά να κριθεί για τις επιλογές του, μετά από κάποιο διάστημα, ας πούμε 6 μήνες. Αν αυτό γίνει, το ΣΔΟΕ θα αποκτήσει άλλο κύρος και θα απεξαρτηθεί από τον πολιτικό εναγκαλισμό (και τις σκοπιμότητες που προκύπτουν).
Αν δοθεί αυτή η δυνατότητα, είναι βέβαιο ότι μόνιμος Γ.Γ. Εσόδων θα επαναλάβει την πρακτική που ακολούθησε για την στελέχωση του γραφείου του μέσω opengov. Θα μπορέσει έτσι να επιλέψει με καθαρά αξιοκρατικά κριτήρια μεταξύ εκείνων που ενδιαφέρονται να εμπλακούν στο ΣΔΟΕ, τους επιτρέπεται από την νομοθεσία και έχουν τα προσόντα.
Αν αυτό γίνει, το κράτος και η δημόσια διοίκηση θα έχουν κάνει ένα μεγάλο βήμα εκσυγχρονισμού.
Saturday, March 09, 2013
Lula da Silva, Hugo Chavez και το opengov
Από χρόνια (τουλάχιστον από το 2008), παρακολουθώ συγκρίσεις μεταξύ των δύο αυτών ηγετών της αριστεράς στην Ν. Αμερική. Μέχρι τον θάνατο του Τσάβες, οι συγκρίσεις (αυτά που διάβαζα προερχόντουσαν κυρίως από δυτικά ΜΜΕ) ήταν σαφώς υπέρ του Λούλα. Ο θάνατος του Τσάβες και η αποτίμηση των πολιτικών του, αναθεωρεί πολλές συγκριτικές αξιολογήσεις.
Παρότι πολλές από τις μετά θάνατον αξιολογήσεις του Τσάβες είναι εξαιρετικά θετικές, ακόμα και στα παραδοσιακά δυτικά ΜΜΕ, παρατηρεί κανείς ότι υπάρχει μια πλευρά της πολιτικής που φαίνεται ότι δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Την διαφθορά. Και αυτός είναι ένας τομέας στον οποίο ο Λούλα έκανε μεγάλα βήματα.
Δεν προτίθεμαι -ούτε είμαι σε θέση- να συγκρίνω αυτούς τους δύο ηγέτες. Θέλω όμως να τονίσω μια προσέγγιση που γνωρίζω καλά και που ξέρω ότι βοήθησε τον Λούλα στην αντιμετώπιση της διαφθοράς. Και αυτή ήταν το opengov.
Η Βραζιλία, και ο άνθρωπος που ο Λούλα όρισε να ηγηθεί αυτής της προσπάθειας (Ο Jorge Hage Sobrinho, υπουργός εσωτερικών από το 2006, που παραμένει στην θέση του και μετά την ανάληψη της προεδρίας από την Dilma Rousseff), βρίσκονται στην πρωτοπορία του opengov, ακριβώς για να καταπολεμήσουν την διαφθορά. Είναι ενδιαφέρον ότι ήταν η Βραζιλία και οι ΗΠΑ, οι χώρες που πρωτοστάτησαν στο Open Government Partnership, μια παγκόσμια πρωτοβουλία για την υιοθέτηση κανόνων ανοικτής διακυβέρνησης. Δυο χώρες με διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις που όμως -καθεμιά για τους δικούς της λόγους- διαπίστωσαν την ανάγκη να έχουν οι πολίτες τους ευχέρεια στην πρόσβαση του τρόπου λειτουργίας της κυβέρνησης και των στοιχείων που την συνοδεύουν.
ΥΓ. Στην χώρα μας, ο όρος opengov χρησιμοποιήθηκε με διαφορετικό τρόπο και συνδέθηκε με την ανοικτή διαδιασία επιλογής κυβερνητικών στελεχών, διαδικασία που δεν έχει κάτι αντίστοιχο στο εξωτερικό. Εκτός Ελλάδος, ο όρος opengov αναφέρεται στην δυνατότητα του πολίτη να έχει πρόσβαση σε όλες τις πλευρές και τα στοιχεία που αφορούν την κυβέρνηση -σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. (Αυτό που εμείς ονομάσαμε διαύγεια είναι σημαντικό μέρος του opengov. Οχι όμως το μόνο).
Παρότι πολλές από τις μετά θάνατον αξιολογήσεις του Τσάβες είναι εξαιρετικά θετικές, ακόμα και στα παραδοσιακά δυτικά ΜΜΕ, παρατηρεί κανείς ότι υπάρχει μια πλευρά της πολιτικής που φαίνεται ότι δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Την διαφθορά. Και αυτός είναι ένας τομέας στον οποίο ο Λούλα έκανε μεγάλα βήματα.
Δεν προτίθεμαι -ούτε είμαι σε θέση- να συγκρίνω αυτούς τους δύο ηγέτες. Θέλω όμως να τονίσω μια προσέγγιση που γνωρίζω καλά και που ξέρω ότι βοήθησε τον Λούλα στην αντιμετώπιση της διαφθοράς. Και αυτή ήταν το opengov.
Η Βραζιλία, και ο άνθρωπος που ο Λούλα όρισε να ηγηθεί αυτής της προσπάθειας (Ο Jorge Hage Sobrinho, υπουργός εσωτερικών από το 2006, που παραμένει στην θέση του και μετά την ανάληψη της προεδρίας από την Dilma Rousseff), βρίσκονται στην πρωτοπορία του opengov, ακριβώς για να καταπολεμήσουν την διαφθορά. Είναι ενδιαφέρον ότι ήταν η Βραζιλία και οι ΗΠΑ, οι χώρες που πρωτοστάτησαν στο Open Government Partnership, μια παγκόσμια πρωτοβουλία για την υιοθέτηση κανόνων ανοικτής διακυβέρνησης. Δυο χώρες με διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις που όμως -καθεμιά για τους δικούς της λόγους- διαπίστωσαν την ανάγκη να έχουν οι πολίτες τους ευχέρεια στην πρόσβαση του τρόπου λειτουργίας της κυβέρνησης και των στοιχείων που την συνοδεύουν.
ΥΓ. Στην χώρα μας, ο όρος opengov χρησιμοποιήθηκε με διαφορετικό τρόπο και συνδέθηκε με την ανοικτή διαδιασία επιλογής κυβερνητικών στελεχών, διαδικασία που δεν έχει κάτι αντίστοιχο στο εξωτερικό. Εκτός Ελλάδος, ο όρος opengov αναφέρεται στην δυνατότητα του πολίτη να έχει πρόσβαση σε όλες τις πλευρές και τα στοιχεία που αφορούν την κυβέρνηση -σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. (Αυτό που εμείς ονομάσαμε διαύγεια είναι σημαντικό μέρος του opengov. Οχι όμως το μόνο).
Saturday, March 02, 2013
Το τοπικά κολλέγια ως εναλλακτική λύση του σχεδίου Αθηνά
Το Υπουργείο Παιδείας και η κυβέρνηση ανακοίνωσαν το σχέδιό τους για το συμμάζεμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Το σχέδιο αυτό δεν είναι πλήρες, δεν λύνει το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί και έχει ήδη προκαλέσει πολλές αντιδράσεις, κυρίως από εκείνους τους οποίους καλεί να μετακινηθούν, όπως επίσης και τις πόλεις από τις οποίες θα απομακρυνθούν τμήματα πανεπιστημίων και ΤΕΙ.
Το σχέδιο Αθηνά προσεγγίζει ένα υπαρκτό πρόβλημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έχει όμως δύο βασικά μειονεκτήματα. Το πρώτο είναι ότι δεν διέπεται από κάποια συγκεκριμένη λογική και κανόνες που θα το καταστήσει αξιόπιστο σε όσους θίγονται. Τμήματα και φοιτητές μετακινούνται από μία πόλη σε άλλη, χωρίς σχεδιασμό και χωρίς ακαδημαϊκή εξήγηση με μόνο χαρακτηριστικό την συνάφεια των τίτλων των τμημάτων που μετακινούνται με αυτά στα οποία ενσωματώνονται. Οι αποφάσεις αλλάζουν απο μέρα σε μέρα ανάλογα με την πίεση που μπορούν να ασκήσουν οι τοπικοί παράγοντες (χαρακτηριστική είναι η «υπόσχεση» του υπουργού Παιδείας προς τον κυβερνητικό εκπρόσωπο -ενώπιον του πρωθυπουργού για εγγύηση- ότι το ΤΕΙ Χαλκίδας δεν κινδυνεύει). Διαιωνίζει δηλαδή την λογική που ακολουθήθηκε για να ιδρυθούν τα τμήματα αυτά, όπου πρώτα αποφασιζόταν ο τίτλος και η τοποθεσία και μετά ακολουθούσαν όλα τα άλλα (συνήθως με μεγάλη καθυστέρηση σε διάφορα σημαντικά θέματα, όπως αίθουσες, διδακτικό προσωπικό κτλ). Αυτό δικαιολογεί, σε κάποιο βαθμό, τις αντιδράσεις από τους ενδιαφερομένους για τα τμήματα που κλείνουν. Είναι φυσικό ότι αν προσπαθείς να λύσεις ένα πρόβλημα ακολουθώντας ακριβώς την λογική με την οποία το δημιούργησες, δεν είναι δυνατόν να αισιοδοξείς.
Το δεύτερο μειονέκτημα είναι ότι δεν περιλαμβάνει καμιά ουσιαστική ρύθμιση που να αφορά τα μεγάλα ιδρύματα, κυρίως σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, προφανώς γιατί για να περιοριστούν οι αντιδράσεις. Η ύπαρξη, αναρίθμητων τμημάτων με παρόμοιο γνωστικό αντικείμενο στα πανεπιστήμια της Αττικής, προκαλεί μεγάλη σπατάλη πόρων και ανθρώπινου δυναμικού. Η επαναφορά της πρότασης του Ανδρέα Παπανδρέου της δεκαετίας του 60 για την δημιουργία Αττικού Πανεπιστήμιου είναι ατυχής, όχι τόσο στην σύλληψή της, αλλά κυρίως στον σχεδιασμό της και στους στόχους της. Ακόμα και στην περίπτωση αυτή όμως δεν έχει εξηγηθεί η λογική της σχεδιαζόμενης ενέργειας. (Στο σημείο αυτό, έχει ενδιαφέρον και μια ιστορική αναφορά: από επιστολή του Ανδρέα Παπανδρέου σε συνάδελφό του στο πανεπιστήμιο του Berkeley το 1964, η οποία έχει περιέλθει στην αντίληψή μου, διάβασα την αναφορά του στο Αττικό Πανεπιστήμιο. Έγραφε στην επιστολή του ο Α. Παπανδρέου: «I tried to do something obvious for California and the US in Athens and all hell broke loose»).
Θα πρέπει βέβαια να επισημάνω μία ακόμα ασυνέπεια της σημερινής κυβέρνησης. Το 2011 η τότε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας (ο υπογράφων και η Α. Διαμαντοπούλου) αποφάσισε μία πολύ πιο ήπια προσαρμογή στα νέα δεδομένα. Δεν όρισε αριθμό εισακτέων σε 25 τμήματα πανεπιστημίων και ΤΕΙ που ήταν φανερό ότι δεν μπορούσαν να επιβιώσουν. Η απόφαση αυτή, αν και συνάντησε τις αναμενόμενες δυσκολίες και αντιδράσεις, τελικά εφαρμόσθηκε γιατί είχε καθαρά ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά που είχαν τεκμηριωθεί με ποσοτικά στοιχεία και δεν στόχευε σε εξυπηρετήσεις ή τιμωρίες πολιτικών φίλων ή αντιπάλων. Και ενώ η ενέργεια αυτή είχε υλοποιηθεί (με μεγάλο πολιτικό κόστος) και απλώς έπρεπε να διατηρηθεί, ο υπηρεσιακός Υπουργός Παιδείας Γ. Μπαμπινιώτης μιας τεχνοκρατικής (!) κυβέρνησης, για να εξυπηρετήσει τις πολιτικές σκοπιμότητες της Νέας Δημοκρατίας που τον είχε ορίσει, ακύρωσε την ενέργεια αυτή και επανέφερε εισακτέους στα τμήματα αυτά. (Αυτό αναδεικνύει το ότι ο πολιτικαντισμός εξακολουθεί και μετά τα μνημόνια να είναι το χαρακτηριστικό στην χώρα μας, όχι μόνο για τους επαγγελματίες πολιτικούς, αλλά και για τους «τεχνοκράτες»).
Η πολιτική τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες
Το 1964 στην Ελλάδα λειτουργούσαν δύο πανεπιστήμια. Το 1980 αυξήθηκαν σε έξι. Σήμερα, λειτουργούν 40 ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο λόγος δημιουργίας τόσων ιδρυμάτων, αλλά και τμημάτων στις διάφορες πόλεις της χώρας ήταν καθαρά αναπτυξιακός, χωρίς ακαδημαικά κριτήρια. Παρά το ότι έχω διαφωνήσει έντονα, σταθερά και διαχρονικά, με την πρακτική αυτή θεωρώντας, όπως και πολλοί άλλοι, ότι η εκπαιδευτική παράμετρος δεν μπορεί να υποβαθμίζεται για χάρη της ανάπτυξης με στρεβλό τρόπο, αντιλαμβάνομαι την επιθυμία των τοπικών παραγόντων για την ύπαρξη μονάδων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πέρα από το προφανές, την τόνωση δηλαδή της τοπικής οικονομίας, προκαλείται και μία αναζωογόνηση με την παρουσία πολλών νέων ανθρώπων σε περιοχές που έχουν αποψιλωθεί από την νεολαία. Ιδιαίτερα σήμερα που η οικονομική κρίση δεν έχει αφήσει τίποτα όρθιο στις περιοχές αυτές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_14/02/2013_511263), 31.528 φοιτητές θα υποχρεωθούν να μετακινηθούν σε άλλες πόλεις με την εφαρμογή του σχεδίου Αθηνά. Είναι φυσικό λοιπόν τόσο οι ίδιοι, όσο και οι καθηγητές, αλλά και οι τοπικές κοινωνίες να αντιδρούν στην απόφαση αυτή.
Ας δούμε κατ’ αρχήν τις βασικές πολιτικές επιλογές για την τριτοβάθμια εκπαίδευση των περασμένων δεκαετιών και τις αδυναμίες τους.
Κυρίαρχες επιλογές ήταν η μαζική τριτοβάθμια εκπαίδευση και η προσπάθεια ενίσχυσης της περιφέρειας μέσω της δημιουργίας μονάδων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε όλη την χώρα. Δύο ήταν οι παράγοντες που δεν ελήφθησαν υπ’ όψη στην στρατηγική αυτή. Η ποιότητα και το κόστος. Δεν υπήρξε επίσης κάποια πρόβλεψη για τις ικανότητες που απαιτούνταν για να σπουδάσει κανείς στο πανεπιστήμιο.
Το κόστος ποτέ δεν μπήκε στην εξίσωση. Δημιουργούνταν νέα τμήματα με εντυπωσιακούς τίτλους, ένοιωθαν ικανοποίηση οι τοπικές κοινωνίες που αποκτούσαν πανεπιστήμιο και εκλέγονταν πολλοί νέοι καθηγητές. Όταν τα οικονομικά δυσκόλεψαν το πρόβλημα των διδασκόντων άρχισε να αντιμετωπίζεται με διδάσκοντες του «ΠΔ407» στα πανεπιστήμια (προσωρινούς διδάσκοντες που κατά τεκμήριο πήγαιναν μια φορά την βδομάδα να διδάξουν άδειες -πολλές φορές- τάξεις) και με εκτάκτους στα ΤΕΙ. Το αποκορύφωμα της πολιτικής αυτής, ήταν η ίδρυση πανεπιστημίου με υπουργική τροπολογία έναν μήνα πριν τις τελευταίες εκλογές του 2009!
Σε μια προσπάθεια να διασφαλισθεί τουλάχιστον η ποιότητα, η πολιτική πρόταση της ηγεσίας του υπουργείου παιδείας το ’95 (νόμος για την δημιουργία του ΕΣΥΠ), θεσμοθέτησε την πιστοποίηση και την αξιολόγηση τόσο των τότε υπαρχουσών όσο και των όποιων νέων μονάδων (κάτι που βέβαια ποτέ δεν έγινε).
Η ενίσχυση της περιφέρειας όμως, μόνο εν μέρει επετεύχθη. Πολλοί από τους φοιτητές που εισάγονταν στα περιφερειακά ιδρύματα (κανείς δεν ξέρει τον ακριβή αριθμό τους), είτε δεν εγγράφονταν καθόλου, είτε έφευγαν με μετεγγραφή (άλλη μια αντίφαση μια και οι ηγεσίες χρησιμοποίησαν τις ανεξέλεγκτες μετεγγραφές για να αντιμετωπίσουν -εν μέρει μόνο- ένα άλλο κοινωνικό πρόβλημα). Η λύση αυτή βέβαια ήταν σε αντίφαση με την πολιτική ενίσχυσης της περιφέρειας.
