Showing posts sorted by relevance for query ιεκ. Sort by date Show all posts
Showing posts sorted by relevance for query ιεκ. Sort by date Show all posts

Saturday, March 28, 2009

Η Αλέκα Παπαρήγα και το ΕΣΥΠ

Επειδή η ιστορία είναι χρήσιμη για την κατανόηση των γεγονότων, ανέσυρα από το αρχείο μου την (αρνητική) απαντητική επιστολή της Αλέκας Παπαρήγα στην πρόσκληση που είχα αποστείλει για συνεδρίαση του ΕΣΥΠ (Δεκέμβρης 1998).
Είχα εκτιμήσει τότε την μακρά τεκμηρίωση της άποψης που εξέφραζε. Που έδειχνε σεβασμό στον "συνομιλητή". Την ίδια εντύπωση είχα αποκομίσει στις συναντήσεις που είχα μαζί της για θέματα παιδείας. Ο διάλογος μπορεί να είναι ουσιαστικός ακόμα και όταν η διαφωνία μπορεί να είναι πλήρης.
Δεν είναι νομίζω τυχαίο ότι η Α. Παπαρήγα είναι τόσα χρόνια ΓΓ του ΚΚΕ.

Είναι φανερό ότι οι απόψεις μου για την παιδεία διαφέρουν σημαντικά από αυτές της Α. Παπαρήγα. Αναγνωρίζω όμως ότι οι θέσεις που εκφράζει το ΚΚΕ έχουν συνέχεια και δεν είναι αποτέλεσμα επικοινωνιακών επιλογών.


Προς τον Πρόεδρο

του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας

κ. Ιωάννη Πανάρετο

Κύριε Πρόεδρε,

Οπως γνωρίζετε, το ΚΚΕ είναι ριζικά αντίθετο στις ρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση στα ζητήματα της παιδείας. Τόσο μέσα στη Βουλή, καθώς και με άλλες δημόσιες παρεμβάσεις του, επανειλημμένα έχει καταθέσει τις απόψεις και τις προτάσεις του.

Το ΚΚΕ δεν αποκλείει εξ ορισμού το διάλογο. Οταν αυτός γίνεται με πραγματικούς όρους, στην κατάλληλη στιγμή, έγκαιρα το Κόμμα μας παίρνει μέρος και εξαντλεί κάθε δυνατότητα να επιδράσει θετικά σε αποφάσεις. Σήμερα στην πρώτη γραμμή δεν είναι ο διάλογος, αλλά οι συγκεκριμένες, αποφασισμένες επιλογές της κυβέρνησης. Με την έννοια αυτή, έτσι όπως προβάλλεται το θέμα του διαλόγου, αποτελεί αποπροσανατολισμό και παραπλάνηση.

Εκτιμάμε ότι η πολιτική της κυβέρνησης στην παιδεία είναι μια βαθιά ταξική επιλογή.

Το βασικό, το κυρίαρχο πολιτικό στοιχείο είναι ότι με βάση τις υποδείξεις του ΟΟΣΑ, της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Λευκής Βίβλου για την παιδεία η κυβέρνηση προσαρμόζει και υποτάσσει την εκπαίδευση των νέων, του λαού μας, στις σύγχρονες απαιτήσεις των μονοπωλίων, στην "ευελιξία της αγοράς εργασίας" στις νέες εργασιακές σχέσεις. Στόχος είναι η διαμόρφωση και συμμόρφωση του "απασχολήσιμου" πλέον "ανθρώπινου δυναμικού" στο φαύλο κύκλο, διά βίου, της απόλυσης - κατάρτισης - απόλυσης, χωρίς απαιτήσεις και δικαιώματα.

Ετσι, π.χ., μέσα από το νέο πυκνό πλέγμα εξεταστικών φίλτρων, οδηγεί βίαια ένα ακόμη μεγαλύτερο μέρος μαθητών έξω από το Λύκειο, διευρύνοντας έτσι τη διαρροή από τη βασική μόρφωση, που ήδη σημειώνεται από τις προηγούμενες βαθμίδες. Αυτό αποτελεί ήδη μια βαθιά ταξική πολιτική επιλογή. Η ενίσχυση παραπέρα του ταξικού επιλεκτικού ρόλου του Λυκείου αποσκοπεί στην ανάδειξη της στενής υποβαθμισμένης τεχνικοεπαγγελματικής κατάρτισης, στα ΤΕΕ και στα ιδιωτικά ΙΕΚ, σε αναγκαστική "μορφωτική" διέξοδο για την πλειοψηφία, ιδιαίτερα των αδύνατων οικονομικά και κοινωνικά μαθητών. Στα ΤΕΕ, ιδρύματα που προβάλλονται σαν αναγκαία φυσική διέξοδος σε "όσους δεν παίρνουν τα γράμματα" και μέχρι στιγμής λειτουργούν χωρίς βιβλία, εργαστήρια, καθηγητές και προγράμματα και στη συνέχεια στα ΙΕΚ, θα εξοικειώνονται οι νέοι μέσα από τη μαθητεία στις απαιτήσεις της "αγοράς", στην εκμετάλλευση και στην υποταγή.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται, σ' ένα δεύτερο επίπεδο και η διατυμπανιζόμενη ως "διεύρυνση" της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης - ουσιαστικά υποβάθμισής της - με σπουδές στενής κατάρτισης (ΠΣΕ, νέα τμήματα, κύκλοι σπουδών, πιστωτικές μονάδες) για σπουδές και πτυχία χωρίς αντίκρισμα για τους περισσότερους.

Η πριμοδότηση των Ιδιωτικών ΙΕΚ, η καθιέρωση διδάκτρων στην Προσχολική Αγωγή και στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, η έμμεση αναγνώριση Ιδιωτικών ΑΕΙ, ανοίγουν νέο δρόμο για τη σταδιακή και τελικά πλήρη κατάργηση της δωρεάν εκπαίδευσης, υλοποιώντας έτσι τις υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης για "παροχή υπηρεσιών παιδείας σ' ανταποδοτική βάση"".

Τα νέα μέτρα της κυβέρνησης ήδη οδηγούν στην παραπέρα ανάπτυξη της παραπαιδείας (φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, επαγγελματική εκπαίδευση κλπ.) οξύνοντας τα προβλήματα και τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι, η λαϊκή οικογένεια. Γι' αυτό κατανοούν και συμπαραστέκονται στον αγώνα των παιδιών τους, επειδή συνειδητοποιούν ότι "δεν πάει άλλο" μ' αυτή την πολιτική, η οποία υψώνει νέους φραγμούς στη μόρφωση και στη ζωή τους.

Το ΚΚΕ εκτιμά ότι οι σημερινές ανάγκες για περισσότερη, ουσιαστική και ολόπλευρη μόρφωση του νέου ανθρώπου, για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, ώστε να είναι κυρίαρχος της ζωής του, δεν αντιμετωπίζονται με την ανακύκλωση γνωστών από το παρελθόν αποτυχημένων μέτρων. Πολύ περισσότερο δεν αντιμετωπίζονται με την ένταση των ταξικών φραγμών, αλλά ούτε και με την αναμονή και τη χρηματοδότηση από τις Βρυξέλλες. Η χώρα μας έχει την πολύτιμη εμπειρία της "χρηματοδότησης" της αγροτικής οικονομίας, που οδήγησε στο ξεκλήρισμα των αγροτών. Εχει την πείρα της σταθερής συρρίκνωσης και υποβάθμισης της παραγωγικής της βάσης.

Το ΚΚΕ εκτιμά ότι οι σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων, των νέων, της κοινωνίας απαιτούν άλλα, ριζικά μέτρα. Τη γενναία αύξηση των δαπανών για την παιδεία. Την κατάργηση της ιδιωτικής και της έμμεσης ιδιωτικοποίησης της Δημόσιας Εκπαίδευσης. Απαιτούν την ποσοτική και ποιοτική ενίσχυση της Βασικής - Γενικής Εκπαίδευσης με την καθιέρωση ενιαίου 12χρονου, βασικού, υποχρεωτικού σχολείου, σαν απαραίτητο υπόβαθρο όχι μόνο των πανεπιστημιακών σπουδών, αλλά και της όποιας επαγγελματικής εκπαίδευσης θα χρειαστεί ή θα θελήσει ν' αποκτήσει κανείς στη διάρκεια της ζωής του. Σχολείου για όλους, χωρίς ταξικές, φυλετικές, γεωγραφικές και άλλες διακρίσεις, χωρίς τον ξεπερασμένο ιστορικά διαχωρισμό σε Δημοτικό - Γυμνάσιο - Λύκειο.

Ενα ενιαίο 12χρονο σχολείο με νέα προγράμματα και βιβλία που - μέσα από τη θεωρία, αλλά και με την πράξη - θα συμβάλλουν στην πιο γενική επιστημονική θεώρηση της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας, μορφώνοντας έτσι ανθρώπους με συνείδηση, όχι ατομιστική, αλλά "κοινωνική", "ανταγωνιστική" στην πνευματική και υλική εκμετάλλευση των λαϊκών στρωμάτων. Ανθρώπους που θα συνειδητοποιούν τη θέση τους στην κοινωνία και θα συντονίζουν το βήμα τους με την πραγματική νομοτέλεια της ιστορίας, για μια καλύτερη, ανώτερη κοινωνία".

Κύριε Πρόεδρε,

Πραγματική ανάγκη σήμερα της νεολαίας, του Λαού μας δεν είναι η κοινωνία του "απασχολήσιμου", υποταγμένου στη μοίρα του, χωρίς δικαιώματα, ανθρώπου. Ούτε οι σύγχρονες μορφωτικές ανάγκες τους σήμερα συμβιβάζονται με την επιχειρούμενη Παιδεία του "καταρτίσιμου - απασχολήσιμου" στο όνομα της ψευδεπίγραφης παγκοσμιοποίησης. Θεωρούμε ότι ο αγώνας για τη μόρφωση είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αγώνα για το μεροκάματο, για το δικαίωμα σε εργασία με δικαιώματα, στην υγεία και τόσα άλλα λαϊκά δικαιώματα, που σήμερα θυσιάζονται στο βωμό του ανταγωνισμού των πολυεθνικών, στους δείχτες της ΟΝΕ, στο αντιλαϊκό μονόδρομο της Ευρωπαϊκής Ενωσης που ακολουθεί η κυβέρνηση.

Πεποίθησή μας είναι ότι η κρίση που μαστίζει χρόνια τώρα τα εκπαιδευτικά μας πράγματα, η οποία σήμερα οξύνεται και ουσιαστικά απομακρύνει τους μαθητές από το σχολείο και τη γνώση, που αγχώνει τους γονείς και τα δίνουν όλα, όσοι μπορούν, για ένα αβέβαιο μέλλον, σε μεγάλο βαθμό εδώ έχουν τη ρίζα τους.

Γιατί τα προβλήματα - που και σήμερα προκύπτουν και ζητάνε λύση - δεν εκφράζουν απλά ένα στενό εκπαιδευτικό πρόβλημα, αλλά ένα βαθύ ταξικό - πολιτικό ζήτημα για το οποίο πρέπει να πάρουμε θέση. Ουσιαστικά πρόκειται, για το τι άνθρωπο και τι κοινωνία θέλουμε να φτιάξουμε. Οπως είναι φυσικό και καταλαβαίνουμε, στο θέμα αυτό όχι μόνο δεν υπάρχει κοινή αντίληψη και συναίνεση μέσα στην ταξική εκμεταλλευτική κοινωνία μας, αλλά αποτελεί σοβαρό ζήτημα πολιτικο-ιδεολογικής σύγκρουσης και αντιπαράθεσης, ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις - ομάδες και πολιτικά κόμματα.