Επίσης, σε αντίφαση με την πολιτική της μαζικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθιερώθηκε το 2006 η βάση του 10 για να βελτιώσει -υποτίθεται- την ποιότητα των σπουδαστών. Ποιός αλήθεια έχει μετρήσει αν υπάρχει πραγματική αναβάθμιση στα χρόνια που μεσολάβησαν; (Αντίθετα, η μελέτη των στοιχείων δείχνει ότι στο διάστημα 2007-2009 εισάγονταν υποψήφιοι που ναι μεν είχαν πετύχει μέσο όρο πάνω από 10, αλλά ταυτόχρονα είχαν 4 και 5 στα βασικά μαθήματα του αντικειμένου!). Επιπλέον, μονάδες και υποδομές υπολειτουργούσαν στο διάστημα αυτό και το προσωπικό υποαπασχολείτο. (Όσο οδυνηρό και αν είναι, ο πραγματικός τρόπος να ανέβει το επίπεδο των φοιτητών είναι να περιοριστεί ο αριθμός των πανεπιστημιακών μονάδων, και επομένως να περιοστεί απολύτως ο αριθμός των εισακτέων στα πανεπιστήμια...).
Τα τοπικά Κολλέγια
Προ ημερών συμπληρώθηκαν 3 χρόνια από τότε που διατύπωσα την πρόταση για ίδρυση τοπικών κολλεγίων ως μέσου για την αντιμετώπιση του προβλήματος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην χώρα μας. Ουσιαστικά τότε, επανελάμβανα σε βελτιωμένη μορφή προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα, πρόταση που είχαμε κάνει με τον Γ. Παπανδρέου το 1996 με την ευκαιρία της αναθεώρησης του Συντάγματος. Η πρόταση αυτή, αν και δεν είχε συναντήσει αντιδράσεις επί της ουσίας, δεν υλοποιήθηκε για λόγους βραχυπρόθεσμων πολιτικών σκοπιμοτήτων, ενδεχομένως και ατυχών χειρισμών εκ μέρους μου (λεπτομέρειες για την δομή τους και τον τρόπο λειτουργίας των τοπικών κολλεγίων σε παλαιότερες αναρτήσεις μου εδώ και εδώ).
Στην συνέχεια, θα αναφερθώ στην σημασία της ίδρυσης τοπικών κολλεγίων και την πιθανή συνεισφορά τους (και) στην αντιμετώπιση του προβλήματος που αντιμετωπίζουμε σήμερα.
Ο όρος «τοπικά κολλέγια» αναφέρεται σε μονάδες μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που είναι ουσιαστικά αυτοτελή αλλά ταυτόχρονα και «μεταβατικά» ιδρύματα. Η εισαγωγή σε αυτά γίνεται ελεύθερα. Δεν υπάρχουν κανενός είδους εξετάσεις. Μπορεί να εγγραφεί όποιος έχει τελειώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Οι σπουδές είναι εξαμηνιαίες (π.χ. για οικοδόμους), μονοετείς, διετείς, ή τριετείς και είναι όλα δημόσια. Ολοι όσοι ολοκληρώνουν τις σπουδές τους αποκτούν τίτλο σπουδών. Σε αυτά μπορούν να εγγραφούν όχι μόνο νέοι απόφοιτοι Λυκείου, αλλά και πολίτες οποιασδήποτε ηλικίας που θέλουν να αποκτήσουν κάποιες γνώσεις για να βελτιώσουν τα προσόντα τους (π.χ. να σπουδάσουν την χρήση υπολογιστών). Οι τελευταίοι δύνανται να επιλέξουν και βραδινά μαθήματα ή μαθήματα από απόσταση.
Όσοι θέλουν να «μεταπηδήσουν» σε πανεπιστήμια, πρέπει να συμπληρώσουν τον διετή κύκλο σπουδών. Τριετής κύκλος υπάρχει, για παράδειγμα, για όσους θέλουν να σπουδάσουν νοσοκόμοι (όσοι εξ αυτών θέλουν να αποκτήσουν πανεπιστημιακό τίτλο νοσηλευτή εγγράφονται σε πανεπιστήμια μετά το δεύτερο έτος σπουδών).
Το πρώτο έτος σπουδών προσφέρει γενική εκπαίδευση (κάτι όπως το πρώτο έτος του πανεπιστημίου). Στο δεύτερο, όσοι θέλουν να μεταπηδήσουν στο πανεπιστήμιο, συνεχίζουν την γενική εκπαίδευση. Όσοι θέλουν να αποκτήσουν τεχνική εκπαίδευση επιλέγουν το αντικείμενο που επιθυμούν και εξειδικεύονται σε αυτό. Αυτό επιτρέπει στους νέους να αλλάξουν γνώμη χωρίς να χάσουν ένα πολύτιμο χρόνο σε φροντιστήρια.
Για μία πληρέστερη εικόνα, θα περιγράψω τον τρόπο λειτουργίας των τοπικών κολλεγίων στις ΗΠΑ, όπου υφίστανται από το 1908 και συγκεκριμένα στην Καλιφόρνια που έχει το μεγαλύτερο σύστημα τοπικών κολλεγίων στον κόσμο.
Τα νέα προγράμματα σπουδών κάθε κολλεγίου εγκρίνονται σε πολιτειακό επίπεδο. Κάθε κολλέγιο ξεκινά ως ένα εκπαιδευτικό κέντρο. Αν η εξέλιξή του είναι επιτυχής, μετατρέπεται σε πλήρες κολλέγιο.
Σε σχέση με την διοίκηση, στην Καλιφόρνια υπάρχει ένα πολιτειακό συμβούλιο διοίκησης (board of trustees) που επιλέγει τον πρύτανη που διευθύνει όλο το πολιτειακό σύστημα των κολλεγίων. Για κάθε κολλέγιο όμως, υπάρχει συμβούλιο διοίκησης που προσλαμβάνει τον πρόεδρο του συγκεκριμένου κολλεγίου. Υπάρχουν και περιφέρειες τοπικών κολλεγίων (Community College Districts) που έχουν περιφερειακό συμβούλιο διοίκησης.
Τα δίδακτρα στην Καλιφόρνια είναι πολύ χαμηλά ($26/ανά μάθημα). (Ήταν $20 πριν να ξεσπάσει η οικονομική κρίση). Είναι φανερό ότι τα δίδακτρα αυτά καλύπτουν πολύ μικρό μέρος του πραγματικού κόστους σπουδών. Η χρηματοδότηση από την πολιτεία γίνεται από ειδικό ποσοστό της φορολογίας των τοπικών ακινήτων και από πολιτειακούς πόρους.
Οι διδάσκοντες επιλέγονται τοπικά και πρέπει να έχουν τουλάχιστον πτυχίο Μάστερ. Το Μάστερ δεν απαιτείται για όσους διδάσκουν τα απολύτως τεχνικά θέματα. Οι διδάσκοντες πλήρους απασχόλησης μπορούν να μονιμοποιηθούν μετά από κρίση. Οι διδάσκοντες μερικής απασχόλησης είναι προσωρινοί. Το 65-70% των διδασκόντων είναι πλήρους απασχόλησης. Συνήθως, είναι απόφοιτοι των πολιτειακών πανεπιστημίων (State Universities). Από εκεί συχνά προέρχονται και οι δάσκαλοι πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Καλιφόρνια.
Τα κολλέγια αυτά τα επιλέγουν όσοι θέλουν να πάρουν επαγγελματική τεχνική εκπαίδευση και κατάρτιση, αλλά και όσοι επιθυμούν να συνεχίσουν στο πανεπιστήμιο αλλά δεν πέτυχαν στην πρώτη τους προσπάθεια.
Τα πανεπιστήμια απορροφούν ένα πολύ μεγάλο μέρος των αποφοίτων των κολλεγίων αυτών. Είναι εντυπωσιακό ότι περισσότεροι από το 1/3 των φοιτητών του πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ είναι απόφοιτοι τοπικών κολλεγίων. Το ποσοστό αυτών που εγγράφονται στα πολιτειακά πανεπιστήμια (California State Universities) κυμαίνεται από 40-50%. Αυτή την στιγμή, το 70% των προπτυχιακών φοιτητών στην Καλιφόρνια φοιτούν σε τοπικά κολλέγια (το αντίστοιχο ποσοστό σε όλη την Αμερική είναι 40%).
Η διαδρομή τοπικό κολλέγιο-πανεπιστήμιο είναι και μια από τις χαρακτηριστικότερες εκφάνσεις της κινητικότητας μεταξύ βαθμίδων της εκπαίδευσης στις ΗΠΑ.
Από τις 120 περίπου εκπαιδευτικές μονάδες που απαιτούνται για την απόκτηση του πτυχίου Bachelor στο πανεπιστήμιο, ένα μεγάλο ποσοστό προέρχεται από μεταφορά των εκπαιδευτικών μονάδων που αποκτήθηκαν στα τοπικά κολλέγια. Έτσι, και τίποτα δεν πηγαίνει χαμένο αλλά και τα πανεπιστήμια απαλλάσσονται από ένα μεγάλο μέρος εισαγωγικών σπουδών που γίνονται στα κολλέγια. (Για να το πώ περισσότερο τεχνικά με ένα παράδειγμα από τα μαθηματικά, δεν είναι απαραίτητο να διδάσκεται ο στοιχειώδης απειροστικός λογισμός μόνο στο πανεπιστήμιο – μπορεί κάλλιστα να έχει ήδη διδαχθεί και σε ένα τοπικό κολλέγιο, αποφορτίζοντας τα πλέον «μεγάλα» ακροατήρια τέτοιων μαθημάτων στο πανεπιστήμιο).
Ένας από τους λόγους που τα τοπικά κολλέγια είναι τόσο σημαντικά είναι ότι στοιχίζει στην πολιτεία πολύ λιγότερο να πειραματισθεί με ένα νέο τοπικό κολλέγιο παρά με ένα πανεπιστήμιο (η διαφορά μεγέθους των απαιτούμενων επενδύσεων είναι τεράστια). Τα τοπικά κολλέγια είναι αποκλειστικά εκπαιδευτικές μονάδες (και όχι ερευνητικές). Μπορεί να αναλογιστεί κανείς πόσο κοστίζει η πρόσληψη ενός καθηγητή πειραματικής φυσικής σε ένα πανεπιστήμιο (όπου πέραν του μισθού, απαιτείται εξοπλισμός εργαστηρίου) σε σχέση με το πόσο κοστίζει η πρόσληψη σε ένα τοπικό κολλέγιο ενός διδάσκοντα πειραματικής φυσικής (και ενδεχομένως ένα στοιχειώδες διδακτικό εργαστήριο). Αμφότερα όμως, μπορούν να διδάξουν τον ίδιο αριθμό φοιτητών.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα τοπικά κολλέγια έχουν τον μεγαλύτερο ρυθμό ανάπτυξης από οποιονδήποτε άλλο εκπαιδευτικό τομέα στην Αμερική. Είναι ο τομέας εκπαίδευσης που προσαρμόζεται ταχύτερα στις ανάγκες της κοινωνίας.
Η κυβέρνηση Ομπάμα δίνει έμφαση στην εκπαιδευτική της πολιτική σε αυτά και ο ίδιος ο Ομπάμα μιλά πολύ συχνά για την σημασία τους και έχει διαμορφώσει σχέδιο ενίσχυσής τους. Μάλιστα, σε ομιλία του που αιτιολόγησε την έμφαση στα τοπικά κολλέγια, εξήγησε ότι μαζική τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μαζική πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ο τομέας των τοπικών κολλεγίων υπέστη τις μικρότερες περικοπές (8%) από οποιονδήποτε άλλο τομέα της εκπαίδευσης στην αρχή της οικονομικής κρίσης στις ΗΠΑ.
Είναι πολλές πλέον οι χώρες που μελετούν με ενδιαφέρον το μοντέλο των τοπικών κολλεγίων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει δείξει η Κίνα.
Τα τοπικά Κολλέγια και η μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα
Πώς θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που προανέφερα -και πολλά άλλα- η δημιουργία τοπικών κολλεγίων;
· Θα δημιουργήσει μια ενδιάμεση βαθμίδα -που θα λειτουργεί και ως «γέφυρα»- μεταξύ της δευτεροβάθμιας και της ανώτατης εκπαίδευσης με κινητικότητα μεταξύ των βαθμίδων, καταργώντας τα απόλυτα στεγανά που υφίστανται σήμερα.
· Θα αποφορτίσει τις σπουδές στο Λύκειο από το άγχος των εισαγωγικών εξετάσεων αφού όλοι θα έχουν πρόσβαση στα κολλέγια χωρίς εξετάσεις. Αυτό δεν έχει καμμία σχέση με την ελεύθερη πρόσβαση στα πανεπιστήμια που προτείνουν πολλοί, γιατί με αυτήν όλοι θα έπρεπε να εισαχθούν σε πανεπιστημιακές σχολές που δεν έχουν υποδομές για μαζική εκπαίδευση.
· Με δεδομένο ότι θα μπορούν να εγγραφούν σε αυτά όλοι οι ενδιαφερόμενοι χωρίς το άγχος των πανελληνίων εξετάσεων θα μειωθεί σημαντικά η ανάγκη προσφυγής στα φροντιστήρια.
· Θα περιορίσει την συχνότητα του φαινομένου να χάνει ένας νέος που απέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις δύο και τρία από τα πλέον παραγωγικά χρόνια της ζωής του κάνοντας φροντιστήριο – κάτι άκρως αντιεκπαιδευτικό και αντιοικονομικό- προκειμένου να ξαναδοκιμάσει στις γενικές εξετάσεις.
· Θα απελευθερώσει πολύτιμο χρόνο στους μαθητές του Λυκείου από τα φροντιστήρια και θα τους δώσει την δυνατότητα ενασχόλησης με άλλες ενδιαφέρουσες και χρήσιμες δραστηριότητες.
· Θα περιορίσει την πίεση για μετεγγραφές γιατί οι νέοι θα έχουν την δυνατότητα να σπουδάσουν στα κολλέγια της δικής τους περιοχής, αντί να αναγκάζονται να εγγράφονται σε τμήματα μακριά από το σπίτι, με αντικείμενο πολλές φορές άσχετο με τις προτιμήσεις τους, και στην συνέχεια να επιδιώκουν μετεγγραφή.
· Τα νέα παιδιά θα έχουν την ευκαιρία σε ένα ή δύο χρόνια να διαπιστώσουν αν πραγματικά έχουν τις δυνατότητες ή και το ενδιαφέρον να ακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές ή -σε αντίθετη περίπτωση- αν είναι προτιμότερο να επιδιώξουν μια επαγγελματική κατάρτιση. Θα αποκλιμακωθεί έτσι ο «πληθωρισμός» στην ζήτηση πανεπιστημιακών σπουδών.
· Μετά το τέλος της διετούς φοίτησης, όσοι επιλέξουν να μην ακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές θα αποκτούν ένα χρήσιμο τίτλο σπουδών με επαγγελματικά δικαιώματα (και όχι δυο χαμένα και χρυσοπληρωμένα χρόνια φροντιστηρίου).
· Στα κολλέγια μπορούν να ενταχθούν -ή να μετατραπούν- και τα ΙΕΚ που λειτουργούν σήμερα στην περιφέρεια. Θα λυθεί έτσι και άλλο ένα πρόβλημα: αυτό της έλλειψης κινητικότητας μεταξύ ΙΕΚ και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
· Οι μονάδες αυτές (σε αντίθεση με τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ) θα μπορούν εύκολα να προσαρμόζονται σε νέα επιστημονικά η επαγγελματικά δεδομένα. Αυτό θα έχει ως πρόσθετο αποτέλεσμα ότι θα μειωθεί η ανάγκη -και η πίεση- δημιουργίας νέων τμημάτων.
· Θα είναι πολύ ευκολότερο να καλυφθούν οι διδακτικές ανάγκες στο επίπεδο αυτό.
· Θα υπάρξει μεγάλη αποσυμφόρηση των πανεπιστημίων, κυρίως των κεντρικών, αφού για πολλούς οι γενικές βασικές σπουδές των πρώτων ετών θα γίνονται στα τοπικά κολλέγια. (Όσοι έχουν μελετήσει λίγο τα στοιχεία γνωρίζουν ότι οι περισσότεροι λιμνάζοντες φοιτητές βρίσκονται στα πρώτα δύο πανεπιστημιακά έτη σπουδών -προσοχή, όχι ημερολογιακά έτη- που μόλις ξεπεράσουν το στάδιο αυτό, συγκεντρώνονται και προσπαθούν να τελειώσουν όσο το δυνατόν συντομότερα).
· Θα αποκτήσουν ουσία οι εκπαιδευτικές μονάδες αφού με βάση αυτές και την σχέση που οι προηγούμενες σπουδές θα έχουν με το συγκεκριμένο τμήμα του πανεπιστημίου ή ΤΕΙ στο οποίο θα θέλει κάποιος απόφοιτος κολλεγίου να μεταπηδήσει, θα αναγνωρίζεται η προηγούμενη εκπαίδευση (και όχι απλώς με βάση τα χρόνια σπουδών).
· Τα τοπικά κολλέγια θα εξυπηρετήσουν με τον καλύτερο τρόπο και την δια βίου μάθηση αφού ο κάθε πολίτης που θα θέλει να αποκτήσει γνώσεις ή δεξιότητες σε κάποια φάση της ζωής του θα το κάνει εύκολα χωρίς να απομακρυνθεί από το σπίτι του και την δουλειά του. Θα μπορεί δε, να παρακολουθήσει και ένα μόνο μάθημα που πιθανόν θα τον ενδιαφέρει για την δουλειά του είτε για την βελτίωση των γνώσεών του, παίρνοντας ταυτόχρονα σχετική έγκυρη πιστοποίηση, χωρίς να υποχρεώνεται να το κάνει αυτό παρακολουθώντας αμφίβολης ποιότητας σεμινάρια σε αμφίβολης ποιότητας οργανισμούς και παίρνοντας αμφίβολης αξίας πιστοποιητικά.
· Τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ θα μπορούν να συνεργάζονται με τα κολλέγια αυτά, ακόμα και να ιδρύουν κολλέγια ως παραρτήματα (αντί να ιδρύονται μεμονωμένα πανεπιστημιακά τμήματα σε πόλεις που καμιά ουσιαστική σύνδεση δεν έχουν με το πανεπιστήμιο στο οποίο ανήκουν). Θα ελέγχουν έτσι και την ποιότητα των σπουδών σε αυτά και την αντιστοιχία τους με τις απαιτήσεις τους (κάτι που δεν γίνεται σήμερα).
· Η τοπική αυτοδιοίκηση και η κοινωνία θα μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά στην λειτουργία τους.
· Το κόστος ίδρυσης και λειτουργίας τους θα ήταν εξαιρετικά χαμηλότερο από το αντίστοιχο πανεπιστημίων και ΤΕΙ.
Σε μια τέτοια προσέγγιση, τμήματα πανεπιστημίων και ΤΕΙ που σήμερα έχουν κενές θέσεις ή προορίζονται για κλείσιμο και μεταφορά, θα μπορούσαν να μετατραπούν σε κολλέγια που θα λειτουργούσαν υπό την εποπτεία των αντιστοίχων ιδρυμάτων, καθιστώντας άνευ αντικειμένου και το πρόβλημα της βάσης του 10 που τόσο πολύ μας απασχολεί.
Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι η πρόταση αυτή είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη και από το 2010 και από το 1996, αλλά και από οποιαδήποτε άλλη εποχή και μπορεί να αντικαταστήσει το σχέδιο Αθηνά και να αποτελέσει το πραγματικό όχημα για την αλλαγή του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
Πέραν όλων των άλλων, έχει πλέον αποδειχθεί ότι η μαζική πανεπιστημιακή εκπαίδευση έχει αποτύχει σε όλες της τις εκφάνσεις, ακόμα και σε αυτήν για την οποία κυρίως δημιουργήθηκε, δηλαδή την κοινωνική κινητικότητα και την διαμόρφωση ευκαιριών για τις λιγότερο ευνοημένες κοινωνικές τάξεις. Αντίθετα, η μαζική τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου η μαζικότητα επικεντρώνεται κυρίως στα τοπικά κολλέγια και στα ΤΕΙ και δίνει στα πανεπιστήμια μια πιο περιορισμένη προσβασιμότητα, είναι και σε αυτόν το τομέα η καταλληλότερη τακτική.
Το σχέδιο Αθηνά, τα τοπικά κολλέγια και τα συμβούλια διοίκησης
Οι αδυναμίες του σχεδίου Αθηνά αναδεικνύουν την ανάγκη μίας περισσότερο ορθολογικά καταρτισμένης πρότασης και μου επιτρέπουν να γνωστοποιήσω τις απόψεις που είχα καταθέσει στην τελευταία μας συνάντηση με την τότε Υπουργό Α. Διαμαντοπούλου και τον τότε Πρωθυπουργό Γ.Α. Παπανδρέου πριν από την κατάθεση του νόμου για τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ και πριν από τον ανασχηματισμό της 17ης Ιουνίου 2011. Η πρότασή μου εκείνη συνίστατο στις εξής παραμέτρους:
Η σύμπτυξη της τριτοβάθμιας πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης, θα έπρεπε να προηγηθεί της αλλαγής της λειτουργίας των πανεπιστήμιων και των ΤΕΙ.
Σύμφωνα με την πρότασή μου θα έπρεπε να υπάρξουν συμβούλια διοίκησης που θα επόπτευαν όλα τα ιδρύματα μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (πανεπιστήμια, ΤΕΙ, τοπικά κολλέγια και τα ΙΕΚ για όσο ακόμα χρόνο λειτουργούσαν) σε πέντε έως έξι μεγάλες γεωγραφικές περιοχές της χώρας. Το κάθε συμβούλιο θα είχε συντονιστικό ρόλο για όλα τα ιδρύματα της περιοχής και θα ήταν εκείνο που θα αποφάσιζε, μετά από εσωτερικό διάλογο, τις όποιες μεταβολές στην δομή των ιδρυμάτων της περιοχής του. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα απαιτείτο το κλείσιμο κανενός τμήματος ή σχολής ή ιδρύματος σε οποιαδήποτε περιοχή της χώρας. Το συμβούλιο διοίκησης θα αποφάσιζε ποια από τα υπάρχοντα τμήματα θα μετατρέπονταν σε διετή προγράμματα τοπικών κολλεγίων, ποιά τμήματα ΤΕΙ θα διατηρούνταν ή θα συγχωνεύονταν και με ποια πανεπιστημιακά τμήματα θα συνέβαινε το ίδιο. Ταυτόχρονα, θα καθόριζε τις διαδικασίες με τις οποίες θα μπορούσε να υπάρχει εσωτερική κινητικότητα μεταξύ των φοιτητών των τοπικών κολλεγίων, των ΤΕΙ και των πανεπιστήμιων, αλλά και των διδασκόντων σε αυτά. Με τον τρόπο αυτόν οι φοιτητές των τοπικών κολλεγίων δεν θα έπρεπε να θεωρούνται οι φτωχοί συγγενείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Θα είχαν την ευχέρεια είτε να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους στα δύο χρόνια στον τόπο καταγωγής τους και να αποκτήσουν επαγγελματικά εφόδια και επαγγελματικά δικαιώματα είτε, αν είχαν τις δυνατότητες, να μεταπηδήσουν σε ΤΕΙ ή και σε πανεπιστήμια της περιοχής τους ή άλλων περιοχών με αναγνώριση φυσικά όλων των σπουδών τους στις προηγούμενες φάσεις από τα ίδια τα ιδρύματα.
Η προσέγγιση αυτή, εκτός των άλλων, θα περιόριζε σημαντικά τα έξοδα των οικογενειών για φροντιστήρια αφού η πρόσβαση στα τοπικά κολλέγια θα ήταν δωρεάν και μόνο εκείνοι, οι οποίοι θα είχαν τις διαπιστωμένες δυνατότητες μετά από δύο χρόνια σπουδών -και φυσικά την επιθυμία- θα μπορούσαν να συνεχίσουν στα πανεπιστήμια ή στα ΤΕΙ.
Το αντεπιχείρημα στην πρόταση αυτή ήταν –όπως πάντα- το συνταγματικό. Εκτιμώ ότι, όπως και με τα συμβούλια διοίκησης, το πρόβλημα αυτό είναι ανύπαρκτο.
Η πρόταση αυτή μπορεί και σήμερα να υιοθετηθεί με ορισμένες προσαρμογές. Με δεδομένο ότι έχουν ήδη επιλεγεί τα συμβούλια διοίκησης στα υπάρχοντα ιδρύματα, θα μπορούσε, αφού καθορισθούν οι πέντε έως έξι γεωγραφικές περιοχές που προανέφερα, να υπάρξει ένα συντονιστικό συμβούλιο διοίκησης για όλες τις μονάδες της κάθε περιοχής. Το συμβούλιο αυτό δεν χρειάζεται να διαμορφώσει νέες γραφειοκρατικές διαδικασίες με νέα μέλη. Θα μπορούσε να αποτελείται από μέλη των ήδη υπαρχόντων συμβουλίων. Ακόμα καλύτερα, θα μπορούσε να αποτελείται από τα εξωτερικά μέλη των υπαρχόντων συμβουλίων σε κάθε περιοχή, ώστε να αποφευχθούν και οι πιθανές δεσμεύσεις των εσωτερικών μελών του συμβουλίου στα ιδρύματα από τα οποία προέρχονται.
Η υιοθέτηση της πρότασης αυτής θα απεμπλέξει το Υπουργείο Παιδείας από τις μικροπολιτικές διεργασίες στις οποίες έχει εμπλακεί και θα επιτρέψει στις τοπικές κοινωνίες να συμβάλλουν καλύτερα στην διαμόρφωση ενός νέου χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Με αυτήν επίσης δεν θα απαξιωθούν οι υφιστάμενες υποδομές (που έγιναν με χρήματα των φορολογουμένων) και δεν θα υποαπασχολούνται πολλοί διδάσκοντες.
Ο ρόλος της κεντρικής κυβέρνησης θα περιορίζεται μόνο την χρηματοδότηση που θα μπορεί να εξασφαλίσει για κάθε περιοχή καθώς και τα ποσοστά από το ΕΣΠΑ που θα μπορούν να αξιοποιηθούν για τον σκοπό αυτό.
Ετσι, αντί το πρόβλημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να οδηγήσει σε νέο μαρασμό και διαμαρτυρίες, θα αποτελέσει την αφορμή για ουσιαστική ανάπτυξη με ορθολογικά –για πρώτη φορά- ακαδημαϊκά κριτήρια.
Ελπίζω η πρότασή μου αυτή να είναι χρήσιμη ως συμβολή για το ξεπέρασμα των αδυναμιών και αδιεξόδων που έχει δημιουργήσει η πρόταση του σχεδίου Αθηνά.
Το σχέδιο Αθηνά προσεγγίζει ένα υπαρκτό πρόβλημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έχει όμως δύο βασικά μειονεκτήματα. Το πρώτο είναι ότι δεν διέπεται από κάποια συγκεκριμένη λογική και κανόνες που θα το καταστήσει αξιόπιστο σε όσους θίγονται. Τμήματα και φοιτητές μετακινούνται από μία πόλη σε άλλη, χωρίς σχεδιασμό και χωρίς ακαδημαϊκή εξήγηση με μόνο χαρακτηριστικό την συνάφεια των τίτλων των τμημάτων που μετακινούνται με αυτά στα οποία ενσωματώνονται. Οι αποφάσεις αλλάζουν απο μέρα σε μέρα ανάλογα με την πίεση που μπορούν να ασκήσουν οι τοπικοί παράγοντες (χαρακτηριστική είναι η «υπόσχεση» του υπουργού Παιδείας προς τον κυβερνητικό εκπρόσωπο -ενώπιον του πρωθυπουργού για εγγύηση- ότι το ΤΕΙ Χαλκίδας δεν κινδυνεύει). Διαιωνίζει δηλαδή την λογική που ακολουθήθηκε για να ιδρυθούν τα τμήματα αυτά, όπου πρώτα αποφασιζόταν ο τίτλος και η τοποθεσία και μετά ακολουθούσαν όλα τα άλλα (συνήθως με μεγάλη καθυστέρηση σε διάφορα σημαντικά θέματα, όπως αίθουσες, διδακτικό προσωπικό κτλ). Αυτό δικαιολογεί, σε κάποιο βαθμό, τις αντιδράσεις από τους ενδιαφερομένους για τα τμήματα που κλείνουν. Είναι φυσικό ότι αν προσπαθείς να λύσεις ένα πρόβλημα ακολουθώντας ακριβώς την λογική με την οποία το δημιούργησες, δεν είναι δυνατόν να αισιοδοξείς.
Το δεύτερο μειονέκτημα είναι ότι δεν περιλαμβάνει καμιά ουσιαστική ρύθμιση που να αφορά τα μεγάλα ιδρύματα, κυρίως σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, προφανώς γιατί για να περιοριστούν οι αντιδράσεις. Η ύπαρξη, αναρίθμητων τμημάτων με παρόμοιο γνωστικό αντικείμενο στα πανεπιστήμια της Αττικής, προκαλεί μεγάλη σπατάλη πόρων και ανθρώπινου δυναμικού. Η επαναφορά της πρότασης του Ανδρέα Παπανδρέου της δεκαετίας του 60 για την δημιουργία Αττικού Πανεπιστήμιου είναι ατυχής, όχι τόσο στην σύλληψή της, αλλά κυρίως στον σχεδιασμό της και στους στόχους της. Ακόμα και στην περίπτωση αυτή όμως δεν έχει εξηγηθεί η λογική της σχεδιαζόμενης ενέργειας. (Στο σημείο αυτό, έχει ενδιαφέρον και μια ιστορική αναφορά: από επιστολή του Ανδρέα Παπανδρέου σε συνάδελφό του στο πανεπιστήμιο του Berkeley το 1964, η οποία έχει περιέλθει στην αντίληψή μου, διάβασα την αναφορά του στο Αττικό Πανεπιστήμιο. Έγραφε στην επιστολή του ο Α. Παπανδρέου: «I tried to do something obvious for California and the US in Athens and all hell broke loose»).
Θα πρέπει βέβαια να επισημάνω μία ακόμα ασυνέπεια της σημερινής κυβέρνησης. Το 2011 η τότε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας (ο υπογράφων και η Α. Διαμαντοπούλου) αποφάσισε μία πολύ πιο ήπια προσαρμογή στα νέα δεδομένα. Δεν όρισε αριθμό εισακτέων σε 25 τμήματα πανεπιστημίων και ΤΕΙ που ήταν φανερό ότι δεν μπορούσαν να επιβιώσουν. Η απόφαση αυτή, αν και συνάντησε τις αναμενόμενες δυσκολίες και αντιδράσεις, τελικά εφαρμόσθηκε γιατί είχε καθαρά ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά που είχαν τεκμηριωθεί με ποσοτικά στοιχεία και δεν στόχευε σε εξυπηρετήσεις ή τιμωρίες πολιτικών φίλων ή αντιπάλων. Και ενώ η ενέργεια αυτή είχε υλοποιηθεί (με μεγάλο πολιτικό κόστος) και απλώς έπρεπε να διατηρηθεί, ο υπηρεσιακός Υπουργός Παιδείας Γ. Μπαμπινιώτης μιας τεχνοκρατικής (!) κυβέρνησης, για να εξυπηρετήσει τις πολιτικές σκοπιμότητες της Νέας Δημοκρατίας που τον είχε ορίσει, ακύρωσε την ενέργεια αυτή και επανέφερε εισακτέους στα τμήματα αυτά. (Αυτό αναδεικνύει το ότι ο πολιτικαντισμός εξακολουθεί και μετά τα μνημόνια να είναι το χαρακτηριστικό στην χώρα μας, όχι μόνο για τους επαγγελματίες πολιτικούς, αλλά και για τους «τεχνοκράτες»).
Η πολιτική τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες
Το 1964 στην Ελλάδα λειτουργούσαν δύο πανεπιστήμια. Το 1980 αυξήθηκαν σε έξι. Σήμερα, λειτουργούν 40 ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο λόγος δημιουργίας τόσων ιδρυμάτων, αλλά και τμημάτων στις διάφορες πόλεις της χώρας ήταν καθαρά αναπτυξιακός, χωρίς ακαδημαικά κριτήρια. Παρά το ότι έχω διαφωνήσει έντονα, σταθερά και διαχρονικά, με την πρακτική αυτή θεωρώντας, όπως και πολλοί άλλοι, ότι η εκπαιδευτική παράμετρος δεν μπορεί να υποβαθμίζεται για χάρη της ανάπτυξης με στρεβλό τρόπο, αντιλαμβάνομαι την επιθυμία των τοπικών παραγόντων για την ύπαρξη μονάδων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πέρα από το προφανές, την τόνωση δηλαδή της τοπικής οικονομίας, προκαλείται και μία αναζωογόνηση με την παρουσία πολλών νέων ανθρώπων σε περιοχές που έχουν αποψιλωθεί από την νεολαία. Ιδιαίτερα σήμερα που η οικονομική κρίση δεν έχει αφήσει τίποτα όρθιο στις περιοχές αυτές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_14/02/2013_511263), 31.528 φοιτητές θα υποχρεωθούν να μετακινηθούν σε άλλες πόλεις με την εφαρμογή του σχεδίου Αθηνά. Είναι φυσικό λοιπόν τόσο οι ίδιοι, όσο και οι καθηγητές, αλλά και οι τοπικές κοινωνίες να αντιδρούν στην απόφαση αυτή.
Ας δούμε κατ’ αρχήν τις βασικές πολιτικές επιλογές για την τριτοβάθμια εκπαίδευση των περασμένων δεκαετιών και τις αδυναμίες τους.
Κυρίαρχες επιλογές ήταν η μαζική τριτοβάθμια εκπαίδευση και η προσπάθεια ενίσχυσης της περιφέρειας μέσω της δημιουργίας μονάδων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε όλη την χώρα. Δύο ήταν οι παράγοντες που δεν ελήφθησαν υπ’ όψη στην στρατηγική αυτή. Η ποιότητα και το κόστος. Δεν υπήρξε επίσης κάποια πρόβλεψη για τις ικανότητες που απαιτούνταν για να σπουδάσει κανείς στο πανεπιστήμιο.
Το κόστος ποτέ δεν μπήκε στην εξίσωση. Δημιουργούνταν νέα τμήματα με εντυπωσιακούς τίτλους, ένοιωθαν ικανοποίηση οι τοπικές κοινωνίες που αποκτούσαν πανεπιστήμιο και εκλέγονταν πολλοί νέοι καθηγητές. Όταν τα οικονομικά δυσκόλεψαν το πρόβλημα των διδασκόντων άρχισε να αντιμετωπίζεται με διδάσκοντες του «ΠΔ407» στα πανεπιστήμια (προσωρινούς διδάσκοντες που κατά τεκμήριο πήγαιναν μια φορά την βδομάδα να διδάξουν άδειες -πολλές φορές- τάξεις) και με εκτάκτους στα ΤΕΙ. Το αποκορύφωμα της πολιτικής αυτής, ήταν η ίδρυση πανεπιστημίου με υπουργική τροπολογία έναν μήνα πριν τις τελευταίες εκλογές του 2009!