Το ζήτημα, όσο μας αφορά, δεν είναι, όπως ισχυρίζεται ο πρωθυπουργός, ότι δεν υπάρχουν άλλες προτάσεις για φιλολαϊκή διέξοδο στα αδιέξοδα της μόρφωσης και της ζωής των νέων κυρίως ανθρώπων. Πολιτικές και προτάσεις υπάρχουν. Οι αγώνες της νεολαίας ήδη προβάλλουν αρκετές. Διέξοδος υπάρχει, μόνο που βρίσκεται σ' άλλη κατεύθυνση από το βασικό προσανατολισμό, το μονόδρομο της κυβέρνησης, που επιδειχτικά τις αγνοεί, σαν να μην υπάρχουν. Συνεπώς η κρίση και τα αδιέξοδα στην παιδεία δε θεωρούμε, όπως αρκετοί προβάλλουν, ότι οφείλονται στην έλλειψη εθνικής συναίνεσης, διακομματικής συνεννόησης, κυρίως στην έλλειψη θεσμών, οργάνων, συμβουλευτικών φορέων και επιτροπών".

Εμείς στη Βουλή εναντιωθήκαμε, όπως γνωρίζετε, όταν προωθήθηκε η σύσταση του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ). Γιατί στόχος του ήταν, όπως προκύπτει από το σχετικό νόμο, να διεκπεραιώνει βασικές επιλογές της κυβερνητικής πολιτικής, προσδίδοντας άλλοθι και επίφαση, δήθεν κοινωνικής συναίνεσης και συμμετοχής. Η εκκωφαντική σιωπή του, 3 χρόνια τώρα από τη σύστασή του, μ' ευθύνη της κυβέρνησης, επιβεβαιώνει τη χειραγώγησή του από την κάθε φορά κυβερνητική σκοπιμότητα, τον εξαρτημένο ρόλο του, όπως γινόταν και στο παρελθόν με την τύχη αντίστοιχων οργάνων που προϋπήρχαν και καταργήθηκαν. Μέσα από τη Βουλή και παρά τα ασφυχτικά όρια της υποβαθμισμένης λειτουργίας της, αλλά και έξω απ' αυτήν, υπεύθυνα και κατ' επανάληψη κατατίθενται οι απόψεις μας. Αντικειμενικά γίνεται διάλογος, άσχετα αν η κυβέρνηση δε θέλει να τον αφουγκραστεί ή επιλέγει ό,τι τη βολεύει.

Επειδή δεν πάσχουμε από την κατάθεση προτάσεων, επειδή έχουμε βασικές αντιρρήσεις με την όλη δομή, λειτουργία και αποστολή του ΕΣΥΠ, και επειδή δε συμμεριζόμαστε την άποψη ότι μπορεί να δοθεί διέξοδο από το ΕΣΥΠ, σ' αυτή τη φάση του αγώνα, γι' αυτό δεν παίρνουμε μέρος σ' αυτό, χωρίς να παύουμε να δημοσιοποιούμε υπεύθυνα τις απόψεις μας.

Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι το πρόβλημα της Παιδείας, της μόρφωσης είναι κατ' εξοχήν ένα κοινωνικό, πολιτικό ζήτημα. Η αντιμετώπισή του σήμερα δεν μπορεί να καθορίζεται από την "ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία", την "αγορά της", των μονοδρόμων της που προβάλλουν οι φιλολογικοί και πολιτικοί εκπρόσωποί της.

Ούτε μπορεί η λύση του ν' αποτελεί υπόθεση και ευθύνη μόνο κάποιων ειδικών, αλλά χρειάζεται να γίνει υπόθεση της πάλης όλων όσοι θίγονται, κυρίως της εργατικής τάξης, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, όλου του λαού και της νεολαίας, του συντονισμένου αγώνα τους, ενός ευρύτερου Λαϊκού Μετώπου πάλης και εξουσίας, που θα σφραγίζει σε όφελός τους τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις.

Σ' αυτή την προσπάθεια χρειάζεται να συγκεντρώσουμε παραπέρα την προσοχή μας, γιατί αυτός ο δρόμος είναι ο μόνος ρεαλιστικός, είναι ο μόνος δρόμος που μπορεί να φέρει ουσιαστικές καταχτήσεις. Γιατί τα δικαιώματα στη μόρφωση και τη ζωή της νεολαίας και του Λαού μας, γνωρίζουμε όλοι καλά, πως ποτέ δε χαρίστηκαν, αλλά καταχτήθηκαν με αγώνες".

Sunday, February 21, 2010

Τα τοπικά κολλέγια, οι πανελλήνιες εξετάσεις, οι μετεγγραφές και η βάση του 10 (Β'μέρος)

Ας έλθουμε τώρα στα δικά μας και στο υπόλοιπο του τίτλου. (Μέρος των σκέψεων που παραθέτω ήταν στην βάση της πρότασης για την αναθεώρηση του συντάγματος το '95, στην οποία έκανα αναφορά στην προηγούμενη ανάρτηση).

Ας δούμε κατ’ αρχήν τις βασικές πολιτικές επιλογές εκπαίδευσης των περασμένων δεκαετιών και τις αδυναμίες τους.

Κυρίαρχες επιλογές ήταν η μαζική τριτοβάθμια εκπαίδευση και η προσπάθεια ενίσχυσης της περιφέρειας μέσω της δημιουργίας μονάδων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε όλη την χώρα.

Δύο ήταν οι παράγοντες που δεν ελήφθησαν υπ' όψη στην στρατηγική αυτή. Η ποιότητα και το κόστος.

Για να διασφαλισθεί η ποιότητα, η πρόταση του '95 προέβλεπε πιστοποίηση και αξιολόγηση τόσο των τότε υπαρχουσών όσο και των όποιων νέων μονάδων (κάτι που βέβαια ποτέ δεν έγινε). Δεν υπήρξε επίσης κάποια πρόβλεψη για τις ικανότητες που απαιτούνταν για να σπουδάσει κανείς στο πανεπιστήμιο.

Το κόστος ποτέ δεν μπήκε στην εξίσωση. Δημιουργούνταν νέα τμήματα με εντυπωσιακούς τίτλους, ένοιωθαν ικανοποίηση οι τοπικές κοινωνίες που αποκτούσαν πανεπιστήμιο (ΤΕΙ αν οι τοπικοί παράγοντες δεν ήταν τόσο ισχυροί) και εκλέγονταν πολλοί νέοι καθηγητές. Όταν τα οικονομικά άρχισαν να δυσκολεύουν το πρόβλημα των διδασκόντων άρχισε να αντιμετωπίζεται με "407" στα πανεπιστήμια (προσωρινούς διδάσκοντες που κατά τεκμήριο πήγαιναν μια φορά την βδομάδα να διδάξουν άδειες -πολλές φορές- τάξεις) και με εκτάκτους στα ΤΕΙ.

Το αποκορύφωμα της πολιτικής αυτής, ήταν η ίδρυση πανεπιστημίου με τροπολογία ένα μήνα πριν τις τελευταίες εκλογές.

Η ενίσχυση της περιφέρειας όμως, μόνο εν μέρει επετεύχθη. Πολλοί από τους φοιτητές που μπαίνουν στα περιφερειακά ιδρύματα (κανείς δεν ξέρει τον ακριβή αριθμό τους), είτε δεν εγγράφονται καθόλου, είτε φεύγουν με μετεγγραφή (άλλη μια αντίφαση μια και οι ηγεσίες χρησιμοποίησαν τις ανεξέλεγκτες μετεγγραφές για να αντιμετωπίσουν -εν μέρει μόνο- ένα άλλο κοινωνικό πρόβλημα). Η λύση αυτή βέβαια ήταν σε αντίφαση με την πολιτική ενίσχυσης της περιφέρειας.

Επίσης σε αντίφαση με την πολιτική της μαζικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η βάση του 10 καθιερώθηκε για να αναβαθμίσει -υποτίθεται- την ποιότητα των σπουδαστών. Ποιός αλήθεια έχει μετρήσει αν υπάρχει πραγματική αναβάθμιση στα χρόνια που μεσολάβησαν; Μια και είμαστε στο σημείο αυτό, να πω ότι η μελέτη των στοιχείων που έχω αρχίσει να επεξεργάζομαι δείχνει ότι εισάγονται υποψήφιοι που ναι μεν έχουν μέσο όρο πάνω από 10, αλλά έχουν 4 και 5 στα βασικά μαθήματα του αντικειμένου!

Πώς θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά -και πολλά άλλα- η δημιουργία τοπικών κολλεγίων;

-Θα δημιουργήσει μια ενδιάμεση βαθμίδα –που θα λειτουργεί και ως «γέφυρα»- μεταξύ της δευτεροβάθμιας και της ανώτατης εκπαίδευσης με κινητικότητα μεταξύ των βαθμίδων, καταργώντας τα απόλυτα στεγανά που υφίστανται σήμερα.

-Θα αποφορτίσει τις σπουδές στο Λύκειο από το άγχος των εισαγωγικών εξετάσεων αφού όλοι θα έχουν πρόσβαση στα κολλέγια, χωρίς εξετάσεις. Αυτό δεν έχει καμμία σχέση με την ελεύθερη πρόσβαση στα πανεπιστήμια που προτείνουν πολλοί, γιατί εκεί όλοι θα έπρεπε να εισαχθούν σε πανεπιστημιακές σχολές που δεν έχουν υποδομές μαζικής ανώτατης εκπαίδευσης.

- Με δεδομένο ότι θα μπορούν να εγγραφούν σε αυτά όλοι οι ενδιαφερόμενοι χωρίς το άγχος των πανελληνίων εξετάσεων θα μειωθεί σημαντικά η ανάγκη προσφυγής στα φροντιστήρια.

-Θα περιορίσει την συχνότητα του φαινομένου να χάνει ένας νέος που απέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις δύο και τρία από τα πλέον παραγωγικά χρόνια της ζωής του κάνοντας φροντιστήριο - κάτι άκρως αντιεκπαιδευτικό και αντιοικονομικό- προκειμένου να ξαναδοκιμάσει στις γενικές εξετάσεις.

-Θα απελευθερώσει πολύτιμο χρόνο στους μαθητές του Λυκείου από τα φροντιστήρια και θα τους δώσει την δυνατότητα ενασχόλησης με άλλα ενδιαφέροντα πράγματα.

-Θα περιορίσει τις μετεγγραφές γιατί οι μαθητές θα έχουν την δυνατότητα να σπουδάσουν στα κολλέγια της δικής τους περιοχής, αντί να αναγκάζονται να εγγράφονται σε τμήματα μακριά από το σπίτι τους (όπου έτυχε να πέσει η μπάλα της ρουλέτας), με αντικείμενο πολλές φορές άσχετο με τις προτιμήσεις τους και στην συνέχεια να επιδιώκουν μετεγγραφή.

-Τα νέα παιδιά θα έχουν την δυνατότητα σε ένα ή δύο χρόνια να διαπιστώσουν αν πραγματικά έχουν τις δυνατότητες να ακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές ή -σε αντίθετη περίπτωση- αν είναι προτιμότερο να επιδιώξουν μια επαγγελματική κατάρτιση. Θα αποκλιμακωθεί έτσι ο "πληθωρισμός" στην ζήτηση πανεπιστημιακών σπουδών.

-Μετά το τέλος της διετούς φοίτησης όσοι επιλέξουν να μην ακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές -ή αντιληφθούν ότι δεν έχουν τις δυνατότητες για κάτι τέτοιο- θα αποκτούν ένα χρήσιμο τίτλο σπουδών (και όχι δυο χαμένα και χρυσοπληρωμένα χρόνια φροντιστηρίου).

-Στα κολλέγια μπορούν να ενταχθούν –ή να μετατραπούν- και τα ΙΕΚ που λειτουργούν σήμερα στην περιφέρεια. Θα λυθεί έτσι και άλλο ένα πρόβλημα, αυτό της έλλειψης κινητικότητας μεταξύ ΙΕΚ και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

-Οι μονάδες αυτές (σε αντίθεση με τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ) θα μπορούν εύκολα να προσαρμόζονται σε νέα επιστημονικά η επαγγελματικά δεδομένα. Αυτό θα έχει ως πρόσθετο αποτέλεσμα ότι θα μειωθεί η ανάγκη –και η πίεση- δημιουργίας νέων τμημάτων.

-Θα είναι πολύ ευκολότερο να καλυφθούν οι διδακτικές ανάγκες στο επίπεδο αυτό.