Σε μια προσπάθεια να διασφαλισθεί τουλάχιστον η ποιότητα, η πολιτική πρόταση της ηγεσίας του υπουργείου παιδείας το ’95 (νόμος για την δημιουργία του ΕΣΥΠ), θεσμοθέτησε την πιστοποίηση και την αξιολόγηση τόσο των τότε υπαρχουσών όσο και των όποιων νέων μονάδων (κάτι που βέβαια ποτέ δεν έγινε).
Η ενίσχυση της περιφέρειας όμως, μόνο εν μέρει επετεύχθη. Πολλοί από τους φοιτητές που εισάγονταν στα περιφερειακά ιδρύματα (κανείς δεν ξέρει τον ακριβή αριθμό τους), είτε δεν εγγράφονταν καθόλου, είτε έφευγαν με μετεγγραφή (άλλη μια αντίφαση μια και οι ηγεσίες χρησιμοποίησαν τις ανεξέλεγκτες μετεγγραφές για να αντιμετωπίσουν -εν μέρει μόνο- ένα άλλο κοινωνικό πρόβλημα). Η λύση αυτή βέβαια ήταν σε αντίφαση με την πολιτική ενίσχυσης της περιφέρειας.
Επίσης, σε αντίφαση με την πολιτική της μαζικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθιερώθηκε το 2006 η βάση του 10 για να βελτιώσει -υποτίθεται- την ποιότητα των σπουδαστών. Ποιός αλήθεια έχει μετρήσει αν υπάρχει πραγματική αναβάθμιση στα χρόνια που μεσολάβησαν; (Αντίθετα, η μελέτη των στοιχείων δείχνει ότι στο διάστημα 2007-2009 εισάγονταν υποψήφιοι που ναι μεν είχαν πετύχει μέσο όρο πάνω από 10, αλλά ταυτόχρονα είχαν 4 και 5 στα βασικά μαθήματα του αντικειμένου!). Επιπλέον, μονάδες και υποδομές υπολειτουργούσαν στο διάστημα αυτό και το προσωπικό υποαπασχολείτο. (Όσο οδυνηρό και αν είναι, ο πραγματικός τρόπος να ανέβει το επίπεδο των φοιτητών είναι να περιοριστεί ο αριθμός των πανεπιστημιακών μονάδων, και επομένως να περιοστεί απολύτως ο αριθμός των εισακτέων στα πανεπιστήμια...).
Τα τοπικά Κολλέγια
Προ ημερών συμπληρώθηκαν 3 χρόνια από τότε που διατύπωσα την πρόταση για ίδρυση τοπικών κολλεγίων ως μέσου για την αντιμετώπιση του προβλήματος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην χώρα μας. Ουσιαστικά τότε, επανελάμβανα σε βελτιωμένη μορφή προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα, πρόταση που είχαμε κάνει με τον Γ. Παπανδρέου το 1996 με την ευκαιρία της αναθεώρησης του Συντάγματος. Η πρόταση αυτή, αν και δεν είχε συναντήσει αντιδράσεις επί της ουσίας, δεν υλοποιήθηκε για λόγους βραχυπρόθεσμων πολιτικών σκοπιμοτήτων, ενδεχομένως και ατυχών χειρισμών εκ μέρους μου (λεπτομέρειες για την δομή τους και τον τρόπο λειτουργίας των τοπικών κολλεγίων σε παλαιότερες αναρτήσεις μου εδώ και εδώ).
Στην συνέχεια, θα αναφερθώ στην σημασία της ίδρυσης τοπικών κολλεγίων και την πιθανή συνεισφορά τους (και) στην αντιμετώπιση του προβλήματος που αντιμετωπίζουμε σήμερα.
Ο όρος «τοπικά κολλέγια» αναφέρεται σε μονάδες μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που είναι ουσιαστικά αυτοτελή αλλά ταυτόχρονα και «μεταβατικά» ιδρύματα. Η εισαγωγή σε αυτά γίνεται ελεύθερα. Δεν υπάρχουν κανενός είδους εξετάσεις. Μπορεί να εγγραφεί όποιος έχει τελειώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Οι σπουδές είναι εξαμηνιαίες (π.χ. για οικοδόμους), μονοετείς, διετείς, ή τριετείς και είναι όλα δημόσια. Ολοι όσοι ολοκληρώνουν τις σπουδές τους αποκτούν τίτλο σπουδών. Σε αυτά μπορούν να εγγραφούν όχι μόνο νέοι απόφοιτοι Λυκείου, αλλά και πολίτες οποιασδήποτε ηλικίας που θέλουν να αποκτήσουν κάποιες γνώσεις για να βελτιώσουν τα προσόντα τους (π.χ. να σπουδάσουν την χρήση υπολογιστών). Οι τελευταίοι δύνανται να επιλέξουν και βραδινά μαθήματα ή μαθήματα από απόσταση.
Όσοι θέλουν να «μεταπηδήσουν» σε πανεπιστήμια, πρέπει να συμπληρώσουν τον διετή κύκλο σπουδών. Τριετής κύκλος υπάρχει, για παράδειγμα, για όσους θέλουν να σπουδάσουν νοσοκόμοι (όσοι εξ αυτών θέλουν να αποκτήσουν πανεπιστημιακό τίτλο νοσηλευτή εγγράφονται σε πανεπιστήμια μετά το δεύτερο έτος σπουδών).
Το πρώτο έτος σπουδών προσφέρει γενική εκπαίδευση (κάτι όπως το πρώτο έτος του πανεπιστημίου). Στο δεύτερο, όσοι θέλουν να μεταπηδήσουν στο πανεπιστήμιο, συνεχίζουν την γενική εκπαίδευση. Όσοι θέλουν να αποκτήσουν τεχνική εκπαίδευση επιλέγουν το αντικείμενο που επιθυμούν και εξειδικεύονται σε αυτό. Αυτό επιτρέπει στους νέους να αλλάξουν γνώμη χωρίς να χάσουν ένα πολύτιμο χρόνο σε φροντιστήρια.
Για μία πληρέστερη εικόνα, θα περιγράψω τον τρόπο λειτουργίας των τοπικών κολλεγίων στις ΗΠΑ, όπου υφίστανται από το 1908 και συγκεκριμένα στην Καλιφόρνια που έχει το μεγαλύτερο σύστημα τοπικών κολλεγίων στον κόσμο.
Τα νέα προγράμματα σπουδών κάθε κολλεγίου εγκρίνονται σε πολιτειακό επίπεδο. Κάθε κολλέγιο ξεκινά ως ένα εκπαιδευτικό κέντρο. Αν η εξέλιξή του είναι επιτυχής, μετατρέπεται σε πλήρες κολλέγιο.
Σε σχέση με την διοίκηση, στην Καλιφόρνια υπάρχει ένα πολιτειακό συμβούλιο διοίκησης (board of trustees) που επιλέγει τον πρύτανη που διευθύνει όλο το πολιτειακό σύστημα των κολλεγίων. Για κάθε κολλέγιο όμως, υπάρχει συμβούλιο διοίκησης που προσλαμβάνει τον πρόεδρο του συγκεκριμένου κολλεγίου. Υπάρχουν και περιφέρειες τοπικών κολλεγίων (Community College Districts) που έχουν περιφερειακό συμβούλιο διοίκησης.
Τα δίδακτρα στην Καλιφόρνια είναι πολύ χαμηλά ($26/ανά μάθημα). (Ήταν $20 πριν να ξεσπάσει η οικονομική κρίση). Είναι φανερό ότι τα δίδακτρα αυτά καλύπτουν πολύ μικρό μέρος του πραγματικού κόστους σπουδών. Η χρηματοδότηση από την πολιτεία γίνεται από ειδικό ποσοστό της φορολογίας των τοπικών ακινήτων και από πολιτειακούς πόρους.
Οι διδάσκοντες επιλέγονται τοπικά και πρέπει να έχουν τουλάχιστον πτυχίο Μάστερ. Το Μάστερ δεν απαιτείται για όσους διδάσκουν τα απολύτως τεχνικά θέματα. Οι διδάσκοντες πλήρους απασχόλησης μπορούν να μονιμοποιηθούν μετά από κρίση. Οι διδάσκοντες μερικής απασχόλησης είναι προσωρινοί. Το 65-70% των διδασκόντων είναι πλήρους απασχόλησης. Συνήθως, είναι απόφοιτοι των πολιτειακών πανεπιστημίων (State Universities). Από εκεί συχνά προέρχονται και οι δάσκαλοι πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Καλιφόρνια.
Τα κολλέγια αυτά τα επιλέγουν όσοι θέλουν να πάρουν επαγγελματική τεχνική εκπαίδευση και κατάρτιση, αλλά και όσοι επιθυμούν να συνεχίσουν στο πανεπιστήμιο αλλά δεν πέτυχαν στην πρώτη τους προσπάθεια.
Τα πανεπιστήμια απορροφούν ένα πολύ μεγάλο μέρος των αποφοίτων των κολλεγίων αυτών. Είναι εντυπωσιακό ότι περισσότεροι από το 1/3 των φοιτητών του πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ είναι απόφοιτοι τοπικών κολλεγίων. Το ποσοστό αυτών που εγγράφονται στα πολιτειακά πανεπιστήμια (California State Universities) κυμαίνεται από 40-50%. Αυτή την στιγμή, το 70% των προπτυχιακών φοιτητών στην Καλιφόρνια φοιτούν σε τοπικά κολλέγια (το αντίστοιχο ποσοστό σε όλη την Αμερική είναι 40%).
Η διαδρομή τοπικό κολλέγιο-πανεπιστήμιο είναι και μια από τις χαρακτηριστικότερες εκφάνσεις της κινητικότητας μεταξύ βαθμίδων της εκπαίδευσης στις ΗΠΑ.
Από τις 120 περίπου εκπαιδευτικές μονάδες που απαιτούνται για την απόκτηση του πτυχίου Bachelor στο πανεπιστήμιο, ένα μεγάλο ποσοστό προέρχεται από μεταφορά των εκπαιδευτικών μονάδων που αποκτήθηκαν στα τοπικά κολλέγια. Έτσι, και τίποτα δεν πηγαίνει χαμένο αλλά και τα πανεπιστήμια απαλλάσσονται από ένα μεγάλο μέρος εισαγωγικών σπουδών που γίνονται στα κολλέγια. (Για να το πώ περισσότερο τεχνικά με ένα παράδειγμα από τα μαθηματικά, δεν είναι απαραίτητο να διδάσκεται ο στοιχειώδης απειροστικός λογισμός μόνο στο πανεπιστήμιο – μπορεί κάλλιστα να έχει ήδη διδαχθεί και σε ένα τοπικό κολλέγιο, αποφορτίζοντας τα πλέον «μεγάλα» ακροατήρια τέτοιων μαθημάτων στο πανεπιστήμιο).
Ένας από τους λόγους που τα τοπικά κολλέγια είναι τόσο σημαντικά είναι ότι στοιχίζει στην πολιτεία πολύ λιγότερο να πειραματισθεί με ένα νέο τοπικό κολλέγιο παρά με ένα πανεπιστήμιο (η διαφορά μεγέθους των απαιτούμενων επενδύσεων είναι τεράστια). Τα τοπικά κολλέγια είναι αποκλειστικά εκπαιδευτικές μονάδες (και όχι ερευνητικές). Μπορεί να αναλογιστεί κανείς πόσο κοστίζει η πρόσληψη ενός καθηγητή πειραματικής φυσικής σε ένα πανεπιστήμιο (όπου πέραν του μισθού, απαιτείται εξοπλισμός εργαστηρίου) σε σχέση με το πόσο κοστίζει η πρόσληψη σε ένα τοπικό κολλέγιο ενός διδάσκοντα πειραματικής φυσικής (και ενδεχομένως ένα στοιχειώδες διδακτικό εργαστήριο). Αμφότερα όμως, μπορούν να διδάξουν τον ίδιο αριθμό φοιτητών.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα τοπικά κολλέγια έχουν τον μεγαλύτερο ρυθμό ανάπτυξης από οποιονδήποτε άλλο εκπαιδευτικό τομέα στην Αμερική. Είναι ο τομέας εκπαίδευσης που προσαρμόζεται ταχύτερα στις ανάγκες της κοινωνίας.
Η κυβέρνηση Ομπάμα δίνει έμφαση στην εκπαιδευτική της πολιτική σε αυτά και ο ίδιος ο Ομπάμα μιλά πολύ συχνά για την σημασία τους και έχει διαμορφώσει σχέδιο ενίσχυσής τους. Μάλιστα, σε ομιλία του που αιτιολόγησε την έμφαση στα τοπικά κολλέγια, εξήγησε ότι μαζική τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μαζική πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ο τομέας των τοπικών κολλεγίων υπέστη τις μικρότερες περικοπές (8%) από οποιονδήποτε άλλο τομέα της εκπαίδευσης στην αρχή της οικονομικής κρίσης στις ΗΠΑ.
Είναι πολλές πλέον οι χώρες που μελετούν με ενδιαφέρον το μοντέλο των τοπικών κολλεγίων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει δείξει η Κίνα.
Τα τοπικά Κολλέγια και η μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα
Πώς θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που προανέφερα -και πολλά άλλα- η δημιουργία τοπικών κολλεγίων;
· Θα δημιουργήσει μια ενδιάμεση βαθμίδα -που θα λειτουργεί και ως «γέφυρα»- μεταξύ της δευτεροβάθμιας και της ανώτατης εκπαίδευσης με κινητικότητα μεταξύ των βαθμίδων, καταργώντας τα απόλυτα στεγανά που υφίστανται σήμερα.
· Θα αποφορτίσει τις σπουδές στο Λύκειο από το άγχος των εισαγωγικών εξετάσεων αφού όλοι θα έχουν πρόσβαση στα κολλέγια χωρίς εξετάσεις. Αυτό δεν έχει καμμία σχέση με την ελεύθερη πρόσβαση στα πανεπιστήμια που προτείνουν πολλοί, γιατί με αυτήν όλοι θα έπρεπε να εισαχθούν σε πανεπιστημιακές σχολές που δεν έχουν υποδομές για μαζική εκπαίδευση.
· Με δεδομένο ότι θα μπορούν να εγγραφούν σε αυτά όλοι οι ενδιαφερόμενοι χωρίς το άγχος των πανελληνίων εξετάσεων θα μειωθεί σημαντικά η ανάγκη προσφυγής στα φροντιστήρια.
· Θα περιορίσει την συχνότητα του φαινομένου να χάνει ένας νέος που απέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις δύο και τρία από τα πλέον παραγωγικά χρόνια της ζωής του κάνοντας φροντιστήριο – κάτι άκρως αντιεκπαιδευτικό και αντιοικονομικό- προκειμένου να ξαναδοκιμάσει στις γενικές εξετάσεις.
· Θα απελευθερώσει πολύτιμο χρόνο στους μαθητές του Λυκείου από τα φροντιστήρια και θα τους δώσει την δυνατότητα ενασχόλησης με άλλες ενδιαφέρουσες και χρήσιμες δραστηριότητες.
· Θα περιορίσει την πίεση για μετεγγραφές γιατί οι νέοι θα έχουν την δυνατότητα να σπουδάσουν στα κολλέγια της δικής τους περιοχής, αντί να αναγκάζονται να εγγράφονται σε τμήματα μακριά από το σπίτι, με αντικείμενο πολλές φορές άσχετο με τις προτιμήσεις τους, και στην συνέχεια να επιδιώκουν μετεγγραφή.
· Τα νέα παιδιά θα έχουν την ευκαιρία σε ένα ή δύο χρόνια να διαπιστώσουν αν πραγματικά έχουν τις δυνατότητες ή και το ενδιαφέρον να ακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές ή -σε αντίθετη περίπτωση- αν είναι προτιμότερο να επιδιώξουν μια επαγγελματική κατάρτιση. Θα αποκλιμακωθεί έτσι ο «πληθωρισμός» στην ζήτηση πανεπιστημιακών σπουδών.
· Μετά το τέλος της διετούς φοίτησης, όσοι επιλέξουν να μην ακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές θα αποκτούν ένα χρήσιμο τίτλο σπουδών με επαγγελματικά δικαιώματα (και όχι δυο χαμένα και χρυσοπληρωμένα χρόνια φροντιστηρίου).
· Στα κολλέγια μπορούν να ενταχθούν -ή να μετατραπούν- και τα ΙΕΚ που λειτουργούν σήμερα στην περιφέρεια. Θα λυθεί έτσι και άλλο ένα πρόβλημα: αυτό της έλλειψης κινητικότητας μεταξύ ΙΕΚ και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
· Οι μονάδες αυτές (σε αντίθεση με τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ) θα μπορούν εύκολα να προσαρμόζονται σε νέα επιστημονικά η επαγγελματικά δεδομένα. Αυτό θα έχει ως πρόσθετο αποτέλεσμα ότι θα μειωθεί η ανάγκη -και η πίεση- δημιουργίας νέων τμημάτων.
· Θα είναι πολύ ευκολότερο να καλυφθούν οι διδακτικές ανάγκες στο επίπεδο αυτό.
· Θα υπάρξει μεγάλη αποσυμφόρηση των πανεπιστημίων, κυρίως των κεντρικών, αφού για πολλούς οι γενικές βασικές σπουδές των πρώτων ετών θα γίνονται στα τοπικά κολλέγια. (Όσοι έχουν μελετήσει λίγο τα στοιχεία γνωρίζουν ότι οι περισσότεροι λιμνάζοντες φοιτητές βρίσκονται στα πρώτα δύο πανεπιστημιακά έτη σπουδών -προσοχή, όχι ημερολογιακά έτη- που μόλις ξεπεράσουν το στάδιο αυτό, συγκεντρώνονται και προσπαθούν να τελειώσουν όσο το δυνατόν συντομότερα).
· Θα αποκτήσουν ουσία οι εκπαιδευτικές μονάδες αφού με βάση αυτές και την σχέση που οι προηγούμενες σπουδές θα έχουν με το συγκεκριμένο τμήμα του πανεπιστημίου ή ΤΕΙ στο οποίο θα θέλει κάποιος απόφοιτος κολλεγίου να μεταπηδήσει, θα αναγνωρίζεται η προηγούμενη εκπαίδευση (και όχι απλώς με βάση τα χρόνια σπουδών).
· Τα τοπικά κολλέγια θα εξυπηρετήσουν με τον καλύτερο τρόπο και την δια βίου μάθηση αφού ο κάθε πολίτης που θα θέλει να αποκτήσει γνώσεις ή δεξιότητες σε κάποια φάση της ζωής του θα το κάνει εύκολα χωρίς να απομακρυνθεί από το σπίτι του και την δουλειά του. Θα μπορεί δε, να παρακολουθήσει και ένα μόνο μάθημα που πιθανόν θα τον ενδιαφέρει για την δουλειά του είτε για την βελτίωση των γνώσεών του, παίρνοντας ταυτόχρονα σχετική έγκυρη πιστοποίηση, χωρίς να υποχρεώνεται να το κάνει αυτό παρακολουθώντας αμφίβολης ποιότητας σεμινάρια σε αμφίβολης ποιότητας οργανισμούς και παίρνοντας αμφίβολης αξίας πιστοποιητικά.
· Τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ θα μπορούν να συνεργάζονται με τα κολλέγια αυτά, ακόμα και να ιδρύουν κολλέγια ως παραρτήματα (αντί να ιδρύονται μεμονωμένα πανεπιστημιακά τμήματα σε πόλεις που καμιά ουσιαστική σύνδεση δεν έχουν με το πανεπιστήμιο στο οποίο ανήκουν). Θα ελέγχουν έτσι και την ποιότητα των σπουδών σε αυτά και την αντιστοιχία τους με τις απαιτήσεις τους (κάτι που δεν γίνεται σήμερα).
· Η τοπική αυτοδιοίκηση και η κοινωνία θα μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά στην λειτουργία τους.
· Το κόστος ίδρυσης και λειτουργίας τους θα ήταν εξαιρετικά χαμηλότερο από το αντίστοιχο πανεπιστημίων και ΤΕΙ.
Σε μια τέτοια προσέγγιση, τμήματα πανεπιστημίων και ΤΕΙ που σήμερα έχουν κενές θέσεις ή προορίζονται για κλείσιμο και μεταφορά, θα μπορούσαν να μετατραπούν σε κολλέγια που θα λειτουργούσαν υπό την εποπτεία των αντιστοίχων ιδρυμάτων, καθιστώντας άνευ αντικειμένου και το πρόβλημα της βάσης του 10 που τόσο πολύ μας απασχολεί.
Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι η πρόταση αυτή είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη και από το 2010 και από το 1996, αλλά και από οποιαδήποτε άλλη εποχή και μπορεί να αντικαταστήσει το σχέδιο Αθηνά και να αποτελέσει το πραγματικό όχημα για την αλλαγή του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
Πέραν όλων των άλλων, έχει πλέον αποδειχθεί ότι η μαζική πανεπιστημιακή εκπαίδευση έχει αποτύχει σε όλες της τις εκφάνσεις, ακόμα και σε αυτήν για την οποία κυρίως δημιουργήθηκε, δηλαδή την κοινωνική κινητικότητα και την διαμόρφωση ευκαιριών για τις λιγότερο ευνοημένες κοινωνικές τάξεις. Αντίθετα, η μαζική τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου η μαζικότητα επικεντρώνεται κυρίως στα τοπικά κολλέγια και στα ΤΕΙ και δίνει στα πανεπιστήμια μια πιο περιορισμένη προσβασιμότητα, είναι και σε αυτόν το τομέα η καταλληλότερη τακτική.
Το σχέδιο Αθηνά, τα τοπικά κολλέγια και τα συμβούλια διοίκησης
Οι αδυναμίες του σχεδίου Αθηνά αναδεικνύουν την ανάγκη μίας περισσότερο ορθολογικά καταρτισμένης πρότασης και μου επιτρέπουν να γνωστοποιήσω τις απόψεις που είχα καταθέσει στην τελευταία μας συνάντηση με την τότε Υπουργό Α. Διαμαντοπούλου και τον τότε Πρωθυπουργό Γ.Α. Παπανδρέου πριν από την κατάθεση του νόμου για τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ και πριν από τον ανασχηματισμό της 17ης Ιουνίου 2011. Η πρότασή μου εκείνη συνίστατο στις εξής παραμέτρους:
Η σύμπτυξη της τριτοβάθμιας πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης, θα έπρεπε να προηγηθεί της αλλαγής της λειτουργίας των πανεπιστήμιων και των ΤΕΙ.
Σύμφωνα με την πρότασή μου θα έπρεπε να υπάρξουν συμβούλια διοίκησης που θα επόπτευαν όλα τα ιδρύματα μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (πανεπιστήμια, ΤΕΙ, τοπικά κολλέγια και τα ΙΕΚ για όσο ακόμα χρόνο λειτουργούσαν) σε πέντε έως έξι μεγάλες γεωγραφικές περιοχές της χώρας. Το κάθε συμβούλιο θα είχε συντονιστικό ρόλο για όλα τα ιδρύματα της περιοχής και θα ήταν εκείνο που θα αποφάσιζε, μετά από εσωτερικό διάλογο, τις όποιες μεταβολές στην δομή των ιδρυμάτων της περιοχής του. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα απαιτείτο το κλείσιμο κανενός τμήματος ή σχολής ή ιδρύματος σε οποιαδήποτε περιοχή της χώρας. Το συμβούλιο διοίκησης θα αποφάσιζε ποια από τα υπάρχοντα τμήματα θα μετατρέπονταν σε διετή προγράμματα τοπικών κολλεγίων, ποιά τμήματα ΤΕΙ θα διατηρούνταν ή θα συγχωνεύονταν και με ποια πανεπιστημιακά τμήματα θα συνέβαινε το ίδιο. Ταυτόχρονα, θα καθόριζε τις διαδικασίες με τις οποίες θα μπορούσε να υπάρχει εσωτερική κινητικότητα μεταξύ των φοιτητών των τοπικών κολλεγίων, των ΤΕΙ και των πανεπιστήμιων, αλλά και των διδασκόντων σε αυτά. Με τον τρόπο αυτόν οι φοιτητές των τοπικών κολλεγίων δεν θα έπρεπε να θεωρούνται οι φτωχοί συγγενείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Θα είχαν την ευχέρεια είτε να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους στα δύο χρόνια στον τόπο καταγωγής τους και να αποκτήσουν επαγγελματικά εφόδια και επαγγελματικά δικαιώματα είτε, αν είχαν τις δυνατότητες, να μεταπηδήσουν σε ΤΕΙ ή και σε πανεπιστήμια της περιοχής τους ή άλλων περιοχών με αναγνώριση φυσικά όλων των σπουδών τους στις προηγούμενες φάσεις από τα ίδια τα ιδρύματα.
Η προσέγγιση αυτή, εκτός των άλλων, θα περιόριζε σημαντικά τα έξοδα των οικογενειών για φροντιστήρια αφού η πρόσβαση στα τοπικά κολλέγια θα ήταν δωρεάν και μόνο εκείνοι, οι οποίοι θα είχαν τις διαπιστωμένες δυνατότητες μετά από δύο χρόνια σπουδών -και φυσικά την επιθυμία- θα μπορούσαν να συνεχίσουν στα πανεπιστήμια ή στα ΤΕΙ.
Το αντεπιχείρημα στην πρόταση αυτή ήταν –όπως πάντα- το συνταγματικό. Εκτιμώ ότι, όπως και με τα συμβούλια διοίκησης, το πρόβλημα αυτό είναι ανύπαρκτο.
Η πρόταση αυτή μπορεί και σήμερα να υιοθετηθεί με ορισμένες προσαρμογές. Με δεδομένο ότι έχουν ήδη επιλεγεί τα συμβούλια διοίκησης στα υπάρχοντα ιδρύματα, θα μπορούσε, αφού καθορισθούν οι πέντε έως έξι γεωγραφικές περιοχές που προανέφερα, να υπάρξει ένα συντονιστικό συμβούλιο διοίκησης για όλες τις μονάδες της κάθε περιοχής. Το συμβούλιο αυτό δεν χρειάζεται να διαμορφώσει νέες γραφειοκρατικές διαδικασίες με νέα μέλη. Θα μπορούσε να αποτελείται από μέλη των ήδη υπαρχόντων συμβουλίων. Ακόμα καλύτερα, θα μπορούσε να αποτελείται από τα εξωτερικά μέλη των υπαρχόντων συμβουλίων σε κάθε περιοχή, ώστε να αποφευχθούν και οι πιθανές δεσμεύσεις των εσωτερικών μελών του συμβουλίου στα ιδρύματα από τα οποία προέρχονται.
Η υιοθέτηση της πρότασης αυτής θα απεμπλέξει το Υπουργείο Παιδείας από τις μικροπολιτικές διεργασίες στις οποίες έχει εμπλακεί και θα επιτρέψει στις τοπικές κοινωνίες να συμβάλλουν καλύτερα στην διαμόρφωση ενός νέου χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Με αυτήν επίσης δεν θα απαξιωθούν οι υφιστάμενες υποδομές (που έγιναν με χρήματα των φορολογουμένων) και δεν θα υποαπασχολούνται πολλοί διδάσκοντες.
Ο ρόλος της κεντρικής κυβέρνησης θα περιορίζεται μόνο την χρηματοδότηση που θα μπορεί να εξασφαλίσει για κάθε περιοχή καθώς και τα ποσοστά από το ΕΣΠΑ που θα μπορούν να αξιοποιηθούν για τον σκοπό αυτό.
Ετσι, αντί το πρόβλημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να οδηγήσει σε νέο μαρασμό και διαμαρτυρίες, θα αποτελέσει την αφορμή για ουσιαστική ανάπτυξη με ορθολογικά –για πρώτη φορά- ακαδημαϊκά κριτήρια.
Ελπίζω η πρότασή μου αυτή να είναι χρήσιμη ως συμβολή για το ξεπέρασμα των αδυναμιών και αδιεξόδων που έχει δημιουργήσει η πρόταση του σχεδίου Αθηνά.
Tuesday, February 26, 2013
Η μεταφορά των μαθητών Γυμνασίου-Λυκείου στα Κύθηρα.
Μα αφορμή το παρακάτω κείμενο από το Capital.gr (φαντάζομαι θα υπάρχει και σε άλλα ενημερωτικά μέσα), που αναφέρεται στην διακοπή της μεταφοράς των μαθητών Γυμνασίου και Λυκείου στα Κύθηρα λόγω μη καταβολής από το κράτος τον οφειλών στους 7 λεωφορειούχους, θα ήθελα να καταγράψω μερικές σκέψεις, για μια πιθανόν ριζική λύση ενός προβλήματος που απασχολεί εδώ και χρόνια τα Κύθηρα, όχι μόνο όσον αφορά την μεταφορά των μαθητών, αλλά και την ποιότητα της εκπαίδευσης που λαμβάνουν οι μαθητές σε όλα τα δυσπρόσιτα σχολεία.
Ιστορίες του 50 και του 60
Πρώτα λίγη ιστορία: Ο πατέρας μου, στο τέλος της δεκαετίας του 50, ήταν εκείνος που ξεκίνησε τον αγώνα για την μεταφορά των μαθητών του Ποταμού (βόρειο τμήμα του νησιού) στο τότε Γυμνάσιο της Χώρας (νότιο άκρο). Μέχρι τότε οι μαθητές του Γυμνασίου -όσοι είχαν τις οικονομικές δυνατότητες και δεν έφευγαν για Αυστραλία ή δεν πήγαιναν στα χωράφια- έμεναν σε σπίτια στην Χώρα και πήγαιναν στα σπίτια τους μια φορά τον μήνα, ή όποτε μπορούσαν.
Η πρωτοβουλία του πατέρα μου συνάντησε έντονες αντιδράσεις από τους παράγοντες της Χώρας που ένοιωθαν ότι μια πηγή εισοδήματος (και νεανικής ζωής) θα χανόταν. (Αναλογίες με τα τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ στα σημερινά δεδομένα). Η αντίδραση αυτή πήρε ακόμα και άσχημη τροπή για τους μαθητές του "εξω δήμου" από καθηγητές που ήταν από την Χώρα. Ο πατέρας μου επέμεινε. Βρήκε μερικούς ακόμα γονείς που συνεισέφεραν και νοίκιαζαν ένα (το μοναδικό τότε) ταξί για να μεταφέρει 5-6 μαθητές καθημερινά από τον Ποταμό στην Χώρα. Το κόστος ήταν κατά πολύ μικρότερο από την διαμονή την Χώρα. Και βέβαια από τότε, η ζωή των μαθητών αλλά και η απόδοσή τους, βελτιώθηκε εντυπωσιακά. Αργότερα οι μαθητές αυξήθηκαν. Την μεταφορά ανέλαβε αρχικά ενα στρατιωτικό REO που είχε μετατραπεί σε επιβατικό αυτοκίνητο και λίγο αργότερα το πρώτο λεωφορείο που ήλθε στα Κύθηρα (το λεωφορείο παρεμπιπτόντως στο οποία δούλεψα επί χρόνια ως βοηθός του οδηγού όταν ήμουν μαθητής στο Γυμνάσιο). Και δεν έπαιρνε μόνο τους μαθητές του Ποταμού. Μαθητές από τα άλλα χωριά έβγαιναν το πρωΐ στον κεντρικό δρόμο και έπαιρναν το λεωφορείο. Στα μέσα τις δεκαετίας του 60 τα παιδιά που μετακινούνταν είχαν περάσει τα 50. Και πάντα με ιδιωτική κάλυψη του (ελεγχόμενου) κόστους.
Η κοινωνική κινητικότητα
Η αλλαγή αυτή βοήθησε και στην κοινωνική κινητικότητα. Παιδιά που προηγουμένως θα έκαναν άλλες επιλογές λόγω του κόστους διαμονής στην Χώρα, πήγαν στο Γυμνάσιο. Πολλοί από αυτούς συνέχισαν στο Πανεπιστήμιο (που εν τω μεταξύ είχε αλλάξει ριζικά λόγω της Δωρεάν Παιδείας).
Ο κρατισμός
Τα χρόνια πέρασαν και θεωρήθηκε ότι η μεταφορά των μαθητών, όχι μόνο στα Κύθηρα αλλά και σε όλη την Ελλάδα, θα έπρεπε να περάσει στην ευθύνη του κράτους (δηλαδή του συνόλου των φορολογουμένων). Όπως και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, η διαφθορά άλλαξε τα δεδομένα και το κόστος εκτοξεύθηκε.
Ήταν επομένως αναμενόμενο ότι η κρίση θα αναδείκνυε και αυτό το πρόβλημα.
Πρέπει να σημειώσω ότι οι προσπάθειες που έγιναν για τον εξορθολογισμό της κατάστασης το 1989, το 1996 αλλά και την διετία 2009-2011 απέτυχαν. Τα συμφέροντα ήταν πολύ μεγάλα και η υποστήριξή τους από τους τοπικούς παράγοντες πολύ ισχυρή. (Είχα μάλιστα υπολογίσει ότι ακόμα και αν συνεχιζόταν η δωρεάν μεταφορά, θα στοίχιζε λιγότερο στον φορολογούμενο να δινόταν ενίσχυση στους γονείς και εκείνοι να επιλέγουν την μέθοδο μεταφοράς, από το υπάρχον καθεστώς).
Η λύση
Τι θα γίνει σήμερα; Νομίζω ότι λόγω της εκλογικής περιφέρειας στην οποία ανήκουν τα Κύθηρα, το πρόβλημα θα αντιμετωπισθεί, προσωρινά πάλι και με μπαλώματα. Πιστεύω όμως ότι αργά ή γρήγορα θα χρειασθεί μια ριζική αντιμετώπιση όχι μόνο του προβλήματος της μεταφοράς των μαθητών, αλλά και του γενικότερου προβλήματος της ποιότητας εκπαίδευσης στα δυσπρόσιτα σχολεία. Και επειδή δεν μου αρέσει μόνο να επισημαίνω προβλήματα, αλλά να προτείνω και λύσεις, θα επανέλθω με πρόταση σε επόμενη ανάρτηση.
Το κείμενο στο Capital.gr:
Εγκλωβισμένοι στα γρανάζια ενός παραλυμένου κράτους βρίσκονται οι μαθητές του Γυμνασίου-Λυκείου Κυθήρων, καθώς αδυνατούν να μεταφερθούν στο σχολείο λίγους μήνες πριν τις πανελλαδικές εξετάσεις, λόγω ακινητοποίησης των λεωφορείων που τους μεταφέρουν.
Οι μαθητές από τις 25 Φεβρουαρίου δεν μεταφέρονται στο σχολείο καθώς οι ιδιοκτήτες των 7 λεωφορείων που μισθώνονται για τη μεταφορά τους (σ.σ δεν υπάρχει συγκοινωνία στο νησί) σταμάτησαν τα δρομολόγια, αφού σύμφωνα με τον τοπικό Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων, δεν έχουν πληρωθεί από τις αρχές του 2012.