-Θα υπάρξει μεγάλη αποσυμφόρηση των πανεπιστημίων, κυρίως των κεντρικών, αφού για πολλούς ο πρώτος κύκλος σπουδών θα γίνεται στα τοπικά κολλέγια. (Όσοι έχουν μελετήσει λίγο τα στοιχεία γνωρίζουν ότι οι περισσότεροι λιμνάζοντες φοιτητές βρίσκονται στα πρώτα δύο πανεπιστημιακά έτη σπουδών - προσοχή, όχι ημερολογιακά έτη: μόλις ξεπεράσουν το στάδιο αυτό, συγκεντρώνονται και προσπαθούν να τελειώσουν όσο το δυνατόν συντομότερα).

-Θα αποκτήσουν ουσία οι εκπαιδευτικές μονάδες αφού με βάση αυτές και την σχέση που οι προηγούμενες σπουδές θα έχουν με το συγκεκριμένο τμήμα του πανεπιστημίου ή ΤΕΙ στο οποίο θα θέλει κάποιος απόφοιτος κολλεγίου να μεταπηδήσει, θα αναγνωρίζεται η προηγούμενη εκπαίδευση (και όχι απλώς με βάση τα χρόνια σπουδών).

-Τα τοπικά κολλέγια θα εξυπηρετήσουν με τον καλύτερο τρόπο και την δια βίου μάθηση αφού ο κάθε πολίτης που θα θέλει να αποκτήσει γνώσεις ή δεξιότητες σε κάποια φάση της ζωής του θα το κάνει εύκολα χωρίς να απομακρυνθεί από το σπίτι του και την δουλειά του. Θα μπορεί δε, να παρακολουθήσει και ένα μόνο μάθημα που θα πιθανόν τον ενδιαφέρει για την δουλειά του είτε για την βελτίωση των γνώσεών του, παίρνοντας ταυτόχρονα σχετική έγκυρη πιστοποίηση χωρίς να υποχρεώνεται να το κάνει αυτό παρακολουθώντας αμφίβολης ποιότητας σεμινάρια σε αμφίβολης ποιότητας οργανισμούς και παίρνοντας αμφίβολης αξίας πιστοποιητικά.

-Τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ θα μπορούν να συνεργάζονται με τα κολλέγια αυτά, ακόμα και να ιδρύουν κολλέγια ως παραρτήματα (αντί να ιδρύονται μεμονωμένα πανεπιστημιακά τμήματα σε πόλεις που καμμία ουσιαστική σύνδεση δεν έχουν με το πανεπιστήμιο στο οποίο ανήκουν). Θα ελέγχουν έτσι και την ποιότητα των σπουδών σε αυτά και την αντιστοιχία τους με τις απαιτήσεις τους (κάτι που δεν γίνεται σήμερα).

-Η τοπική αυτοδιοίκηση και η κοινωνία θα μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά στην λειτουργία τους.

-Το κόστος ίδρυσης και λειτουργίας τους θα ήταν εξαιρετικά χαμηλότερο από το αντίστοιχο πανεπιστημίων και ΤΕΙ.

Σε μια τέτοια προσέγγιση τα τμήματα πανεπιστημίων και ΤΕΙ που σήμερα έχουν κενές θέσεις θα μπορούσαν να μετατραπούν σε κολλέγια που θα λειτουργούσαν υπό την εποπτεία των αντιστοίχων ιδρυμάτων, καθιστώντας άνευ αντικειμένου και το πρόβλημα της βάσης του 10 που τόσο πολύ μας απασχολεί.

Είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν και πολλές πλευρές που πρέπει να εξετασθούν. Αυτή άλλωστε είναι και η χρησιμότητα της διαβούλευσης. Όσο για τις τεχνικές λεπτομέρειες που χρειάζεται να ρυθμισθούν σε μια τέτοια αλλαγή, αυτές μπορούν να μελετηθούν σε επόμενο στάδιο.

Saturday, June 11, 2011

Επίκαιρη Ερώτηση για ΤΕΙ Ηπείρου (10/6/2011)

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γρηγόριος Νιώτης): Επόμενη είναι η με αριθμό 968/7-6-2011 επίκαιρη ερώτηση του Βουλευτή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας κ. Νικόλαου Καραθανασόπουλου προς την Υπουργό Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, σχετικά με την αντιμετώπιση των προβλημάτων του έκτακτου προσωπικού του ΤΕΙ Ηπείρου.

Και στην ερώτηση αυτή θα απαντήσει ο Υφυπουργός Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, κ. Ιωάννης Πανάρετος.

Παρακαλείται τώρα ο ερωτών Βουλευτής κ. Νικόλαος Καραθανασόπουλος επί δίλεπτο να διατυπώσει την ερώτησή του.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ: Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.

Κύριε Υφυπουργέ, η κατάσταση που περιγράφεται στην επίκαιρη ερώτηση για το ΤΕΙ Ηπείρου αποτελεί ένα παράδειγμα, όπως πολύ καλά καταλαβαίνετε, του τι ισχύει στις εξελίξεις στα ΤΕΙ της χώρας μας, αλλά και γενικότερα στην ανώτατη εκπαίδευση. Άλλωστε, πριν από λίγο απαντήσατε και σε μία αντίστοιχη επίκαιρη ερώτηση για το ΤΕΙ Σερρών.

Έτσι, λοιπόν, η περικοπή της χρηματοδότησης περίπου κατά 50% σε σχέση με το 2009-2010, η μείωση των ωρών διδασκαλίας κατά 30% περίπου, η καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων, διαμορφώνουν μία ιδιαίτερα εκρηκτική κατάσταση στο σύνολο των ΤΕΙ της χώρας. Για παράδειγμα, μέσα από τη μη ανανέωση του προσωπικού δρομολογούνται απολύσεις. Ήδη το Υπουργείο Παιδείας ενέκρινε μόνο εκατόν εβδομήντα έξι θέσεις-πιστώσεις για τα δεκατρία Τμήματα του ΤΕΙ Ηπείρου, τη στιγμή που μέχρι τώρα υπήρχαν διακόσιοι εξήντα επτά επιστημονικοί και εργαστηριακοί συνεργάτες.

Αυτή η κατάσταση δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην ομαλή ολοκλήρωση του ακαδημαϊκού έτους και διαμορφώνει ένα ακόμη πιο ασφυκτικό περιβάλλον για τη νέα χρονιά, διαμορφώνοντας πολύ σοβαρά λειτουργικά προβλήματα. Για παράδειγμα, σε αυτή την κατεύθυνση θα προσθέσει νέα προβλήματα η πρόσφατη εγκύκλιός σας, της 1ης Ιουνίου, για τις θέσεις του έκτακτου και ωρομίσθιου προσωπικού στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ κατά το ακαδημαϊκό έτος 2011-2012, όπου τα Τμήματα, όπως λέτε, που έχουν έως δεκαπέντε μέλη επιστημονικό προσωπικό στα ΤΕΙ και είκοσι πέντε μέλη διδακτικό προσωπικό στα ΑΕΙ δεν έχουν ανάγκη -θεωρείτε- έκτακτου προσωπικού και δεν θα λάβουν πιστώσεις, παρά μόνο κατ’ εξαίρεση. Έτσι, θα έχουμε ουσιαστικά τη δρομολόγηση συγχωνεύσεων Τμημάτων και Σχολών, την κατάργηση και την υποβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, για να μετατραπούν ουσιαστικά τα ΤΕΙ είτε σε κολέγια είτε σε ΙΕΚ.

Κατά τη γνώμη μας, αποτελεί πρόσχημα ο εξορθολογισμός και αφορμή η κρίση για να δρομολογήσετε αυτές τις συνολικά αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις, οι οποίες πατάνε στις ευρωενωσιακές κατευθύνσεις για ολοκληρωτική υποταγή του περιεχόμενου, της δομής και της διοίκησης των Ανώτατων Ιδρυμάτων στις στρατηγικές στοχεύσεις για την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία των μονοπωλιακών ομίλων και όχι της ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών.

Ευχαριστώ.

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γρηγόριος Νιώτης): Ευχαριστούμε, κύριε συνάδελφε.

Το λόγο έχει ο Υφυπουργός Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων κ. Ιωάννης Πανάρετος.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ (Υφυπουργός Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων): Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

Κύριε Πρόεδρε, όπως είπα και προηγουμένως, αντιλαμβάνομαι την ανησυχία και την αγωνία που εκφράζεται από Βουλευτές για το μέλλον των Πανεπιστημίων και ΤΕΙ –στη συγκεκριμένη περίπτωση ΤΕΙ- στα οποία υπάρχουν προβλήματα.

Σε σχέση με το έκτακτο προσωπικό του ΤΕΙ Ηπείρου θα πρέπει να κάνω γνωστό ότι υπάρχει προϋπολογισμός 3 εκατομμυρίων ευρώ για ωρομίσθιους, έχει εκταμιευθεί ποσό 840 εκατομμυρίων ευρώ για την κάλυψη της περιόδου Ιανουαρίου-Απριλίου και βρίσκεται προς υπογραφή απόφαση για την εκταμίευση άλλου ενός ποσοστού 14% για το Μάιο και Ιούνιο, δηλαδή 420.000 ευρώ.

Είμαι βέβαιος ότι, αν μου ανταπαντούσατε αυτή τη στιγμή, θα μου λέγατε ότι δεν είναι αρκετά και θα μου λέγατε ότι χρειάζονται περισσότεροι διδάσκοντες ωρομίσθιοι. Δεν είναι βέβαιο. Δεν ξέρει κανείς πόσες είναι οι ανάγκες και σε τι έκταση οι ανάγκες αυτές μπορούν να τεκμηριωθούν σε σχέση με τη συνολική εικόνα.

Τι έχουμε αυτή τη στιγμή; Αυτή τη στιγμή έχουμε έναν συγκεκριμένο προϋπολογισμό, έχουμε μία συγκεκριμένη κατεύθυνση για το πόσες θέσεις εκτάκτων μπορούμε να διαθέσουμε. Αυτό δεν το αποφασίζουμε θεωρώντας ότι θα πάρουμε κάποια χρήματα από δω και θα τα πάμε εκεί κι έτσι θα δώσουμε περισσότερα χρήματα στο ΤΕΙ Ηπείρου ή στο ΤΕΙ Σερρών. Έχουμε συγκεκριμένες θέσεις. Θα έχουμε ένα συγκεκριμένο αριθμό θέσεων διαθέσιμο. Έχουμε λοιπόν την υποχρέωση να δούμε πώς αυτές τις θέσεις θα τις κατανείμουμε με τρόπο που θα καλύψουν με την πιο λογική προσέγγιση τις ανάγκες των Ιδρυμάτων ώστε όχι να ικανοποιήσουμε κάποιο Ίδρυμα περισσότερο ή κάποιο Ίδρυμα λιγότερο, αλλά να αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτές τις θέσεις.

Ειδικά από το Κομμουνιστικό Κόμμα για ένα πράγμα ελπίζω ότι δεν θα μας κάνετε κριτική. Για το ότι υπάρχει ειδική μεταχείριση οποιουδήποτε, είτε είναι ΤΕΙ, είτε είναι Πανεπιστήμιο, είτε είναι τμήμα Πανεπιστημίου, είτε είναι τμήμα ΤΕΙ, λόγω της διοίκησης που έχει ή λόγω της περιοχής όπου βρίσκεται. Βάζουμε κανόνες και προσπαθούμε αυτούς τους κανόνες να τους τηρούμε έτσι ώστε να κάνουμε την καλύτερη δυνατή κατανομή των διαθέσιμων πόρων.

Σας ευχαριστώ.

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γρηγόριος Νιώτης): Ευχαριστούμε τον κύριο Υφυπουργό.

Ο κ. Νικόλαος Καραθανασόπουλος, Βουλευτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, έχει το λόγο.

Ορίστε, κύριε συνάδελφε.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Υφυπουργέ, σ’ ένα σημείο έχετε δίκιο, στο ότι δεν το βάζουμε αντιπαραθετικά. Άλλωστε ούτε κι εγώ έχω καμία σχέση με την Ήπειρο ως εκλογική περιφέρεια. Βλέπουμε συνολικά τα ζητήματα και επικεντρώνουμε σε κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα για να αποκαλύψουμε τη συνολική πολιτική.

Δεύτερον, ως Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας δεν μας αφορά το να κάνουμε κριτική από μικροπολιτική σκοπιά. Έτσι κι αλλιώς γνωρίζετε πάρα πολύ καλά τη σφοδρότατη αντίθεση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας στη λογική που πρυτάνευσε και που κι εσείς ως κυβέρνηση είχατε παλιότερα -αλλά και η Νέα Δημοκρατία- κάθε πόλη και πανεπιστημιακή σχολή, κάθε χωριό και τμήμα ΤΕΙ. Αυτή ακριβώς τη λογική σήμερα ερχόμαστε και επικρίνουμε γιατί ήταν μία συνειδητή επιλογή να οδηγηθεί σε υποβάθμιση η ανώτατη εκπαίδευση, να υπάρχουν πτυχία χωρίς επιστημονικό αντικείμενο, χωρίς επαγγελματικό αντικείμενο, άρα λοιπόν πτυχία χωρίς αντίκρισμα.

Αυτή ήταν η φιλοσοφία, αυτή ήταν η λογική και σήμερα ακριβώς μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια προχωράτε γρήγορα και δρομολογείτε τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις όπου ουσιαστικά το σύνολο της παιδείας και ιδιαίτερα η ανώτατη εκπαίδευση θα είναι πλήρως υποταγμένη όχι στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, αλλά στις επιταγές και στις απαιτήσεις των επιχειρήσεων. Αυτό φαίνεται από τη δομή της διοίκησης, από το πώς θα λειτουργούν μέχρι και το τι θα διδάσκονται, δηλαδή το περιεχόμενο των σπουδών, ανατρέποντας άρδην το όποιο επιστημονικό αντικείμενο υπάρχει, αποσυνδέοντας πλήρως τα πτυχία από τα επαγγελματικά δικαιώματα στο πλαίσιο της απελευθέρωσης της αγοράς και του ανοίγματος των λεγόμενων «κλειστών» επαγγελμάτων.

Δεύτερο σημείο: Κύριε Υφυπουργέ, εμείς δεν είμαστε της λογικής τού πόσοι ωρομίσθιοι χρειάζονται. Γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι εμείς λέμε ότι αυτές οι θέσεις που καλύπτονται σήμερα από ωρομίσθιους πρέπει να καλυφθούν από μόνιμο προσωπικό, γιατί γνωρίζετε σήμερα ότι στα ΤΕΙ η αναλογία μόνιμου προσωπικού με έκτακτο προσωπικό έχει πλησιάσει περίπου το 70%, αν δεν έχει αγγίξει το 80%. Τουλάχιστον 70% υπάρχει σίγουρα, πολύ περισσότερο μέσα από τις συνταξιοδοτήσεις που θα δρομολογηθούν το επόμενο χρονικό διάστημα.

Γιατί το κάνετε αυτό; Διότι η φιλοσοφία σας και η λογική σας είναι ακριβώς να συνενώσετε, να συγχωνεύσετε, οδηγώντας στην κατάργηση τμημάτων και σχολών και βεβαίως οι σχολές που θα συγχωνευθούν και θα συνενωθούν να έχουν μία υποβαθμισμένη παροχή εκπαίδευσης.

Αλήθεια, υπάρχει μία τεράστια αντίφαση στα λεγόμενά σας.

Λέτε «δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τις ανάγκες των ωρομισθίων για κάθε τμήμα και σχολή» και ταυτόχρονα βγάλατε μια υπουργική απόφαση, μια εγκύκλιο, που λέτε ότι αν έχουν 15 άτομα μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό δεν χρειάζονται έκτακτους. Εσείς πώς το βγάλατε αυτό; Με ποια λογική το βγάλατε αυτό; Άρα, λοιπόν, είναι μια αντιεπιστημονική λογική. Μια λογική που θέλει να επιταχύνει τη διαδικασία συρρίκνωσης, τη γιγάντωση των απολύσεων και στο χώρο του εκπαιδευτικού προσωπικού, την υποβάθμιση των πτυχίων. Ένα μεγάλο τμήμα των σπουδαστών δεν θα μπορεί να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Αυτές τις σπουδές, τις υποβαθμισμένες, που τις πληρώνουν μάλιστα και πανάκριβα.

Εμείς, λοιπόν, λέμε πολύ καθαρά, κύριε Υφυπουργέ, ότι υπάρχει διέξοδος. Δεν μπορεί στις σημερινές συνθήκες που όλες οι προϋποθέσεις είναι υπαρκτές ώστε η γνώση που παράγει η ανθρωπότητα να γίνει κτήμα του λαού και της νεολαίας συνολικότερα, η παραγόμενη αυτή μόρφωση να αποτελεί εμπόδιο. Δεν μπορεί με τη συγκεκριμένη εξουσία και τις επιλογές που κάνετε προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση, να δρομολογείτε το λειτουργικό αναλφαβητισμό.

Λέμε καθαρά, λοιπόν, ότι διέξοδος μπορεί να υπάρξει αρκεί να υπάρχει άλλος δρόμος ανάπτυξης. Όχι μια ανάπτυξη που να ικανοποιεί τα κέρδη αλλά τις λαϊκές ανάγκες. Και σ’ αυτή την κατεύθυνση οι στόχοι πάλης που βάζουμε είναι πολύ συγκεκριμένοι και πολύ καθαροί.

Επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω με τους συγκεκριμένους στόχους πάλης που αφορούν στα τεχνολογικά ιδρύματα. Συγκεκριμένα η λογική σας είναι ουσιαστικά αντί για ΑΤΕΙ να γίνουν ΙΕΚ και κολλέγια. Λέμε, λοιπόν, καμία απόλυση και μη ανανέωση συμβάσεων του διδακτικού και λοιπού προσωπικού, μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους, διορισμός όλων των εκλεγμένων μελών, απρόσκοπτη εξέλιξη του επιστημονικού διδακτικού προσωπικού με βάση το έργο τους, γενναία χρηματοδότηση τώρα. Γιατί χρήματα υπάρχουν. Δεν μπορείτε να δίνετε 30 εκατομμύρια για πίστα φόρμουλα 1 στην Αχαΐα και να μην δίνετε για τα ΤΕΙ και τα ΑΕΙ. Γιατί εδώ μπαίνουν οι ιεραρχίες με βάση ποιες ανάγκες θέλετε να καλύψετε. Λέμε, επίσης, κατάληξη του θεσμού των συμβασιούχων, εκτάκτων και ωρομισθίων, κατοχύρωση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης του ερευνητικού και διδακτικού προσωπικού σε ΤΕΙ και Πανεπιστήμια.

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γρηγόριος Νιώτης): Ο Υφυπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, κ. Ιωάννης Πανάρετος έχει το λόγο επί τρίλεπτον για τη δευτερολογία του.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ (Υφυπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων): Κύριε Πρόεδρε, να ξεκινήσω με κάτι θετικό και μετά θα προχωρήσω σε μια διαφορά που έχουμε με το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Το θετικό είναι ότι εγώ αναγνωρίζω, τουλάχιστον στις ερωτήσεις που έχουν γίνει στο Υπουργείο Παιδείας, ότι οι ερωτήσεις που προέρχονται από το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι ερωτήσεις πολιτικές και διατυπώνονται πολιτικά. Ο τρόπος διατύπωσής τους γίνεται με πολιτικά επιχειρήματα και επομένως αντιλαμβάνομαι αυτό που είπατε.

Εκεί που θα διαφωνήσω είναι στην πολιτική. Δηλαδή, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιείτε, ότι δηλαδή το κάνουμε γιατί θέλουμε να ενισχύσουμε τα μονοπώλια, γιατί θέλουμε να φτιάξουμε μια παιδεία για τα μονοπώλια και για τις επιχειρήσεις, πώς προκύπτουν;

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ: Από τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ (Υφυπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων): Από τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εμείς…

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ: Από τη συνθήκη της Μπολόνια μέχρι σήμερα. Δεν μιλάει η συνθήκη…

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γρηγόριος Νιώτης): Μην αγορεύετε τώρα, κύριε Καραθανασόπουλε. Μια μικρή διακοπή ναι, αλλά όχι αγόρευση. Παρακαλώ, σας άκουσε ο κ. Υφυπουργός.

Παρακαλώ, κύριε Υφυπουργέ.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ (Υφυπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων): Δεν θα διαφωνήσω στο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να διαμορφώσει κάποιες πολιτικές αλλά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι τα νέα παιδιά που σπουδάζουν, χρειάζονται στη συνέχεια να βρουν δουλειά. Παλιά ξέρετε, υπήρχαν οικογένειες -και όχι από την κοινωνική πλευρά στην οποία αναφέρεστε- που είχαν την ευχέρεια τα παιδιά τους να τα στείλουν στο Πανεπιστήμιο να σπουδάσουν για να έχουν ένα πτυχίο για καταξίωση στον κοινωνικό τους κύκλο, χωρίς να έχουν ανάγκη να εργασθούν. Απλά γιατί «έτσι ήταν το κοινωνικά ορθό» στον κύκλο τους. Δεν υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις σήμερα. Ή και αν υπάρχουν πηγαίνουν κάπου αλλού να σπουδάσουν. Σήμερα τα παιδιά που σπουδάζουν θέλουν να βρουν δουλειά. Και εμείς πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις εκείνες που τα παιδιά θα έχουν καλύτερη ανταπόκριση στην αγορά εργασίας. Η αγορά εργασίας ένα απαραίτητο στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας στην εκπαίδευση. Δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ: Αποσυνδέοντας το πτυχίο από τα επαγγελματικά δικαιώματα;

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ (Υφυπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων): Γνωρίζετε -και ελπίζω να το αναγνωρίσετε- ότι φέτος προχωράμε επαγγελματικά δικαιώματα που εδώ και 30 χρόνια δεν είχαν προχωρήσει. Τα προχωράμε. Και ιδιαίτερα για τους αποφοίτους των ΤΕΙ που συμφωνώ -έστω και αν δεν το είπατε, καταλαβαίνω ότι το πιστεύετε- ότι ήταν αδικημένοι. Και υπάρχει μια αδικία. Το κάνουμε. Προσπαθούμε.

Θα σας πω και το τελευταίο. Έχει σημασία, γιατί αναφερθήκατε στην εγκύκλιο και στην πρωτολογία μου δεν έκανα αναφορά σ’ αυτή.

Δεν έχουμε πει ότι όσα Τμήματα έχουν πάνω από δεκαπέντε μέλη ΕΠ δεν θα πάρουν προσωπικό ή πάνω από είκοσι πέντε μέλη ΔΕΠ. Αυτό που δεν θέλουμε –και είμαι βέβαιος ότι θα συμφωνήσετε μαζί μας- είναι να ξαναγίνει αυτό που έγινε πέρυσι, όπου ειδικά τα ΤΕΙ προσέλαβαν ένα πολύ μεγάλο αριθμό εκτάκτου προσωπικού. Ήρθε, λοιπόν, ο Σεπτέμβρης και δεν υπήρχαν χρήματα. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν υπογράψει συμβάσεις. Και δικαιολογημένα διαμαρτύρονταν κι έλεγαν, «εμείς έχουμε προσφέρει έργο και πρέπει να πληρωθούμε». Κι εμείς βρισκόμασταν σε αδυναμία να εκπληρώσουμε τις υποχρεώσεις του κράτους.

Τι λέμε, λοιπόν, τώρα; Να καταγραφούν οι ανάγκες. Να εξηγήσει κανείς γιατί χρειάζεται να έχει δύο ή τρία εργαστήρια σε κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών, γιατί χρειάζεται να έχει τόσα προαιρετικά μαθήματα και αυτές οι θέσεις που είναι διαθέσιμες, σε συνεργασία με τα ΤΕΙ, να δούμε πώς θα κατανεμηθούν καλύτερα. Αυτή είναι η πρόθεσή μας.

Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γρηγόριος Νιώτης): Ευχαριστώ πολύ, κύριε Υφυπουργέ.