Το Γυμνάσιο Λύκειο-Κυθήρων βρίσκεται στη Χώρα Κυθήρων, στο νότιο άκρο του νησιού δηλαδή και οι μαθητές εδώ και δεκαετίες μεταφέρονται με λεωφορεία που κάνουν περνούν από τον κεντρικό δρόμο του νησιού. Η ακινητοποίηση των λεωφορείων λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων ουσιαστικά καταργεί τη δυνατότητα στα παιδιά να παρακολουθήσουν τα μαθήματά τους και δημιουργεί μια εικόνα εγκατάλειψης για τους κατοίκους του όμορφου νησιού.
Η επιστολή
Ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων με επιστολή του προς τον υπουργό Παιδείας Κ. Αρβανιτόπουλο, το Περιφερειάρχη Γ. Σγουρό και άλλους αρμοδίους αναφέρει:
«Σας ενημερώνουμε ότι από σήμερα 25/2/13 οι λεωφορειούχοι μεταφορείς των μαθητών Γυμνασίου και Λυκείου Κυθήρων διέκοψαν τη μεταφορά των μαθητών λόγω μη πληρωμής των δεδουλευμένων τους από τις αρχές του 2012. Από τα επτά λεωφορεία που κάνουν τις μεταφορές, εκτελεί το δρομολόγιο μόνο ένα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μη προσέλευση του μεγαλύτερου αριθμού των μαθητών στο σχολείο και συνεπώς τη σοβαρή δυσλειτουργία του σχολείου.
Σαν Σύλλογοι ζητάμε την άμεση λύση του προβλήματος, δηλαδή την άμεση αποκατάσταση των δρομολογίων διότι τυχόν παράτασή της θα δημιουργήσει ανυπολόγιστη αναστάτωση στην τοπική κοινωνία και σοβαρή εκπαιδευτική ζημία στους μαθητές. …Επειδή όπως γνωρίζετε ζούμε σε δυσπρόσιτο και απομακρυσμένο νησί και τα παιδιά μας στερούνται βασικών αγαθών, απαιτούμε να αποκατασταθεί άμεσα η μεταφορά των παιδιών μας στα σχολεία διότι η όλη κατάσταση έχει αρνητικές επιπτώσεις στην εκπαίδευση των παιδιών μας».
Ιστορίες του 50 και του 60
Πρώτα λίγη ιστορία: Ο πατέρας μου, στο τέλος της δεκαετίας του 50, ήταν εκείνος που ξεκίνησε τον αγώνα για την μεταφορά των μαθητών του Ποταμού (βόρειο τμήμα του νησιού) στο τότε Γυμνάσιο της Χώρας (νότιο άκρο). Μέχρι τότε οι μαθητές του Γυμνασίου -όσοι είχαν τις οικονομικές δυνατότητες και δεν έφευγαν για Αυστραλία ή δεν πήγαιναν στα χωράφια- έμεναν σε σπίτια στην Χώρα και πήγαιναν στα σπίτια τους μια φορά τον μήνα, ή όποτε μπορούσαν.
Η πρωτοβουλία του πατέρα μου συνάντησε έντονες αντιδράσεις από τους παράγοντες της Χώρας που ένοιωθαν ότι μια πηγή εισοδήματος (και νεανικής ζωής) θα χανόταν. (Αναλογίες με τα τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ στα σημερινά δεδομένα). Η αντίδραση αυτή πήρε ακόμα και άσχημη τροπή για τους μαθητές του "εξω δήμου" από καθηγητές που ήταν από την Χώρα. Ο πατέρας μου επέμεινε. Βρήκε μερικούς ακόμα γονείς που συνεισέφεραν και νοίκιαζαν ένα (το μοναδικό τότε) ταξί για να μεταφέρει 5-6 μαθητές καθημερινά από τον Ποταμό στην Χώρα. Το κόστος ήταν κατά πολύ μικρότερο από την διαμονή την Χώρα. Και βέβαια από τότε, η ζωή των μαθητών αλλά και η απόδοσή τους, βελτιώθηκε εντυπωσιακά. Αργότερα οι μαθητές αυξήθηκαν. Την μεταφορά ανέλαβε αρχικά ενα στρατιωτικό REO που είχε μετατραπεί σε επιβατικό αυτοκίνητο και λίγο αργότερα το πρώτο λεωφορείο που ήλθε στα Κύθηρα (το λεωφορείο παρεμπιπτόντως στο οποία δούλεψα επί χρόνια ως βοηθός του οδηγού όταν ήμουν μαθητής στο Γυμνάσιο). Και δεν έπαιρνε μόνο τους μαθητές του Ποταμού. Μαθητές από τα άλλα χωριά έβγαιναν το πρωΐ στον κεντρικό δρόμο και έπαιρναν το λεωφορείο. Στα μέσα τις δεκαετίας του 60 τα παιδιά που μετακινούνταν είχαν περάσει τα 50. Και πάντα με ιδιωτική κάλυψη του (ελεγχόμενου) κόστους.
Η κοινωνική κινητικότητα
Η αλλαγή αυτή βοήθησε και στην κοινωνική κινητικότητα. Παιδιά που προηγουμένως θα έκαναν άλλες επιλογές λόγω του κόστους διαμονής στην Χώρα, πήγαν στο Γυμνάσιο. Πολλοί από αυτούς συνέχισαν στο Πανεπιστήμιο (που εν τω μεταξύ είχε αλλάξει ριζικά λόγω της Δωρεάν Παιδείας).
Ο κρατισμός
Τα χρόνια πέρασαν και θεωρήθηκε ότι η μεταφορά των μαθητών, όχι μόνο στα Κύθηρα αλλά και σε όλη την Ελλάδα, θα έπρεπε να περάσει στην ευθύνη του κράτους (δηλαδή του συνόλου των φορολογουμένων). Όπως και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, η διαφθορά άλλαξε τα δεδομένα και το κόστος εκτοξεύθηκε.
Ήταν επομένως αναμενόμενο ότι η κρίση θα αναδείκνυε και αυτό το πρόβλημα.
Πρέπει να σημειώσω ότι οι προσπάθειες που έγιναν για τον εξορθολογισμό της κατάστασης το 1989, το 1996 αλλά και την διετία 2009-2011 απέτυχαν. Τα συμφέροντα ήταν πολύ μεγάλα και η υποστήριξή τους από τους τοπικούς παράγοντες πολύ ισχυρή. (Είχα μάλιστα υπολογίσει ότι ακόμα και αν συνεχιζόταν η δωρεάν μεταφορά, θα στοίχιζε λιγότερο στον φορολογούμενο να δινόταν ενίσχυση στους γονείς και εκείνοι να επιλέγουν την μέθοδο μεταφοράς, από το υπάρχον καθεστώς).
Η λύση
Τι θα γίνει σήμερα; Νομίζω ότι λόγω της εκλογικής περιφέρειας στην οποία ανήκουν τα Κύθηρα, το πρόβλημα θα αντιμετωπισθεί, προσωρινά πάλι και με μπαλώματα. Πιστεύω όμως ότι αργά ή γρήγορα θα χρειασθεί μια ριζική αντιμετώπιση όχι μόνο του προβλήματος της μεταφοράς των μαθητών, αλλά και του γενικότερου προβλήματος της ποιότητας εκπαίδευσης στα δυσπρόσιτα σχολεία. Και επειδή δεν μου αρέσει μόνο να επισημαίνω προβλήματα, αλλά να προτείνω και λύσεις, θα επανέλθω με πρόταση σε επόμενη ανάρτηση.
Το κείμενο στο Capital.gr:
Εγκλωβισμένοι στα γρανάζια ενός παραλυμένου κράτους βρίσκονται οι μαθητές του Γυμνασίου-Λυκείου Κυθήρων, καθώς αδυνατούν να μεταφερθούν στο σχολείο λίγους μήνες πριν τις πανελλαδικές εξετάσεις, λόγω ακινητοποίησης των λεωφορείων που τους μεταφέρουν.
Οι μαθητές από τις 25 Φεβρουαρίου δεν μεταφέρονται στο σχολείο καθώς οι ιδιοκτήτες των 7 λεωφορείων που μισθώνονται για τη μεταφορά τους (σ.σ δεν υπάρχει συγκοινωνία στο νησί) σταμάτησαν τα δρομολόγια, αφού σύμφωνα με τον τοπικό Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων, δεν έχουν πληρωθεί από τις αρχές του 2012.
Το Γυμνάσιο Λύκειο-Κυθήρων βρίσκεται στη Χώρα Κυθήρων, στο νότιο άκρο του νησιού δηλαδή και οι μαθητές εδώ και δεκαετίες μεταφέρονται με λεωφορεία που κάνουν περνούν από τον κεντρικό δρόμο του νησιού. Η ακινητοποίηση των λεωφορείων λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων ουσιαστικά καταργεί τη δυνατότητα στα παιδιά να παρακολουθήσουν τα μαθήματά τους και δημιουργεί μια εικόνα εγκατάλειψης για τους κατοίκους του όμορφου νησιού.
Η επιστολή
Ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων με επιστολή του προς τον υπουργό Παιδείας Κ. Αρβανιτόπουλο, το Περιφερειάρχη Γ. Σγουρό και άλλους αρμοδίους αναφέρει:
«Σας ενημερώνουμε ότι από σήμερα 25/2/13 οι λεωφορειούχοι μεταφορείς των μαθητών Γυμνασίου και Λυκείου Κυθήρων διέκοψαν τη μεταφορά των μαθητών λόγω μη πληρωμής των δεδουλευμένων τους από τις αρχές του 2012. Από τα επτά λεωφορεία που κάνουν τις μεταφορές, εκτελεί το δρομολόγιο μόνο ένα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μη προσέλευση του μεγαλύτερου αριθμού των μαθητών στο σχολείο και συνεπώς τη σοβαρή δυσλειτουργία του σχολείου.
Σαν Σύλλογοι ζητάμε την άμεση λύση του προβλήματος, δηλαδή την άμεση αποκατάσταση των δρομολογίων διότι τυχόν παράτασή της θα δημιουργήσει ανυπολόγιστη αναστάτωση στην τοπική κοινωνία και σοβαρή εκπαιδευτική ζημία στους μαθητές. …Επειδή όπως γνωρίζετε ζούμε σε δυσπρόσιτο και απομακρυσμένο νησί και τα παιδιά μας στερούνται βασικών αγαθών, απαιτούμε να αποκατασταθεί άμεσα η μεταφορά των παιδιών μας στα σχολεία διότι η όλη κατάσταση έχει αρνητικές επιπτώσεις στην εκπαίδευση των παιδιών μας».
Thursday, February 21, 2013
Διαδικασίες Προαγωγής καθηγητών στα Πανεπιστήμια
Η
νέα νομοθεσία που διέπει τις εκλογές και προαγωγές των διδασκόντων στα
Πανεπιστήμια έχει γίνει αντικείμενο προβληματισμού. Μέρος του
προβληματισμού αυτού οφείλεται στον τρόπο διαμόρφωσης των μητρώων των
εκλεκτόρων. Παραθέτω στην συνέχεια κείμενο που εστάλη στους διδάσκοντες
πανεπιστημιακού τμήματος που αναδεικνύει μέρος του προβλήματος.
Σύμφωνα με τον νέο νόμο, οι πιθανοί εκλέκτορες ανά γνωστικό αντικείμενο, προτείνονται από τις Γενικές Συνελεύσεις, εγκρίνονται από την Σύγκλητο και προωθούνται στην ΑΔΙΠ.
Στην προετοιμασία του νέου νόμου είχα διαφωνήσει με την διαδιασία αυτή γιατί την θεωρούσα γραφειοκρατική και αναποτελεσματική. Αναγνωρίζω ότι οι προθέσεις ήταν καλές. (Να αποφευχθούν φαινόμενα διαμόρφωσης εκλεκτορικών σωμάτων αλα-καρτ μέσω εσωτερικών ισορροπιών στα τμήματα). Δεν νομίζω όμως ότι ο τρόπος που επελέγη τελικά είναι ο καλύτερος. Οχι μόνο γιατι εισάγει πολύπλοκες διαδικασίες αλλά και γιατί δημιουργεί νέα πεδία νομικών αμφισβητήσεων και αντεγκλήσεων. Επιπροσθέτως, για μια σειρά από λόγους που σχετίζονται με την υπάρχουσα δομή, είναι πολύ πιθανό, διδάσκοντες που είχαν φτιάξει φωτογραφικές προκηρύξεις με άκρως εξειδικευμένα αντικείμενα να μπορέσουν να διαμορφώσουν μόνοι τους το εκλεκτορικό σώμα που θα τους αξιολογήσει για προαγωγή. Φοβάμαι επίσης ότι τόσο οι Γενικές συνελεύσεις όσο και οι Σύγκλητοι των πανεπιστημίων δεν πρόκειται να ασχοληθούν με την ουσιαστική αξιολόγηση των προτεινομένων αλλά θα προωθούν τις προτάσεις των ενδιαφερομένων. (Παρόμοιες διαδικασίες υπήρχαν νομίζω στην Γαλλία, ίσως και στην Ιταλία, αλλά δεν ξέρω σε ποιό βαθμό βοήθησαν στην βελτίωση της αξιοπιστίας των εκλογών και την ποιότητα των πανεπιστημίων).
Σε επόμενη ανάρτηση θα περιγράψω την διαδικασία που θεωρώ ως την καλύτερη επειδή διασφαλίζει την αξιοκρατία αλλά και διαμορφώνει ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου των διαδικασιών χωρίς πολύπλοκα νομικά κατασκευάσματα. Περιήλθε στην αντίληψή μου κατά την διάρκεια της μελέτης των διαφόρων συστημάτων σε χώρες του εξωτερικού.
Το μήνυμα στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω:
Σήμερα
σε τηλεφωνική
επικοινωνία που είχε η ... με τον κ. ... στο Υπουργείο
Παιδείας, σχετικά με το θέμα της συμμετοχής ή όχι των αναπληρωτών
καθηγητών στα εξωτερικά μέλη των επιτροπών από την ημεδαπή ο κ.... την
ενημέρωσε ότι γνωρίζει για το θέμα και για τη διχογνωμία
που υπάρχει στα διάφορα πανεπιστήμια και προτείνει να απευθυνθούμε στη
Νομική Υπηρεσία του πανεπιστημίου ... και στη διοίκηση μας για να
αποφασίσουν τι θα
εφαρμόσουμε, γιατί κάθε πανεπιστήμιο εφαρμόζει τα δικά του, με την
επιφύλαξη πάντα το Υπουργείο να γνωμοδοτήσει αργότερα διαφορετικά στο
μέλλον και να ανατραπούν όλα.
Σχετικά
με τα μητρώα των εξωτερικών της ημεδαπής ο κ. ... της Νομικής
Υπηρεσίας του ... σε προφορική γνωμοδότηση απέκλεισε τη συμμετοχή των αναπληρωτών καθηγητών, και θεωρεί
πιο ασφαλές τη συμμετοχή μόνο καθηγητών, αλλά επειδή διαπιστώνει ότι
στην πράξη πολλά πανεπιστήμια ορίζουν και αναπληρωτές, πρέπει να
τοποθετηθεί και η διοίκηση του πανεπιστημίου στο θέμα και να
απευθυνθούμε στην κα ...
Στο
μεταξύ τα δύο Τμήματα του συζήτησαν το θέμα
και δεν ορίζουν Αναπληρωτές στους εξωτερικούς στις επιτροπές που
συγκροτούν. Στο τμήμα ... στις αρχές της εφαρμογής του νόμου σε
μια μονιμοποίηση όρισαν αναπληρωτή καθηγητή ως αναπληρωματικό μέλος που
τελικά δεν χρειάστηκε να συμμετάσχει και πιστεύουν ότι δεν θα υπάρξει
πρόβλημα στο μέλλον.
Wednesday, February 20, 2013
H οικογενειοκρατία στην Ιταλία και η Κοινωνική Θεολογία
Το BBC έχει σήμερα ένα ενδιαφέρον άρθρο που αναφέρεται στην οικογενειοκρατία στην Ιταλία. Τα στοιχεία που παραθέτει είναι εντυπωσιακά, ιδαίτερα όσον αφορά τα Ιταλικά Πανεπιστήμια.
Επειδή το φαινόμενο αυτό είναι έντονο και στην χώρα μας και στην Ισπανία (δεν γνωρίζω για την Πορτογαλία), θα είχε ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς τις συνέπειές του στην οικονομική κρίση που μαστίζει τις χώρες αυτές. (Το BBC κάνει μόνο έμμεση αναφορά στην κρίση και στην διεύρυνση του φαινομένου την περίοδο της κρίσης).
Δυστυχώς, η προσπάθεια που έγινε στην χώρα μας για την αντιμετώπιση του φαινομένου την περίοδο 2009-2011, όχι μόνο εγκαταλείφθηκε αλλά ανετράπη και κάθε μέχρι τότε αποτέλεσμά της.
ΥΓ. Ενδιαφέρον έχει η ομοιότητα της οικογένειας του πρύτανη του Πανεπιστημίου της Ρώμης με αυτήν του τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αντιγράφω:
Luigi Frati, the Rector of La Sapienza University in Rome, has become one of the most notorious figures in the scandal, which local media have dubbed "Parentopoli" - or "Relative-gate".
He has denied claims of nepotism, insisting that all his loved-ones just happen to be the best qualified. Responding to the allegations, he told Italian television, "In Italy we are not used to being meritocratic through strictly objective criteria. We are used to doing it our own way."