Saturday, March 02, 2013

Το τοπικά κολλέγια ως εναλλακτική λύση του σχεδίου Αθηνά

Το Υπουργείο Παιδείας και η κυβέρνηση ανακοίνωσαν το σχέδιό τους για το συμμάζεμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Το σχέδιο αυτό δεν είναι πλήρες, δεν λύνει το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί και έχει ήδη προκαλέσει πολλές αντιδράσεις, κυρίως από εκείνους τους οποίους καλεί να μετακινηθούν, όπως επίσης και τις πόλεις από τις οποίες θα απομακρυνθούν τμήματα πανεπιστημίων και ΤΕΙ.

Το σχέδιο Αθηνά προσεγγίζει ένα υπαρκτό πρόβλημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έχει όμως δύο βασικά μειονεκτήματα. Το πρώτο είναι ότι δεν διέπεται από κάποια συγκεκριμένη λογική και κανόνες που θα το καταστήσει αξιόπιστο σε όσους θίγονται. Τμήματα και φοιτητές μετακινούνται από μία πόλη σε άλλη, χωρίς σχεδιασμό και χωρίς ακαδημαϊκή εξήγηση με μόνο χαρακτηριστικό την συνάφεια των τίτλων των τμημάτων που μετακινούνται με αυτά στα οποία ενσωματώνονται. Οι αποφάσεις αλλάζουν απο μέρα σε μέρα ανάλογα με την πίεση που μπορούν να ασκήσουν οι τοπικοί παράγοντες (χαρακτηριστική είναι η «υπόσχεση» του υπουργού Παιδείας προς τον κυβερνητικό εκπρόσωπο -ενώπιον του πρωθυπουργού για εγγύηση- ότι το ΤΕΙ Χαλκίδας δεν κινδυνεύει). Διαιωνίζει δηλαδή την λογική που ακολουθήθηκε για να ιδρυθούν τα τμήματα αυτά, όπου πρώτα αποφασιζόταν ο τίτλος και η τοποθεσία και μετά ακολουθούσαν όλα τα άλλα (συνήθως με μεγάλη καθυστέρηση σε διάφορα σημαντικά θέματα, όπως αίθουσες, διδακτικό προσωπικό κτλ). Αυτό δικαιολογεί, σε κάποιο βαθμό, τις αντιδράσεις από τους ενδιαφερομένους για τα τμήματα που κλείνουν. Είναι φυσικό ότι αν προσπαθείς να λύσεις ένα πρόβλημα ακολουθώντας ακριβώς την λογική με την οποία το δημιούργησες, δεν είναι δυνατόν να αισιοδοξείς.

Το δεύτερο μειονέκτημα είναι ότι δεν περιλαμβάνει καμιά ουσιαστική ρύθμιση που να αφορά τα μεγάλα ιδρύματα, κυρίως σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, προφανώς γιατί για να περιοριστούν οι αντιδράσεις. Η ύπαρξη, αναρίθμητων τμημάτων με παρόμοιο γνωστικό αντικείμενο στα πανεπιστήμια της Αττικής, προκαλεί μεγάλη σπατάλη πόρων και ανθρώπινου δυναμικού. Η επαναφορά της πρότασης του Ανδρέα Παπανδρέου της δεκαετίας του 60 για την δημιουργία Αττικού Πανεπιστήμιου είναι ατυχής, όχι τόσο στην σύλληψή της, αλλά κυρίως στον σχεδιασμό της και στους στόχους της. Ακόμα και στην περίπτωση αυτή όμως δεν έχει εξηγηθεί η λογική της σχεδιαζόμενης ενέργειας. (Στο σημείο αυτό, έχει ενδιαφέρον και μια ιστορική αναφορά: από επιστολή του Ανδρέα Παπανδρέου σε συνάδελφό του στο πανεπιστήμιο του Berkeley το 1964, η οποία έχει περιέλθει στην αντίληψή μου, διάβασα την αναφορά του στο Αττικό Πανεπιστήμιο. Έγραφε στην επιστολή του ο Α. Παπανδρέου: «I tried to do something obvious for California and the US in Athens and all hell broke loose»).

Θα πρέπει βέβαια να επισημάνω μία ακόμα ασυνέπεια της σημερινής κυβέρνησης. Το 2011 η τότε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας (ο υπογράφων και η Α. Διαμαντοπούλου) αποφάσισε μία πολύ πιο ήπια προσαρμογή στα νέα δεδομένα. Δεν όρισε αριθμό εισακτέων σε 25 τμήματα πανεπιστημίων και ΤΕΙ που ήταν φανερό ότι δεν μπορούσαν να επιβιώσουν. Η απόφαση αυτή, αν και συνάντησε τις αναμενόμενες δυσκολίες και αντιδράσεις, τελικά εφαρμόσθηκε γιατί είχε καθαρά ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά που είχαν τεκμηριωθεί με ποσοτικά στοιχεία και δεν στόχευε σε εξυπηρετήσεις ή τιμωρίες πολιτικών φίλων ή αντιπάλων. Και ενώ η ενέργεια αυτή είχε υλοποιηθεί (με μεγάλο πολιτικό κόστος) και απλώς έπρεπε να διατηρηθεί, ο υπηρεσιακός Υπουργός Παιδείας Γ. Μπαμπινιώτης μιας τεχνοκρατικής (!) κυβέρνησης, για να εξυπηρετήσει τις πολιτικές σκοπιμότητες της Νέας Δημοκρατίας που τον είχε ορίσει, ακύρωσε την ενέργεια αυτή και επανέφερε εισακτέους στα τμήματα αυτά. (Αυτό αναδεικνύει το ότι ο πολιτικαντισμός εξακολουθεί και μετά τα μνημόνια να είναι το χαρακτηριστικό στην χώρα μας, όχι μόνο για τους επαγγελματίες πολιτικούς, αλλά και για τους «τεχνοκράτες»).
 
Η πολιτική τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες


Το 1964 στην Ελλάδα λειτουργούσαν δύο πανεπιστήμια. Το 1980 αυξήθηκαν σε έξι. Σήμερα, λειτουργούν 40 ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο λόγος δημιουργίας τόσων ιδρυμάτων, αλλά και τμημάτων στις διάφορες πόλεις της χώρας ήταν καθαρά αναπτυξιακός, χωρίς ακαδημαικά κριτήρια. Παρά το ότι έχω διαφωνήσει έντονα, σταθερά και διαχρονικά, με την πρακτική αυτή θεωρώντας, όπως και πολλοί άλλοι, ότι η εκπαιδευτική παράμετρος δεν μπορεί να υποβαθμίζεται για χάρη της ανάπτυξης με στρεβλό τρόπο, αντιλαμβάνομαι την επιθυμία των τοπικών παραγόντων για την ύπαρξη μονάδων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πέρα από το προφανές, την τόνωση δηλαδή της τοπικής οικονομίας, προκαλείται και μία αναζωογόνηση με την παρουσία πολλών νέων ανθρώπων σε περιοχές που έχουν αποψιλωθεί από την νεολαία. Ιδιαίτερα σήμερα που η οικονομική κρίση δεν έχει αφήσει τίποτα όρθιο στις περιοχές αυτές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_14/02/2013_511263), 31.528 φοιτητές θα υποχρεωθούν να μετακινηθούν σε άλλες πόλεις με την εφαρμογή του σχεδίου Αθηνά. Είναι φυσικό λοιπόν τόσο οι ίδιοι, όσο και οι καθηγητές, αλλά και οι τοπικές κοινωνίες να αντιδρούν στην απόφαση αυτή.

Ας δούμε κατ’ αρχήν τις βασικές πολιτικές επιλογές για την τριτοβάθμια εκπαίδευση των περασμένων δεκαετιών και τις αδυναμίες τους.

Κυρίαρχες επιλογές ήταν η μαζική τριτοβάθμια εκπαίδευση και η προσπάθεια ενίσχυσης της περιφέρειας μέσω της δημιουργίας μονάδων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε όλη την χώρα. Δύο ήταν οι παράγοντες που δεν ελήφθησαν υπ’ όψη στην στρατηγική αυτή. Η ποιότητα και το κόστος. Δεν υπήρξε επίσης κάποια πρόβλεψη για τις ικανότητες που απαιτούνταν για να σπουδάσει κανείς στο πανεπιστήμιο.

Το κόστος ποτέ δεν μπήκε στην εξίσωση. Δημιουργούνταν νέα τμήματα με εντυπωσιακούς τίτλους, ένοιωθαν ικανοποίηση οι τοπικές κοινωνίες που αποκτούσαν πανεπιστήμιο και εκλέγονταν πολλοί νέοι καθηγητές. Όταν τα οικονομικά δυσκόλεψαν το πρόβλημα των διδασκόντων άρχισε να αντιμετωπίζεται με διδάσκοντες του «ΠΔ407» στα πανεπιστήμια (προσωρινούς διδάσκοντες που κατά τεκμήριο πήγαιναν μια φορά την βδομάδα να διδάξουν άδειες -πολλές φορές- τάξεις) και με εκτάκτους στα ΤΕΙ. Το αποκορύφωμα της πολιτικής αυτής, ήταν η ίδρυση πανεπιστημίου με υπουργική τροπολογία έναν μήνα πριν τις τελευταίες εκλογές του 2009!

Σε μια προσπάθεια να διασφαλισθεί τουλάχιστον η ποιότητα, η πολιτική πρόταση της ηγεσίας του υπουργείου παιδείας το ’95 (νόμος για την δημιουργία του ΕΣΥΠ), θεσμοθέτησε την πιστοποίηση και την αξιολόγηση τόσο των τότε υπαρχουσών όσο και των όποιων νέων μονάδων (κάτι που βέβαια ποτέ δεν έγινε).

Η ενίσχυση της περιφέρειας όμως, μόνο εν μέρει επετεύχθη. Πολλοί από τους φοιτητές που εισάγονταν στα περιφερειακά ιδρύματα (κανείς δεν ξέρει τον ακριβή αριθμό τους), είτε δεν εγγράφονταν καθόλου, είτε έφευγαν με μετεγγραφή (άλλη μια αντίφαση μια και οι ηγεσίες χρησιμοποίησαν τις ανεξέλεγκτες μετεγγραφές για να αντιμετωπίσουν -εν μέρει μόνο- ένα άλλο κοινωνικό πρόβλημα). Η λύση αυτή βέβαια ήταν σε αντίφαση με την πολιτική ενίσχυσης της περιφέρειας.

Επίσης, σε αντίφαση με την πολιτική της μαζικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθιερώθηκε το 2006 η βάση του 10 για να βελτιώσει -υποτίθεται- την ποιότητα των σπουδαστών. Ποιός αλήθεια έχει μετρήσει αν υπάρχει πραγματική αναβάθμιση στα χρόνια που μεσολάβησαν; (Αντίθετα, η μελέτη των στοιχείων δείχνει ότι στο διάστημα 2007-2009 εισάγονταν υποψήφιοι που ναι μεν είχαν πετύχει μέσο όρο πάνω από 10, αλλά ταυτόχρονα είχαν 4 και 5 στα βασικά μαθήματα του αντικειμένου!). Επιπλέον, μονάδες και υποδομές υπολειτουργούσαν στο διάστημα αυτό και το προσωπικό υποαπασχολείτο. (Όσο οδυνηρό και αν είναι, ο πραγματικός τρόπος να ανέβει το επίπεδο των φοιτητών είναι να περιοριστεί ο αριθμός των πανεπιστημιακών μονάδων, και επομένως να περιοστεί απολύτως ο αριθμός των εισακτέων στα πανεπιστήμια...).

Τα τοπικά Κολλέγια

Προ ημερών συμπληρώθηκαν 3 χρόνια από τότε που διατύπωσα την πρόταση για ίδρυση τοπικών κολλεγίων ως μέσου για την αντιμετώπιση του προβλήματος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην χώρα μας. Ουσιαστικά τότε, επανελάμβανα σε βελτιωμένη μορφή προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα, πρόταση που είχαμε κάνει με τον Γ. Παπανδρέου το 1996 με την ευκαιρία της αναθεώρησης του Συντάγματος. Η πρόταση αυτή, αν και δεν είχε συναντήσει αντιδράσεις επί της ουσίας, δεν υλοποιήθηκε για λόγους βραχυπρόθεσμων πολιτικών σκοπιμοτήτων, ενδεχομένως και ατυχών χειρισμών εκ μέρους μου (λεπτομέρειες για την δομή τους και τον τρόπο λειτουργίας των τοπικών κολλεγίων σε παλαιότερες αναρτήσεις μου εδώ και εδώ).

Στην συνέχεια, θα αναφερθώ στην σημασία της ίδρυσης τοπικών κολλεγίων και την πιθανή συνεισφορά τους (και) στην αντιμετώπιση του προβλήματος που αντιμετωπίζουμε σήμερα.

Ο όρος «τοπικά κολλέγια» αναφέρεται σε μονάδες μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που είναι ουσιαστικά αυτοτελή αλλά ταυτόχρονα και «μεταβατικά» ιδρύματα. Η εισαγωγή σε αυτά γίνεται ελεύθερα. Δεν υπάρχουν κανενός είδους εξετάσεις. Μπορεί να εγγραφεί όποιος έχει τελειώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Οι σπουδές είναι εξαμηνιαίες (π.χ. για οικοδόμους), μονοετείς, διετείς, ή τριετείς και είναι όλα δημόσια. Ολοι όσοι ολοκληρώνουν τις σπουδές τους αποκτούν τίτλο σπουδών. Σε αυτά μπορούν να εγγραφούν όχι μόνο νέοι απόφοιτοι Λυκείου, αλλά και πολίτες οποιασδήποτε ηλικίας που θέλουν να αποκτήσουν κάποιες γνώσεις για να βελτιώσουν τα προσόντα τους (π.χ. να σπουδάσουν την χρήση υπολογιστών). Οι τελευταίοι δύνανται να επιλέξουν και βραδινά μαθήματα ή μαθήματα από απόσταση.

Όσοι θέλουν να «μεταπηδήσουν» σε πανεπιστήμια, πρέπει να συμπληρώσουν τον διετή κύκλο σπουδών. Τριετής κύκλος υπάρχει, για παράδειγμα, για όσους θέλουν να σπουδάσουν νοσοκόμοι (όσοι εξ αυτών θέλουν να αποκτήσουν πανεπιστημιακό τίτλο νοσηλευτή εγγράφονται σε πανεπιστήμια μετά το δεύτερο έτος σπουδών).

Το πρώτο έτος σπουδών προσφέρει γενική εκπαίδευση (κάτι όπως το πρώτο έτος του πανεπιστημίου). Στο δεύτερο, όσοι θέλουν να μεταπηδήσουν στο πανεπιστήμιο, συνεχίζουν την γενική εκπαίδευση. Όσοι θέλουν να αποκτήσουν τεχνική εκπαίδευση επιλέγουν το αντικείμενο που επιθυμούν και εξειδικεύονται σε αυτό. Αυτό επιτρέπει στους νέους να αλλάξουν γνώμη χωρίς να χάσουν ένα πολύτιμο χρόνο σε φροντιστήρια.

Για μία πληρέστερη εικόνα, θα περιγράψω τον τρόπο λειτουργίας των τοπικών κολλεγίων στις ΗΠΑ, όπου υφίστανται από το 1908 και συγκεκριμένα στην Καλιφόρνια που έχει το μεγαλύτερο σύστημα τοπικών κολλεγίων στον κόσμο.

Τα νέα προγράμματα σπουδών κάθε κολλεγίου εγκρίνονται σε πολιτειακό επίπεδο. Κάθε κολλέγιο ξεκινά ως ένα εκπαιδευτικό κέντρο. Αν η εξέλιξή του είναι επιτυχής, μετατρέπεται σε πλήρες κολλέγιο.

Σε σχέση με την διοίκηση, στην Καλιφόρνια υπάρχει ένα πολιτειακό συμβούλιο διοίκησης (board of trustees) που επιλέγει τον πρύτανη που διευθύνει όλο το πολιτειακό σύστημα των κολλεγίων. Για κάθε κολλέγιο όμως, υπάρχει συμβούλιο διοίκησης που προσλαμβάνει τον πρόεδρο του συγκεκριμένου κολλεγίου. Υπάρχουν και περιφέρειες τοπικών κολλεγίων (Community College Districts) που έχουν περιφερειακό συμβούλιο διοίκησης.

Τα δίδακτρα στην Καλιφόρνια είναι πολύ χαμηλά ($26/ανά μάθημα). (Ήταν $20 πριν να ξεσπάσει η οικονομική κρίση). Είναι φανερό ότι τα δίδακτρα αυτά καλύπτουν πολύ μικρό μέρος του πραγματικού κόστους σπουδών. Η χρηματοδότηση από την πολιτεία γίνεται από ειδικό ποσοστό της φορολογίας των τοπικών ακινήτων και από πολιτειακούς πόρους.

Οι διδάσκοντες επιλέγονται τοπικά και πρέπει να έχουν τουλάχιστον πτυχίο Μάστερ. Το Μάστερ δεν απαιτείται για όσους διδάσκουν τα απολύτως τεχνικά θέματα. Οι διδάσκοντες πλήρους απασχόλησης μπορούν να μονιμοποιηθούν μετά από κρίση. Οι διδάσκοντες μερικής απασχόλησης είναι προσωρινοί. Το 65-70% των διδασκόντων είναι πλήρους απασχόλησης. Συνήθως, είναι απόφοιτοι των πολιτειακών πανεπιστημίων (State Universities). Από εκεί συχνά προέρχονται και οι δάσκαλοι πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Καλιφόρνια.

Τα κολλέγια αυτά τα επιλέγουν όσοι θέλουν να πάρουν επαγγελματική τεχνική εκπαίδευση και κατάρτιση, αλλά και όσοι επιθυμούν να συνεχίσουν στο πανεπιστήμιο αλλά δεν πέτυχαν στην πρώτη τους προσπάθεια.

Τα πανεπιστήμια απορροφούν ένα πολύ μεγάλο μέρος των αποφοίτων των κολλεγίων αυτών. Είναι εντυπωσιακό ότι περισσότεροι από το 1/3 των φοιτητών του πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ είναι απόφοιτοι τοπικών κολλεγίων. Το ποσοστό αυτών που εγγράφονται στα πολιτειακά πανεπιστήμια (California State Universities) κυμαίνεται από 40-50%. Αυτή την στιγμή, το 70% των προπτυχιακών φοιτητών στην Καλιφόρνια φοιτούν σε τοπικά κολλέγια (το αντίστοιχο ποσοστό σε όλη την Αμερική είναι 40%).

Η διαδρομή τοπικό κολλέγιο-πανεπιστήμιο είναι και μια από τις χαρακτηριστικότερες εκφάνσεις της κινητικότητας μεταξύ βαθμίδων της εκπαίδευσης στις ΗΠΑ.

Από τις 120 περίπου εκπαιδευτικές μονάδες που απαιτούνται για την απόκτηση του πτυχίου Bachelor στο πανεπιστήμιο, ένα μεγάλο ποσοστό προέρχεται από μεταφορά των εκπαιδευτικών μονάδων που αποκτήθηκαν στα τοπικά κολλέγια. Έτσι, και τίποτα δεν πηγαίνει χαμένο αλλά και τα πανεπιστήμια απαλλάσσονται από ένα μεγάλο μέρος εισαγωγικών σπουδών που γίνονται στα κολλέγια. (Για να το πώ περισσότερο τεχνικά με ένα παράδειγμα από τα μαθηματικά, δεν είναι απαραίτητο να διδάσκεται ο στοιχειώδης απειροστικός λογισμός μόνο στο πανεπιστήμιο – μπορεί κάλλιστα να έχει ήδη διδαχθεί και σε ένα τοπικό κολλέγιο, αποφορτίζοντας τα πλέον «μεγάλα» ακροατήρια τέτοιων μαθημάτων στο πανεπιστήμιο).

Ένας από τους λόγους που τα τοπικά κολλέγια είναι τόσο σημαντικά είναι ότι στοιχίζει στην πολιτεία πολύ λιγότερο να πειραματισθεί με ένα νέο τοπικό κολλέγιο παρά με ένα πανεπιστήμιο (η διαφορά μεγέθους των απαιτούμενων επενδύσεων είναι τεράστια). Τα τοπικά κολλέγια είναι αποκλειστικά εκπαιδευτικές μονάδες (και όχι ερευνητικές). Μπορεί να αναλογιστεί κανείς πόσο κοστίζει η πρόσληψη ενός καθηγητή πειραματικής φυσικής σε ένα πανεπιστήμιο (όπου πέραν του μισθού, απαιτείται εξοπλισμός εργαστηρίου) σε σχέση με το πόσο κοστίζει η πρόσληψη σε ένα τοπικό κολλέγιο ενός διδάσκοντα πειραματικής φυσικής (και ενδεχομένως ένα στοιχειώδες διδακτικό εργαστήριο). Αμφότερα όμως, μπορούν να διδάξουν τον ίδιο αριθμό φοιτητών.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα τοπικά κολλέγια έχουν τον μεγαλύτερο ρυθμό ανάπτυξης από οποιονδήποτε άλλο εκπαιδευτικό τομέα στην Αμερική. Είναι ο τομέας εκπαίδευσης που προσαρμόζεται ταχύτερα στις ανάγκες της κοινωνίας.

Η κυβέρνηση Ομπάμα δίνει έμφαση στην εκπαιδευτική της πολιτική σε αυτά και ο ίδιος ο Ομπάμα μιλά πολύ συχνά για την σημασία τους και έχει διαμορφώσει σχέδιο ενίσχυσής τους. Μάλιστα, σε ομιλία του που αιτιολόγησε την έμφαση στα τοπικά κολλέγια, εξήγησε ότι μαζική τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μαζική πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ο τομέας των τοπικών κολλεγίων υπέστη τις μικρότερες περικοπές (8%) από οποιονδήποτε άλλο τομέα της εκπαίδευσης στην αρχή της οικονομικής κρίσης στις ΗΠΑ.

Είναι πολλές πλέον οι χώρες που μελετούν με ενδιαφέρον το μοντέλο των τοπικών κολλεγίων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει δείξει η Κίνα.

Τα τοπικά Κολλέγια και η μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα


Πώς θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που προανέφερα -και πολλά άλλα- η δημιουργία τοπικών κολλεγίων;

· Θα δημιουργήσει μια ενδιάμεση βαθμίδα -που θα λειτουργεί και ως «γέφυρα»- μεταξύ της δευτεροβάθμιας και της ανώτατης εκπαίδευσης με κινητικότητα μεταξύ των βαθμίδων, καταργώντας τα απόλυτα στεγανά που υφίστανται σήμερα.

· Θα αποφορτίσει τις σπουδές στο Λύκειο από το άγχος των εισαγωγικών εξετάσεων αφού όλοι θα έχουν πρόσβαση στα κολλέγια χωρίς εξετάσεις. Αυτό δεν έχει καμμία σχέση με την ελεύθερη πρόσβαση στα πανεπιστήμια που προτείνουν πολλοί, γιατί με αυτήν όλοι θα έπρεπε να εισαχθούν σε πανεπιστημιακές σχολές που δεν έχουν υποδομές για μαζική εκπαίδευση.

· Με δεδομένο ότι θα μπορούν να εγγραφούν σε αυτά όλοι οι ενδιαφερόμενοι χωρίς το άγχος των πανελληνίων εξετάσεων θα μειωθεί σημαντικά η ανάγκη προσφυγής στα φροντιστήρια.

· Θα περιορίσει την συχνότητα του φαινομένου να χάνει ένας νέος που απέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις δύο και τρία από τα πλέον παραγωγικά χρόνια της ζωής του κάνοντας φροντιστήριο – κάτι άκρως αντιεκπαιδευτικό και αντιοικονομικό- προκειμένου να ξαναδοκιμάσει στις γενικές εξετάσεις.

· Θα απελευθερώσει πολύτιμο χρόνο στους μαθητές του Λυκείου από τα φροντιστήρια και θα τους δώσει την δυνατότητα ενασχόλησης με άλλες ενδιαφέρουσες και χρήσιμες δραστηριότητες.