Επειδή το φαινόμενο αυτό είναι έντονο και στην χώρα μας και στην Ισπανία (δεν γνωρίζω για την Πορτογαλία), θα είχε ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς τις συνέπειές του στην οικονομική κρίση που μαστίζει τις χώρες αυτές. (Το BBC κάνει μόνο έμμεση αναφορά στην κρίση και στην διεύρυνση του φαινομένου την περίοδο της κρίσης).
Δυστυχώς, η προσπάθεια που έγινε στην χώρα μας για την αντιμετώπιση του φαινομένου την περίοδο 2009-2011, όχι μόνο εγκαταλείφθηκε αλλά ανετράπη και κάθε μέχρι τότε αποτέλεσμά της.
ΥΓ. Ενδιαφέρον έχει η ομοιότητα της οικογένειας του πρύτανη του Πανεπιστημίου της Ρώμης με αυτήν του τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αντιγράφω:
Luigi Frati, the Rector of La Sapienza University in Rome, has become one of the most notorious figures in the scandal, which local media have dubbed "Parentopoli" - or "Relative-gate".
A doctor by training, Professor Frati has,
both as rector and formerly as head of the university's medical faculty,
overseen the promotion of his wife from being a local high school
history teacher, to becoming Professor of Medical History.
His daughter also gained a post as Professor of Legal
Medicine - without any specific medical education. And his son was made
an associate professor in cardiology aged just 31, one of the youngest
Italians to gain such an appointment. He has denied claims of nepotism, insisting that all his loved-ones just happen to be the best qualified. Responding to the allegations, he told Italian television, "In Italy we are not used to being meritocratic through strictly objective criteria. We are used to doing it our own way."
Wednesday, February 13, 2013
Προαγωγές Διδασκόντων στα Πανεπιστήμια
Ακυρώθηκε σήμερα μια Γενική Συνέλευση Ειδικής Σύνθεσης (ΓΣΕΣ) Τμήματος, που είχε ως αποκλειστικό θέμα την συγκρότηση μητρώου πιθανών εκλεκτόρων για προαγωγές διδασκόντων. Η ακύρωση οφείλεται στο ότι στον νέο νόμο δεν προβλέπεται ΓΣΕΣ. Φαντάζομαι ότι θα προκύψουν πολλά παρόμοια προβλήματα στο μέλλον με διευκρινιστικές εγκυκλίους, γνωμοδοτήσεις νομικών συμβούλων, ενστάσεις, αναπομπές και ακυρώσεις εκλογών.
Είναι λυπηρό ότι ο νόμος, όσον αφορά τις εξελίξεις αλλά και τις εκλογές καθηγητών, κατέληξε τελικά στην μορφή που έχει σήμερα, μορφή που διαιωνίζει ουσιαστικά όλες τις παθογένειες του παρελθόντος.
Όταν είχα την αρμοδιότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και διαμόρφωνα το σχέδιο νόμου για τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, είχα θέσει τρεις βασικές αρχές:
Είχα καταλήξει στις αρχές αυτές μετά από πολλές συναντήσεις και ανταλλαγές απόψεων που είχα με υπουργούς παιδείας άλλων χωρών και τουλάχιστον 20 πρυτάνεις και προέδρους συμβουλίων μεγάλων πανεπιστημίων του εξωτερικού στην Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία.
Σε επόμενη ανάρτηση, θα καταγράψω την διαδικασία εκείνη που πιστεύω ότι είναι η καλύτερη, δικαιότερη και διασφαλίζει αξιολογικές και αντικειμενικές κρίσεις με checks and balances που να επηρεάζονται στο ελάχιστο από προσωπικές (φιλικές ή εχθρικές) σχέσεις. Ο λόγος που δεν ήθελα να μπει στον νόμο ήταν γιατί πίστευα -και εξακολουθώ να πιστεύω- ότι αυτά δεν πρέπει να αναφέρονται στον νόμο (γιατί τον κάνουν ευάλωτο σε νομικές αμφισβητήσεις), αλλά να είναι μέρος του κανονισμού των ιδίων των πανεπιστημίων.
ΥΓ. Η σημαντικότερη βέβαια αλλαγή για την οποία είμαι περήφανος, είναι αυτή που αφορά τα συμβούλια διοίκησης. Οσο και αν «νερώθηκε» το σχέδιο που είχα ετοιμάσει, τελικά εφαρμόστηκε σε όλα τα ιδρύματα. Η (καθολική) αντίδραση που είχα συναντήσει σε όλα τα επίπεδα ήταν με πρόσχημα ότι η ρύθμιση αυτή θα ήταν αντισυνταγματική. Φαίνεται ότι πλέον η σχετική επιχειρηματολογία εγκαταλείφθηκε.
Είναι λυπηρό ότι ο νόμος, όσον αφορά τις εξελίξεις αλλά και τις εκλογές καθηγητών, κατέληξε τελικά στην μορφή που έχει σήμερα, μορφή που διαιωνίζει ουσιαστικά όλες τις παθογένειες του παρελθόντος.
Όταν είχα την αρμοδιότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και διαμόρφωνα το σχέδιο νόμου για τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, είχα θέσει τρεις βασικές αρχές:
- Να υπάρχουν εσωτερικά όργανα στα πανεπιστήμια που θα κρίνουν και θα ελέγχουν την ουσία των εκλογικών διαδικασιών και όχι απλά την παραβίαση ή μη τυπικών στοιχείων των διαδικασιών.
- Ο νόμος να έχει τέτοια μορφή ώστε να γίνονται αξιοκρατικές κρίσεις, να ισχυροποιηθούν οι ουσιαστικοί εσωτερικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί και να ελαχιστοποιηθούν οι δυνατότητες αδικιών που οδηγούν επιστήμονες να γίνονται νομικοί και να χρειάζεται να προσφεύγουν στο ΣτΕ ή σε άλλα όργανα για να δικαιωθούν όσοι πιστεύουν ότι αδικήθηκαν.
- Το Υπουργείο Παιδείας να μην έχει καμιά εμπλοκή (ή ελάχιστη λόγω Συντάγματος) στις διαδικασίες αυτές.
Είχα καταλήξει στις αρχές αυτές μετά από πολλές συναντήσεις και ανταλλαγές απόψεων που είχα με υπουργούς παιδείας άλλων χωρών και τουλάχιστον 20 πρυτάνεις και προέδρους συμβουλίων μεγάλων πανεπιστημίων του εξωτερικού στην Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία.
Σε επόμενη ανάρτηση, θα καταγράψω την διαδικασία εκείνη που πιστεύω ότι είναι η καλύτερη, δικαιότερη και διασφαλίζει αξιολογικές και αντικειμενικές κρίσεις με checks and balances που να επηρεάζονται στο ελάχιστο από προσωπικές (φιλικές ή εχθρικές) σχέσεις. Ο λόγος που δεν ήθελα να μπει στον νόμο ήταν γιατί πίστευα -και εξακολουθώ να πιστεύω- ότι αυτά δεν πρέπει να αναφέρονται στον νόμο (γιατί τον κάνουν ευάλωτο σε νομικές αμφισβητήσεις), αλλά να είναι μέρος του κανονισμού των ιδίων των πανεπιστημίων.
ΥΓ. Η σημαντικότερη βέβαια αλλαγή για την οποία είμαι περήφανος, είναι αυτή που αφορά τα συμβούλια διοίκησης. Οσο και αν «νερώθηκε» το σχέδιο που είχα ετοιμάσει, τελικά εφαρμόστηκε σε όλα τα ιδρύματα. Η (καθολική) αντίδραση που είχα συναντήσει σε όλα τα επίπεδα ήταν με πρόσχημα ότι η ρύθμιση αυτή θα ήταν αντισυνταγματική. Φαίνεται ότι πλέον η σχετική επιχειρηματολογία εγκαταλείφθηκε.
Sunday, January 27, 2013
Η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων
Η πίεση των δανειστών μας για την μείωση του προσωπικού στον δημόσιο τομέα φέρνει και πάλι στην επικαιρότητα το θέμα της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων.
(Δυστυχώς, το φέρνει σε λάθος χρόνο και με λάθος αιτία. Δεν είναι όμως η μόνη αναγκαία διαρθρωτική αλλαγή στο κράτος που γίνεται έτσι άγαρμπα).
Πρόσφατα, μου ζητήθηκε να συμπληρώσω την φόρμα αξιολόγησης υπαλλήλου που είχε συνεργαστεί για ένα διάστημα μαζί μου στο υπουργείο παιδείας. Η φόρμα αξιολόγησης ζητούσε την βαθμολόγηση του υπαλλήλου σε μια σειρά από δραστηριότητες (τις παραθέτω στο τέλος) σε κλίμακα από 1-10 και μια συνολική αξιολόγηση.
Κατά την γνώμη μου, ο τρόπος αξιολόγησης που έχει υιοθετηθεί πάσχει στην ρίζα του και θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο, αν δεν αναθεωρηθεί άμεσα. Ακόμα χειρότερα, αν εφαρμοστεί, θα προκαλέσει έντονες αδικίες.
Στην συνέχεια, καταγράφω τα σημεία της διαφωνίας μου και μια πρόταση που μπορεί να βοηθήσει σε ενα ουσιαστικό και δικαιότερο σύστημα αξιολόγησης.
Ξεκινώ με μια γενική παρατήρηση: στα κριτήρια αξιολόγησης ζητείται να δοθεί μία βαθμολογία από 1 έως 10 από κάθε αξιολογητή για τον αξιολογούμενο. Η απαίτηση αυτή είναι όχι μόνο αδόκιμη, αλλά και άδικη για τους καλύτερους από τους αξιολογούμενους, ιδιαίτερα όταν αυτοί θα διαγωνιστούν μελλοντικά για την κατάληψη κάποιας θέσης ευθύνης. Οι αξιολογητές έχουν διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικά κριτήρια αξιολόγησης, αλλά και διαφορετική αυστηρότητα στην αξιολόγησή τους. Αν οι ίδιοι δεν έχουν αξιολογηθεί ως αξιολογητές, η σύγκριση τόσο ανόμοιων αξιολογήσεων είναι ανέφικτη. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν στο ελληνικό δημόσιο έχει επικρατήσει η πρακτική να βαθμολογούνται όλοι με 10 για λόγους "ισότητας".
Επιπροσθέτως, η κλίμακα από το 1 έως το 10 είναι εξαιρετικά λεπτομερής για τον σκοπό που χρησιμοποιείται. Μία κλίμακα με τρεις ή τέσσερις το πολύ διαβαθμίσεις (π.χ. άριστος, καλός, μέτριος, κακός) θα ήταν περισσότερο χρήσιμη αν και φοβάμαι ότι και πάλι όλοι θα κρίνονταν άριστοι.
Ο καλύτερος τρόπος συγκριτικής αξιολόγησης δεν είναι μέσω απόλυτων βαθμολογιών σε κλίμακα 1 έως 10. Είναι η συγκριτική αποτίμηση των ικανοτήτων του υπαλλήλου σε σχέση με τους υπαλλήλους με τους οποίους ο αξιολογών έχει συνεργαστεί κατά την διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας από θέσεις διοικητικής ευθύνης και η τοποθέτησή τους σε ένα εκατοστιαίο σημείο μιας κλίμακας αξιολόγησης σε σύγκριση με τους υπολοίπους. Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε ο αξιολογών να σημειώσει ότι κατατάσσει τον υπάλληλο π.χ. στο ανώτερο 30% των υπάλληλων με τους οποίους είχε συνεργαστεί και ήταν προϊστάμενός τους. Προφανώς έτσι ο αξιολογών δεν θα μπορούσε να ισοπεδώσει την αξιολόγηση βαθμολογώντας όλους με 10 (γιατί τότε θα κατέτασσε όλους όσους αξιολογούσε στο ανώτερο 1% των υπαλλήλων και θα είχε πρόβλημα να εξηγήσει ποιοί είναι οι υπόλοιποι 99%!!!).
Με τον τρόπο αυτό, θα είχαμε και μια άμεση (και εύκολη) αξιολόγηση και των αξιολογητών (που στην Ελλάδα δεν έχουμε παράδοση επιλογής τους, αλλά ούτε και αξιολόγησής τους).
Αυτά, για τα βασικά. Υπάρχουν και άλλα που δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος να αναπτυχθούν.
ΥΓ. Οι τομείς που ζητείται η αξιολόγηση του υπάλληλου σε κλίμακα 1-10:
I. ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ
1. Επαγγελματική επάρκεια (θεωρητική κατάρτιση, ειδικές γνώσεις και εμπειρία).
2. Ικανότητα εφαρμογής των γνώσεων και της εμπειρίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
3. Σφαιρική γνώση του αντικειμένου του φορέα (Υπουργείου, αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας ή ν.π.δ.δ.).
II. ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ
4. Ενδιαφέρον και αφοσίωση στην εργασία.
5. Πρωτοβουλία - Καινοτομίες, εκπόνηση σχετικών με την υπηρεσία μελετών, άρθρων ή προτάσεων και βράβευση τέτοιων εργασιών.
6. Ανάληψη ευθυνών.
IIΙ. ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ
7. Συμπεριφορά προς πολίτες. Εξυπηρέτηση του κοινού.
8. Επικοινωνία και συνεργασία με συναδέλφους και άλλες υπηρεσίες.
IV. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
9. Ποιότητα και ποσότητα εργασίας.
10. Ικανότητα να προγραμματίζει, οργανώνει, συντονίζει και ελέγχει τις εργασίες του.
(Δυστυχώς, το φέρνει σε λάθος χρόνο και με λάθος αιτία. Δεν είναι όμως η μόνη αναγκαία διαρθρωτική αλλαγή στο κράτος που γίνεται έτσι άγαρμπα).
Πρόσφατα, μου ζητήθηκε να συμπληρώσω την φόρμα αξιολόγησης υπαλλήλου που είχε συνεργαστεί για ένα διάστημα μαζί μου στο υπουργείο παιδείας. Η φόρμα αξιολόγησης ζητούσε την βαθμολόγηση του υπαλλήλου σε μια σειρά από δραστηριότητες (τις παραθέτω στο τέλος) σε κλίμακα από 1-10 και μια συνολική αξιολόγηση.
Κατά την γνώμη μου, ο τρόπος αξιολόγησης που έχει υιοθετηθεί πάσχει στην ρίζα του και θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο, αν δεν αναθεωρηθεί άμεσα. Ακόμα χειρότερα, αν εφαρμοστεί, θα προκαλέσει έντονες αδικίες.
Στην συνέχεια, καταγράφω τα σημεία της διαφωνίας μου και μια πρόταση που μπορεί να βοηθήσει σε ενα ουσιαστικό και δικαιότερο σύστημα αξιολόγησης.
Ξεκινώ με μια γενική παρατήρηση: στα κριτήρια αξιολόγησης ζητείται να δοθεί μία βαθμολογία από 1 έως 10 από κάθε αξιολογητή για τον αξιολογούμενο. Η απαίτηση αυτή είναι όχι μόνο αδόκιμη, αλλά και άδικη για τους καλύτερους από τους αξιολογούμενους, ιδιαίτερα όταν αυτοί θα διαγωνιστούν μελλοντικά για την κατάληψη κάποιας θέσης ευθύνης. Οι αξιολογητές έχουν διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικά κριτήρια αξιολόγησης, αλλά και διαφορετική αυστηρότητα στην αξιολόγησή τους. Αν οι ίδιοι δεν έχουν αξιολογηθεί ως αξιολογητές, η σύγκριση τόσο ανόμοιων αξιολογήσεων είναι ανέφικτη. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν στο ελληνικό δημόσιο έχει επικρατήσει η πρακτική να βαθμολογούνται όλοι με 10 για λόγους "ισότητας".
Επιπροσθέτως, η κλίμακα από το 1 έως το 10 είναι εξαιρετικά λεπτομερής για τον σκοπό που χρησιμοποιείται. Μία κλίμακα με τρεις ή τέσσερις το πολύ διαβαθμίσεις (π.χ. άριστος, καλός, μέτριος, κακός) θα ήταν περισσότερο χρήσιμη αν και φοβάμαι ότι και πάλι όλοι θα κρίνονταν άριστοι.
Ο καλύτερος τρόπος συγκριτικής αξιολόγησης δεν είναι μέσω απόλυτων βαθμολογιών σε κλίμακα 1 έως 10. Είναι η συγκριτική αποτίμηση των ικανοτήτων του υπαλλήλου σε σχέση με τους υπαλλήλους με τους οποίους ο αξιολογών έχει συνεργαστεί κατά την διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας από θέσεις διοικητικής ευθύνης και η τοποθέτησή τους σε ένα εκατοστιαίο σημείο μιας κλίμακας αξιολόγησης σε σύγκριση με τους υπολοίπους. Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε ο αξιολογών να σημειώσει ότι κατατάσσει τον υπάλληλο π.χ. στο ανώτερο 30% των υπάλληλων με τους οποίους είχε συνεργαστεί και ήταν προϊστάμενός τους. Προφανώς έτσι ο αξιολογών δεν θα μπορούσε να ισοπεδώσει την αξιολόγηση βαθμολογώντας όλους με 10 (γιατί τότε θα κατέτασσε όλους όσους αξιολογούσε στο ανώτερο 1% των υπαλλήλων και θα είχε πρόβλημα να εξηγήσει ποιοί είναι οι υπόλοιποι 99%!!!).