· Θα περιορίσει την πίεση για μετεγγραφές γιατί οι νέοι θα έχουν την δυνατότητα να σπουδάσουν στα κολλέγια της δικής τους περιοχής, αντί να αναγκάζονται να εγγράφονται σε τμήματα μακριά από το σπίτι, με αντικείμενο πολλές φορές άσχετο με τις προτιμήσεις τους, και στην συνέχεια να επιδιώκουν μετεγγραφή.

· Τα νέα παιδιά θα έχουν την ευκαιρία σε ένα ή δύο χρόνια να διαπιστώσουν αν πραγματικά έχουν τις δυνατότητες ή και το ενδιαφέρον να ακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές ή -σε αντίθετη περίπτωση- αν είναι προτιμότερο να επιδιώξουν μια επαγγελματική κατάρτιση. Θα αποκλιμακωθεί έτσι ο «πληθωρισμός» στην ζήτηση πανεπιστημιακών σπουδών.

· Μετά το τέλος της διετούς φοίτησης, όσοι επιλέξουν να μην ακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές θα αποκτούν ένα χρήσιμο τίτλο σπουδών με επαγγελματικά δικαιώματα (και όχι δυο χαμένα και χρυσοπληρωμένα χρόνια φροντιστηρίου).

· Στα κολλέγια μπορούν να ενταχθούν -ή να μετατραπούν- και τα ΙΕΚ που λειτουργούν σήμερα στην περιφέρεια. Θα λυθεί έτσι και άλλο ένα πρόβλημα: αυτό της έλλειψης κινητικότητας μεταξύ ΙΕΚ και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

· Οι μονάδες αυτές (σε αντίθεση με τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ) θα μπορούν εύκολα να προσαρμόζονται σε νέα επιστημονικά η επαγγελματικά δεδομένα. Αυτό θα έχει ως πρόσθετο αποτέλεσμα ότι θα μειωθεί η ανάγκη -και η πίεση- δημιουργίας νέων τμημάτων.

· Θα είναι πολύ ευκολότερο να καλυφθούν οι διδακτικές ανάγκες στο επίπεδο αυτό.

· Θα υπάρξει μεγάλη αποσυμφόρηση των πανεπιστημίων, κυρίως των κεντρικών, αφού για πολλούς οι γενικές βασικές σπουδές των πρώτων ετών θα γίνονται στα τοπικά κολλέγια. (Όσοι έχουν μελετήσει λίγο τα στοιχεία γνωρίζουν ότι οι περισσότεροι λιμνάζοντες φοιτητές βρίσκονται στα πρώτα δύο πανεπιστημιακά έτη σπουδών -προσοχή, όχι ημερολογιακά έτη- που μόλις ξεπεράσουν το στάδιο αυτό, συγκεντρώνονται και προσπαθούν να τελειώσουν όσο το δυνατόν συντομότερα).

· Θα αποκτήσουν ουσία οι εκπαιδευτικές μονάδες αφού με βάση αυτές και την σχέση που οι προηγούμενες σπουδές θα έχουν με το συγκεκριμένο τμήμα του πανεπιστημίου ή ΤΕΙ στο οποίο θα θέλει κάποιος απόφοιτος κολλεγίου να μεταπηδήσει, θα αναγνωρίζεται η προηγούμενη εκπαίδευση (και όχι απλώς με βάση τα χρόνια σπουδών).

· Τα τοπικά κολλέγια θα εξυπηρετήσουν με τον καλύτερο τρόπο και την δια βίου μάθηση αφού ο κάθε πολίτης που θα θέλει να αποκτήσει γνώσεις ή δεξιότητες σε κάποια φάση της ζωής του θα το κάνει εύκολα χωρίς να απομακρυνθεί από το σπίτι του και την δουλειά του. Θα μπορεί δε, να παρακολουθήσει και ένα μόνο μάθημα που πιθανόν θα τον ενδιαφέρει για την δουλειά του είτε για την βελτίωση των γνώσεών του, παίρνοντας ταυτόχρονα σχετική έγκυρη πιστοποίηση, χωρίς να υποχρεώνεται να το κάνει αυτό παρακολουθώντας αμφίβολης ποιότητας σεμινάρια σε αμφίβολης ποιότητας οργανισμούς και παίρνοντας αμφίβολης αξίας πιστοποιητικά.

· Τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ θα μπορούν να συνεργάζονται με τα κολλέγια αυτά, ακόμα και να ιδρύουν κολλέγια ως παραρτήματα (αντί να ιδρύονται μεμονωμένα πανεπιστημιακά τμήματα σε πόλεις που καμιά ουσιαστική σύνδεση δεν έχουν με το πανεπιστήμιο στο οποίο ανήκουν). Θα ελέγχουν έτσι και την ποιότητα των σπουδών σε αυτά και την αντιστοιχία τους με τις απαιτήσεις τους (κάτι που δεν γίνεται σήμερα).

· Η τοπική αυτοδιοίκηση και η κοινωνία θα μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά στην λειτουργία τους.

· Το κόστος ίδρυσης και λειτουργίας τους θα ήταν εξαιρετικά χαμηλότερο από το αντίστοιχο πανεπιστημίων και ΤΕΙ.

Σε μια τέτοια προσέγγιση, τμήματα πανεπιστημίων και ΤΕΙ που σήμερα έχουν κενές θέσεις ή προορίζονται για κλείσιμο και μεταφορά, θα μπορούσαν να μετατραπούν σε κολλέγια που θα λειτουργούσαν υπό την εποπτεία των αντιστοίχων ιδρυμάτων, καθιστώντας άνευ αντικειμένου και το πρόβλημα της βάσης του 10 που τόσο πολύ μας απασχολεί.

Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι η πρόταση αυτή είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη και από το 2010 και από το 1996, αλλά και από οποιαδήποτε άλλη εποχή και μπορεί να αντικαταστήσει το σχέδιο Αθηνά και να αποτελέσει το πραγματικό όχημα για την αλλαγή του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

Πέραν όλων των άλλων, έχει πλέον αποδειχθεί ότι η μαζική πανεπιστημιακή εκπαίδευση έχει αποτύχει σε όλες της τις εκφάνσεις, ακόμα και σε αυτήν για την οποία κυρίως δημιουργήθηκε, δηλαδή την κοινωνική κινητικότητα και την διαμόρφωση ευκαιριών για τις λιγότερο ευνοημένες κοινωνικές τάξεις. Αντίθετα, η μαζική τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου η μαζικότητα επικεντρώνεται κυρίως στα τοπικά κολλέγια και στα ΤΕΙ και δίνει στα πανεπιστήμια μια πιο περιορισμένη προσβασιμότητα, είναι και σε αυτόν το τομέα η καταλληλότερη τακτική.

Το σχέδιο Αθηνά, τα τοπικά κολλέγια και τα συμβούλια διοίκησης


Οι αδυναμίες του σχεδίου Αθηνά αναδεικνύουν την ανάγκη μίας περισσότερο ορθολογικά καταρτισμένης πρότασης και μου επιτρέπουν να γνωστοποιήσω τις απόψεις που είχα καταθέσει στην τελευταία μας συνάντηση με την τότε Υπουργό Α. Διαμαντοπούλου και τον τότε Πρωθυπουργό Γ.Α. Παπανδρέου πριν από την κατάθεση του νόμου για τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ και πριν από τον ανασχηματισμό της 17ης Ιουνίου 2011. Η πρότασή μου εκείνη συνίστατο στις εξής παραμέτρους:

Η σύμπτυξη της τριτοβάθμιας πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης, θα έπρεπε να προηγηθεί της αλλαγής της λειτουργίας των πανεπιστήμιων και των ΤΕΙ.

Σύμφωνα με την πρότασή μου θα έπρεπε να υπάρξουν συμβούλια διοίκησης που θα επόπτευαν όλα τα ιδρύματα μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (πανεπιστήμια, ΤΕΙ, τοπικά κολλέγια και τα ΙΕΚ για όσο ακόμα χρόνο λειτουργούσαν) σε πέντε έως έξι μεγάλες γεωγραφικές περιοχές της χώρας. Το κάθε συμβούλιο θα είχε συντονιστικό ρόλο για όλα τα ιδρύματα της περιοχής και θα ήταν εκείνο που θα αποφάσιζε, μετά από εσωτερικό διάλογο, τις όποιες μεταβολές στην δομή των ιδρυμάτων της περιοχής του. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα απαιτείτο το κλείσιμο κανενός τμήματος ή σχολής ή ιδρύματος σε οποιαδήποτε περιοχή της χώρας. Το συμβούλιο διοίκησης θα αποφάσιζε ποια από τα υπάρχοντα τμήματα θα μετατρέπονταν σε διετή προγράμματα τοπικών κολλεγίων, ποιά τμήματα ΤΕΙ θα διατηρούνταν ή θα συγχωνεύονταν και με ποια πανεπιστημιακά τμήματα θα συνέβαινε το ίδιο. Ταυτόχρονα, θα καθόριζε τις διαδικασίες με τις οποίες θα μπορούσε να υπάρχει εσωτερική κινητικότητα μεταξύ των φοιτητών των τοπικών κολλεγίων, των ΤΕΙ και των πανεπιστήμιων, αλλά και των διδασκόντων σε αυτά. Με τον τρόπο αυτόν οι φοιτητές των τοπικών κολλεγίων δεν θα έπρεπε να θεωρούνται οι φτωχοί συγγενείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Θα είχαν την ευχέρεια είτε να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους στα δύο χρόνια στον τόπο καταγωγής τους και να αποκτήσουν επαγγελματικά εφόδια και επαγγελματικά δικαιώματα είτε, αν είχαν τις δυνατότητες, να μεταπηδήσουν σε ΤΕΙ ή και σε πανεπιστήμια της περιοχής τους ή άλλων περιοχών με αναγνώριση φυσικά όλων των σπουδών τους στις προηγούμενες φάσεις από τα ίδια τα ιδρύματα.

Η προσέγγιση αυτή, εκτός των άλλων, θα περιόριζε σημαντικά τα έξοδα των οικογενειών για φροντιστήρια αφού η πρόσβαση στα τοπικά κολλέγια θα ήταν δωρεάν και μόνο εκείνοι, οι οποίοι θα είχαν τις διαπιστωμένες δυνατότητες μετά από δύο χρόνια σπουδών -και φυσικά την επιθυμία- θα μπορούσαν να συνεχίσουν στα πανεπιστήμια ή στα ΤΕΙ.

Το αντεπιχείρημα στην πρόταση αυτή ήταν –όπως πάντα- το συνταγματικό. Εκτιμώ ότι, όπως και με τα συμβούλια διοίκησης, το πρόβλημα αυτό είναι ανύπαρκτο.

Η πρόταση αυτή μπορεί και σήμερα να υιοθετηθεί με ορισμένες προσαρμογές. Με δεδομένο ότι έχουν ήδη επιλεγεί τα συμβούλια διοίκησης στα υπάρχοντα ιδρύματα, θα μπορούσε, αφού καθορισθούν οι πέντε έως έξι γεωγραφικές περιοχές που προανέφερα, να υπάρξει ένα συντονιστικό συμβούλιο διοίκησης για όλες τις μονάδες της κάθε περιοχής. Το συμβούλιο αυτό δεν χρειάζεται να διαμορφώσει νέες γραφειοκρατικές διαδικασίες με νέα μέλη. Θα μπορούσε να αποτελείται από μέλη των ήδη υπαρχόντων συμβουλίων. Ακόμα καλύτερα, θα μπορούσε να αποτελείται από τα εξωτερικά μέλη των υπαρχόντων συμβουλίων σε κάθε περιοχή, ώστε να αποφευχθούν και οι πιθανές δεσμεύσεις των εσωτερικών μελών του συμβουλίου στα ιδρύματα από τα οποία προέρχονται.

Η υιοθέτηση της πρότασης αυτής θα απεμπλέξει το Υπουργείο Παιδείας από τις μικροπολιτικές διεργασίες στις οποίες έχει εμπλακεί και θα επιτρέψει στις τοπικές κοινωνίες να συμβάλλουν καλύτερα στην διαμόρφωση ενός νέου χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Με αυτήν επίσης δεν θα απαξιωθούν οι υφιστάμενες υποδομές (που έγιναν με χρήματα των φορολογουμένων) και δεν θα υποαπασχολούνται πολλοί διδάσκοντες.