Με τον τρόπο αυτό, θα είχαμε και μια άμεση (και εύκολη) αξιολόγηση και των αξιολογητών (που στην Ελλάδα δεν έχουμε παράδοση επιλογής τους, αλλά ούτε και αξιολόγησής τους).
Αυτά, για τα βασικά. Υπάρχουν και άλλα που δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος να αναπτυχθούν.
ΥΓ. Οι τομείς που ζητείται η αξιολόγηση του υπάλληλου σε κλίμακα 1-10:
I. ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ
1. Επαγγελματική επάρκεια (θεωρητική κατάρτιση, ειδικές γνώσεις και εμπειρία).
2. Ικανότητα εφαρμογής των γνώσεων και της εμπειρίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
3. Σφαιρική γνώση του αντικειμένου του φορέα (Υπουργείου, αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας ή ν.π.δ.δ.).
II. ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ
4. Ενδιαφέρον και αφοσίωση στην εργασία.
5. Πρωτοβουλία - Καινοτομίες, εκπόνηση σχετικών με την υπηρεσία μελετών, άρθρων ή προτάσεων και βράβευση τέτοιων εργασιών.
6. Ανάληψη ευθυνών.
IIΙ. ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ
7. Συμπεριφορά προς πολίτες. Εξυπηρέτηση του κοινού.
8. Επικοινωνία και συνεργασία με συναδέλφους και άλλες υπηρεσίες.
IV. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
9. Ποιότητα και ποσότητα εργασίας.
10. Ικανότητα να προγραμματίζει, οργανώνει, συντονίζει και ελέγχει τις εργασίες του.
Thursday, January 17, 2013
Ακυρώσεις εκλογών καθηγητών και οι σχέσεις καθηγητών-πολιτικών και των άλλων ελίτ της κοινωνίας
Αφορμή για την ανάρτηση αυτή μου έδωσε μήνυμα που έλαβα και το οποίο με
ενημέρωνε για την δημοσίευση στο ΦΕΚ της επανόδου δύο καθηγητών του
τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας (ΦΕΚ 1381, 31/12/2012, Τεύχος Τρίτο).
Σύμφωνα με το ΦΕΚ, ο Υπουργός Παιδείας έκανε δεκτή την αίτηση θεραπείας των δύο ενδιαφερομένων και ανακάλεσε την πράξη ακύρωσης της εκλογής τους που είχα υπογράψει.
Αυτό αποτελεί συνέχεια της ανάκλησης δύο άλλων πράξεων ακύρωσης εκλογών από την προηγούμενη υπουργό Παιδείας που επίσης είχα υπογράψει (η μια αφορούσε βουλευτή και σήμερα υπουργό).
Πώς μπορεί να ερμηνεύσει λοιπόν κανείς τις ανακλήσεις αυτές, όταν μάλιστα έγιναν από υπουργούς που προήρχοντο από διαφορετικά κόμματα και μάλιστα κορυφαία στελέχη των κομμάτων αυτών;
Η καλύτερη εκδοχή είναι ότι έκανα λάθος και κακώς ακύρωσα τις εκλογές
αυτές. Μακάρι να ήταν έτσι, έστω και αν αυτό θα έδειχνε δική μου
ανικανότητα. Πώς όμως μπορεί να έγινε αυτό όταν οι περιπτώσεις είναι
τόσο πολλές, και σε όλες η υπηρεσία και η νομική σύμβουλος του κράτους
είχαν, εγγράφως και τεκμηριωμένα, εισηγηθεί ακύρωση; Επιπλέον, για τις ακυρώσεις αυτές το
σκεπτικό της υπηρεσίας και της νομικού συμβούλου του κράτους το οποίο
απεδέχθην (αφού επείσθην και ίδιος για την ορθότητα της εισήγησης) ήταν
αναρτημένα στο διαδίκτυο και ο καθένας μπορεί να αξιολογήσει. Αντίθετα,
πουθενά δεν υπάρχουν διαθέσιμες οι εισηγήσεις της υπηρεσίας και των
νομικών συμβούλων του κράτους για τις ανακλήσεις των ακυρώσεων (αν υπάρχουν).
Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τα παραπάνωΑπό τα παραπάνω δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστη για τον τρόπο που χειρίζονται τα θέματα οι δημόσιοι λειτουργοί που έχουν υποχρέωση να υπηρετούν την νομιμότητα.
ΥΓ. Παραθέτω και την επιστολή που έλαβα γιατί νομίζω ότι έχει αξία -πέραν της ενημέρωσης (δεν δημοσιοποιώ τα στοιχεία του αποστολέα γιατί δεν έχω τέτοια εξουσιοδότηση).
Αγαπητέ κ. συνάδελφε,
Σας αποστέλλω συνημμένα το ΦΕΚ βάσει του οποίου επανέρχονται στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας του ΕΚΠΑ δύο από τα απολυθέντα το 2010 μέλη του. Τα άτομα αυτά ως γνωστό, είχαν απολυθεί κατά την περίοδο που διατελέσατε υφυπουργός Παιδείας. Δυστυχώς η περίοδος εκείνη, με την απόλυτα -κατά τη δική μου γνώμη- δικαιολογημένη ευαισθησία και ταχύτητα που ενεργήσατε κατά της αναξιοκρατίας, ως υπεύθυνο πολιτικό και ακαδημαϊκό πρόσωπο, φαίνεται ότι ανήκει στο παρελθόν. Εκείνο που αυτή τη στιγμή διακρίνω, με την απόφαση του κ. υπουργού της Παιδείας να επαναφέρει τα προαναφερθέντα άτομα στο Παν/μιο, είναι ότι οι αναξιοκρατικές πρακτικές που κυριαρχούσαν στο χώρο της πολιτικής και της πανεπιστημιακής ζωής και οι διάφορες καταστροφικές συνέπειες αυτών των πρακτικών για το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης δεν έχουν εκλείψει σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα μας γενικά και τα πανεπιστήμιά μας ειδικά έχουν ανάγκη από μια ριζική κάθαρση από τις φαύλες πρακτικές του πριν από τη γένεση της οικονομικής κρίσης παρελθόντος.
Με τις ευχές μου για Καλή Χρονιά και με την εκτίμησή μου,
Σύμφωνα με το ΦΕΚ, ο Υπουργός Παιδείας έκανε δεκτή την αίτηση θεραπείας των δύο ενδιαφερομένων και ανακάλεσε την πράξη ακύρωσης της εκλογής τους που είχα υπογράψει.
Αυτό αποτελεί συνέχεια της ανάκλησης δύο άλλων πράξεων ακύρωσης εκλογών από την προηγούμενη υπουργό Παιδείας που επίσης είχα υπογράψει (η μια αφορούσε βουλευτή και σήμερα υπουργό).
Ισως υπάρχουν και άλλες ακυρώσεις που δεν έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου.
Κατ' αρχήν, θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν γνωρίζω προσωπικά κανέναν από
τους καθηγητές, των οποίων την εκλογή έχω ακυρώσει, ούτε τους έχω ποτέ
συναντήσει (πλην του
βουλευτή). Επομένως, τόσο οι ενέργειες μου τότε όσο και η σημερινή
ανάρτηση δεν αφορούν τα συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά τις διαδικασίες. Η
απόφαση που έλαβα τότε ήταν αποτέλεσμα τεκμηριωμένων εισηγήσεων της
υπηρεσίας του Υπουργείου και ενδελεχούς διερεύνησης των στοιχείων από
την νομική
σύμβουλο του κράτους. Απέφυγα να συναντήσω τους ενδιαφερόμενους παρότι
οι τελευταίοι το επεδίωξαν διότι τότε η απόφασή μου δεν θα ήταν
αποκλειστικά το αποτέλεσμα αντικειμενικής αξιολόγησης των φακέλλων. Για
τους ίδιους λόγους, αγνόησα και όλες τις προσπάθειες παρεμβάσεων που
έγιναν από υψηλά ιστάμενα πρόσωπα της ελληνικής ελίτ. Μερικά μάλιστα
πολύ (μα πολύ) υψηλά.Πώς μπορεί να ερμηνεύσει λοιπόν κανείς τις ανακλήσεις αυτές, όταν μάλιστα έγιναν από υπουργούς που προήρχοντο από διαφορετικά κόμματα και μάλιστα κορυφαία στελέχη των κομμάτων αυτών;
Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τα παραπάνωΑπό τα παραπάνω δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστη για τον τρόπο που χειρίζονται τα θέματα οι δημόσιοι λειτουργοί που έχουν υποχρέωση να υπηρετούν την νομιμότητα.
ΥΓ. Παραθέτω και την επιστολή που έλαβα γιατί νομίζω ότι έχει αξία -πέραν της ενημέρωσης (δεν δημοσιοποιώ τα στοιχεία του αποστολέα γιατί δεν έχω τέτοια εξουσιοδότηση).
Αγαπητέ κ. συνάδελφε,
Σας αποστέλλω συνημμένα το ΦΕΚ βάσει του οποίου επανέρχονται στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας του ΕΚΠΑ δύο από τα απολυθέντα το 2010 μέλη του. Τα άτομα αυτά ως γνωστό, είχαν απολυθεί κατά την περίοδο που διατελέσατε υφυπουργός Παιδείας. Δυστυχώς η περίοδος εκείνη, με την απόλυτα -κατά τη δική μου γνώμη- δικαιολογημένη ευαισθησία και ταχύτητα που ενεργήσατε κατά της αναξιοκρατίας, ως υπεύθυνο πολιτικό και ακαδημαϊκό πρόσωπο, φαίνεται ότι ανήκει στο παρελθόν. Εκείνο που αυτή τη στιγμή διακρίνω, με την απόφαση του κ. υπουργού της Παιδείας να επαναφέρει τα προαναφερθέντα άτομα στο Παν/μιο, είναι ότι οι αναξιοκρατικές πρακτικές που κυριαρχούσαν στο χώρο της πολιτικής και της πανεπιστημιακής ζωής και οι διάφορες καταστροφικές συνέπειες αυτών των πρακτικών για το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης δεν έχουν εκλείψει σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα μας γενικά και τα πανεπιστήμιά μας ειδικά έχουν ανάγκη από μια ριζική κάθαρση από τις φαύλες πρακτικές του πριν από τη γένεση της οικονομικής κρίσης παρελθόντος.
Με τις ευχές μου για Καλή Χρονιά και με την εκτίμησή μου,
Tuesday, January 08, 2013
Τα εξωτερικά μέλη των Συμβουλίων Διοίκησης των Πανεπιστημίων
Τα Συμβούλια Διοίκησης στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ
αποτελούν την μεγαλύτερη ίσως αλλαγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μετά τον
Ν.1268/82. Και αυτό γιατί αποτελούν την απαρχή μιας νέας αντίληψης για το
πανεπιστήμιο και την σχέση του με την κοινωνία.
Πολλοί κατηγόρησαν την κυβέρνηση Παπανδρέου και την
ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας για καθυστέρηση στην αλλαγή του νόμου για τα
πανεπιστήμια. Και ενδεχομένως είχαν δίκιο, αν λάβει κανείς υπόψη του τις εξελίξεις
των τελευταίων τριών χρόνων. Χρειάστηκε όμως περισσότερο από ένα χρόνο για να
αλλάξει η ατζέντα της συζήτησης για τις αλλαγές στο πανεπιστήμιο. Πολύ πριν αναλάβω υπουργικά καθήκοντα το 2009,
είχα διατυπώσει την πεποίθηση ότι οι αντεγκλήσεις για το αν τα πεζοδρόμια στον
περιβάλλοντα χώρο των πανεπιστημίων περιλαμβάνονται στο άσυλο και για το αν οι
αιώνιοι φοιτητές θα έπρεπε να διαγραφούν, ήταν ανούσιες και αδιέξοδες. Η λύση αυτών -και άλλων παρομοίων προβληματών
θα έπρεπε να είναι η συνέπεια μιας συνολικότερης αλλαγής. Πίστευα ότι έπρεπε να μεταβούμε στην ουσιαστική
συζήτηση για τον ρόλο των πανεπιστημίων και πώς θα έπρεπε να διοικούνται για να
εκπληρώνουν καλύτερα τον ρόλο τους στην κοινωνία. Η αλλαγή της ατζέντας δεν
ήταν εύκολη υπόθεση. Χρειάστηκε σχεδόν ένας χρόνος για να γίνει. Και εδραιώθηκε
με την ομιλία Παπανδρέου στους Δελφούς.
Όταν ο τότε
πρωθυπουργός στην ομιλία του στους Δελφούς στις 26/9/2010 αναφέρθηκε στην
σημασία της αλλαγής στον τρόπο διοίκησης των πανεπιστημίων με την υιοθέτηση των
Συμβουλίων Διοίκησης, κανείς δεν πίστευε ότι αυτό θα γινόταν.
Δυστυχώς, οι αιτιάσεις για τους περιορισμούς του
συντάγματος, οι αντιδράσεις των διοκήσεων των πανεπιστημίων αλλά και η πολιτική
ατολμία οδήγησαν σε Συμβούλια με πλειοψηφία καθηγητών προερχομένων από
εσωτερικές εκλογές.
Οι αντιδράσεις των διοικήσεων των πανεπιστημίων,
ειδικά στην αλλαγή αυτή, διατηρήθηκε μέχρι πρόσφατα. Τελικά, φαίνεται ότι όλοι
οι αντιδρώντες επικεφαλής πανεπιστημίων και ΤΕΙ αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν με
την ιδέα και προχώρησαν στις εκλογές των εσωτερικών μελών. Τα περισσότερα ιδρύματα
ολοκλήρωσαν την σύνθεση των συμβουλίων με τις επιλογές των εξωτερικών μελών.
Η ανάρτηση αυτή έχει ως στόχο να αναδείξει μια
ενδιαφέρουσα πτυχή και εξέλιξη για τα πανεπιστημιακά πράγματα που απορρέει από
τα χαρακτηριστικά των προσώπων που επελέγησαν ως εξωτερικά μέλη σε πολλά
ιδρύματα.
Οι προαναφερθείσες αντιδράσεις αλλά και οι πρόσφατες
αλλαγές στην σχετική νομοθεσία οδήγησαν τα εσωτερικά μέλη του πανεπιστημίου να
επιλέξουν σε πολλές περιπτώσεις ως εξωτερικά μέλη, σχεδόν αποκλειστικά,
καθηγητές από πανεπιστήμια του εξωτερικού. Αυτό εκπληρώνει το ένα σκέλος της
βασικής φιλοσοφίας του συμβουλίου διοίκησης: του σπασίματος της εσωστρέφειας
των ελληνικών πανεπιστήμιων με άμεση συμμετοχή στην διοίκησή τους,
πανεπιστημιακών μεν, αλλά ανθρώπων που γνωρίζουν τους τρόπους που λειτουργεί
ακαδημαϊκά ένα καλά οργανωμένο και σωστά διοικούμενο πανεπιστήμιο και τους
έχουν βιώσει σε εξαιρετικά για τον σκοπό αυτό περιβάλλοντα. (Ανεκπλήρωτος, σε
μεγάλο βαθμό, έμεινε ο δεύτερος στόχος, να αποτελέσει το συμβούλιο τον
συνδετικό κρίκο μεταξύ των πανεπιστημίων και της κοινωνίας, μέσω της εκλογής
και μη πανεπιστημιακών).
Είναι ενδεχόμενο έτσι να επιτευχθεί ένας από τους
σημαντικότερους στόχους των γενικώτερων αλλαγών που επιχειρήθηκαν την διετία
2009-2011 στα πανεπιστήμια, αυτός δηλαδή της αντιστροφής της πρακτικής της
εσωστρέφειας. Η αντιστροφή αυτή επιχειρήθηκε με τον νόμο με την συμμετοχή
καθηγητών από το εξωτερικό στα εκλεκτορικά σώματα, με την δυνατότητα ταυτόχρονης
κατοχής θέσης ΔΕΠ σε ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια (dual appointments), κτλ. Να
ενισχυθεί δηλαδή η εξωστρέφεια των ελληνικών πανεπιστημίων για να διοχετευθεί
σε αυτά ο ακαδημαϊσμός που τόσο δυστυχώς λείπει αφού η εσωστρέφεια τα έχει
οδηγήσει σε λογική λειτουργίας δημοσίων υπηρεσιών.
Τα περισσότερα από τα εξωτερικά μέλη που έχουν
επιλεγεί για τα πανεπιστήμια της χώρας και είναι καθηγητές στο εξωτερικό
ενδεχομένως δεν έχουν πείρα από διοίκηση. Είναι όμως βέβαιο ότι γνωρίζουν πολύ
καλά τι σημαίνει ακαδημαϊκό ήθος και ακαδημαϊκές πρακτικές. Και αυτό ελπίζω να το
μεταφέρουν στα ελληνικά πανεπιστήμια.
Έστω και μόνο αυτό να καταφέρουν, θα έχουν προσφέρει
πάρα πολλά στην χώρα. Είμαι όμως αισιόδοξος ότι θα προσφέρουν πολύ περισσότερα
από αυτά.
Κλείνοντας θα ήθελα να συγχαρώ όσους έχουν εκλεγεί ως
εσωτερικά μέλη στα περισσότερα πανεπιστήμια και ΤΕΙ, γιατί με τις επιλογές
τέτοιων εξωτερικών μελών, απέδειξαν ότι υπάρχουν Έλληνες πανεπιστημιακοί που έχουν
την δυνατότητα να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων αν τους δοθεί το κατάλληλο
πλαίσιο και δεν υποχρεώνονται να λειτουργούν στην μιζέρια της καθημερινής
γραφειοκρατίας.
Subscribe to:
Posts (Atom)