Ο ρόλος της κεντρικής κυβέρνησης θα περιορίζεται μόνο την χρηματοδότηση που θα μπορεί να εξασφαλίσει για κάθε περιοχή καθώς και τα ποσοστά από το ΕΣΠΑ που θα μπορούν να αξιοποιηθούν για τον σκοπό αυτό.

Ετσι, αντί το πρόβλημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να οδηγήσει σε νέο μαρασμό και διαμαρτυρίες, θα αποτελέσει την αφορμή για ουσιαστική ανάπτυξη με ορθολογικά –για πρώτη φορά- ακαδημαϊκά κριτήρια.

Ελπίζω η πρότασή μου αυτή να είναι χρήσιμη ως συμβολή για το ξεπέρασμα των αδυναμιών και αδιεξόδων που έχει δημιουργήσει η πρόταση του σχεδίου Αθηνά.


Thursday, September 16, 2010

Συνέντευξη στην εφημερίδα Μetro

Η συνέντευξη.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Με την κατάργηση της βάσης του 10 για την εισαγωγή στην ανώτατη εκπαίδευση, είδαμε φέτος την εισαγωγή υποψηφίων οι οποίοι στις πανελλαδικές εξετάσεις απλά έδωσαν το «παρών» γράφοντας μόνο το όνομά τους. Δεν θεωρείτε πως κάτι τέτοιο κινδυνεύει από μόνο του να απαξιώσει ένα θεσμό που το υπουργείο προσπαθεί να αναβαθμίσει με διαβουλεύσεις, διαλόγους και νομοσχέδια;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Περιμέναμε ότι θα υπήρχαν και υποψήφιοι που θα μπορούσαν να εισαχθούν χωρίς να έχουν πραγματικά αποδώσει στις εξετάσεις. Οι επιλογές μας όμως ήταν δύο: Ή να σταματήσουμε να υποκρινόμαστε στον Ελληνικό λαό ότι επιδιώκουμε την αξιοκρατία αναδεικνύοντας την πλήρη έκταση του προβλήματος ή να θέσουμε πάλι ένα τεχνητό όριο (αλήθεια ποιό; Το 5, το 7 ή το 15;) διαιωνίζοντας μία ψευδαίσθηση ποιότητας και αξιοκρατίας. Αν πράγματι υπάρχει απαξίωση, αυτήν πρέπει να την αναζητήσουμε σε πολλούς άλλους παράγοντες και όχι στην κατάργηση ή μη της βάσης του 10. Θα πρέπει να την αναζητήσουμε εξηγώντας γιατί, ενώ έχουμε το μεγαλύτερο ποσοστό νέων που εισάγονται στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση από οποιαδήποτε άλλη χώρα, είμαστε 118οι στην ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης σύμφωνα με την τελευταία διεθνή έκθεση για την ανταγωνιστικότητα. Θα πρέπει να εξηγήσουμε γιατί, ενώ έχουμε ένα τόσο μεγάλο ποσοστό εισακτέων, έχουμε ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά νέων που τελειώνουν τις σπουδές τους σε εύλογο χρόνο. Θα πρέπει να εξηγήσουμε γιατί, 4 μήνες τον χρόνο τα Πανεπιστήμια ασχολούνται με εξετάσεις και όχι με εκπαίδευση. Θα πρέπει να εξηγήσουμε γιατί το Υπουργείο Παιδείας θα πρέπει να εγκρίνει με καθαρά γραφειοκρατικά κριτήρια την ίδρυση μεταπτυχιακών προγραμμάτων (υπενθυμίζω ότι σήμερα λειτουργούν περισσότερα από 600 τέτοια προγράμματα χωρίς κανένα ουσιαστικό έλεγχο). Θα πρέπει να εξηγήσουμε γιατί το Κράτος, χρησιμοποιώντας τα χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου, ίδρυσε τόσα πολλά Τμήματα σε όλη την χώρα που όχι μόνο δεν έχουν απήχηση αλλά ούτε καν γεμίζουν τις διαθέσιμες θέσεις αφού δεν προκαλούν κανένα ενδιαφέρον στους απόφοιτους του Λυκείου. Θα πρέπει να εξηγήσουμε γιατί τμήματα τουριστικών σπουδών με μακροχρόνια (τετραετή) προγράμματα που λειτουργούν σε κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς όπως την Ρόδο και την Κρήτη, δεν έχουν την απήχηση στους νέους. Και πολλά άλλα.


ΕΡΩΤΗΣΗ: Θα μπορούσατε να κάνετε πιο σαφές στον κόσμο το θέμα των πιστωτικών μονάδων; Δεδομένου ότι η υπουργός Παιδείας, έχει ξεκαθαρίσει πως «καμία σχέση δεν έχει όλη αυτή η διαδικασία με την διαδικασία πρόσβασης στα Πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ»;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οι πιστωτικές μονάδες (εγώ προτιμώ τον όρο εκπαιδευτικές μονάδες) είναι κάτι πολύ ευρύτερο από την κλασσική πρακτική μάθημα – εξέταση. Η εκπαίδευση σήμερα είναι κάτι πολύ ευρύτερο: Εμπειρίες και δεξιότητες εκτός του φορμαλιστικού τρόπου απόκτησης γνώσης που είναι: παράδοση του καθηγητή από την έδρα, διάβασμα ενός βιβλίου από τον φοιτητή και πιστοποίηση της γνώσης του βιβλίου αυτού με μία τελική εξέταση. Αυτά μπορούν να συνεχίσουν να αποτελούν μέρος της εκπαίδευσης και της απόκτησης προσόντων –αφού βέβαια διορθωθούν και σταματήσει η στείρα απομνημόνευση-αλλά δεν πρέπει να περιοριστούμε σε αυτά. Η συμμετοχή ενός προπτυχιακού φοιτητή σε ένα διεθνές συνέδριο ή σε ένα θερινό σχολείο, η πρακτική άσκηση σε μια επιχείρηση ή ένα οργανισμό σχετικό με τις σπουδές του και πολλές άλλες παρόμοιες και χρήσιμες δραστηριότητες πρέπει να προσμετρώνται στα προσόντα ενός νέου που εκπαιδεύεται και να ανταμείβονται ανάλογα με τον χρόνο που απαιτούν και το αποτέλεσμα που έχουν.

Η άλλη διάσταση των πιστωτικών μονάδων σχετίζεται με την κινητικότητα μεταξύ των εκπαιδευτικών βαθμίδων και ιδρυμάτων. Οι εκπαιδευτικές βαθμίδες και τα ιδρύματα δεν μπορεί -και δεν πρέπει- να έχουν μεταξύ τους στεγανά. Κάποιος που ολοκληρώνει ένα πρόγραμμα σπουδών σε ένα Τμήμα ΤΕΙ πρέπει να έχει την ευχέρεια να παρακολουθήσει σπουδές σε ένα αντίστοιχο Τμήμα Πανεπιστημίου αναγνωρίζοντας όμως και μεταφέροντας όλη την προηγούμενη εμπειρία και γνώσεις που έχει αποκτήσει χωρίς να χρειάζεται να τις επαναλάβει από την αρχή. Το ίδιο ισχύει για τους νέους που ολοκληρώνουν την μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση (ΙΕΚ σήμερα, τοπικά κολλέγια, ενδεχομένως, αύριο). Δεν είναι δυνατόν ο μόνος τρόπος να συνεχίσει κανείς τις σπουδές του σε άλλη βαθμίδα ή σε άλλο ίδρυμα να είναι οι Πανελλήνιες εξετάσεις που γίνονται μία φορά τον χρόνο και που ουσιαστικά επανεξετάζουν τους νέους στα ίδια πράγματα ανεξάρτητα από τις εμπειρίες και τις γνώσεις που έχουν εν τω μεταξύ αποκτήσει. Δεν μπορεί δηλαδή το κράτος να κρατά σφουγγάρι και να σβήνει οτιδήποτε έχει κάνει κανείς όταν θέλει να κάνει κάτι παραπάνω στην ζωή του. Οι πιστωτικές μονάδες είναι κάτι σαν ένα βιβλιάριο γνώσεων. Όσο περισσότερο σπουδάζει ή δουλεύει κανείς τόσο πρέπει να μπορεί να αποταμιεύει γνώσεις και εμπειρίες που να αναγνωρίζονται και να μπορούν να αξιοποιηθούν στο μέλλον.


ΕΡΩΤΗΣΗ: Έρευνες δείχνουν συνεχώς την απογοήτευση των Ελλήνων φοιτητών προς τα Δημόσια Ιδρύματα και την ολοένα και αυξανόμενη προτίμηση για σπουδές στο εξωτερικό. Σας ανησυχεί αυτό; Θεωρείτε πως υπάρχει τρόπος – και χρόνος – να αντιστραφεί αυτή η εικόνα;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ναι, υπάρχει και τρόπος και χρόνος. Δεν είμαι εδώ για να ανησυχώ αλλά για να προωθώ πολιτικές που να αλλάζουν τέτοιες αρνητικές καταστάσεις και εικόνες. Δεν με ενδιαφέρει η εικόνα, αλλά η ουσία. Γι’ αυτό άλλωστε υποστήριξα την κατάργηση της βάσης του 10. Γιατί η βάση του 10 ήταν εικόνα και όχι ουσία.

Ο τρόπος να αντιστραφεί το ρεύμα αυτό είναι να βελτιώσουμε την παρεχόμενη εκπαίδευση στα Πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ με τρόπο που να τα κάνουν ελκυστικά για όλους τους νέους. Μάλιστα, να τα κάνουν ελκυστικά όχι μόνο για τα Ελληνόπουλα που θέλουν να σπουδάσουν αλλά και για νέους πολίτες άλλων χωρών που για τον οποιοδήποτε λόγο επιθυμούν να σπουδάσουν σε μια άλλη χώρα. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να παρέχει όλες εκείνες τις δυνατότητες ώστε τα Ελληνικά Τριτοβάθμια Ιδρύματα να αποτελούν πόλο έλξης για ξένους φοιτητές. Η διεθνής αγορά εκπαίδευσης πλησιάζει σήμερα σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς τα 4 δις ευρώ ετησίως. Η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι συνέχεια στο αρνητικό ισοζύγιο με πληθώρα Ελλήνων νέων να σπουδάζουν στο εξωτερικό και ελάχιστους ξένους να επιλέγουν τα Ελληνικά Εκπαιδευτικά ιδρύματα. Δεν ισχυρίζομαι με κανέναν τρόπο ότι δεν πρέπει να υπάρχουν ευκαιρίες και δυνατότητες για νέους Έλληνες να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Αντίθετα μάλιστα, θα έλεγα ότι αυτό είναι χρήσιμο γιατί αποκτούν εμπειρίες και γνώσεις που διευρύνουν τους ορίζοντές τους. Αυτό όμως που λέω είναι ότι κάτι τέτοιο θα έπρεπε να είναι το αποτέλεσμα επιλογής τους μεταξύ αξιόπιστων εναλλακτικών δυνατοτήτων -δηλαδή, μεταξύ του να σπουδάσουν σε ένα καλό Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα ή να πάνε στο εξωτερικό- και όχι το αποτέλεσμα ενός μονόδρομου όπου, αν κάποιος θέλει να σπουδάσει σε ένα Ίδρυμα που να του προσφέρει πραγματικά δυνατότητες και ευκαιρίες, δεν θα του επιτρέψει να έχει άλλη επιλογή από το να μεταναστεύσει στο εξωτερικό.

Friday, July 17, 2009

Συνεδρίαση ΣΠΔΕ του ΕΣΥΠ (17/7/09)

Η ανακοίνωση μετά την σημερινή συνεδρίαση του ΣΠΔΕ του ΕΣΥΠ.

Ανακοίνωση

Το Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας και Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης συζήτησε θέματα σχετικά με την Τεχνική και Επαγγελματική Εκπαίδευση. Συζητήθηκαν οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ, του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και της ΟΛΤΕΕ σχετικά με την αναδιαμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας της Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ΕΠΑΛ, ΕΠΑΣ, ΙΕΚ) και σχετικά με την αντιμετώπιση ζητημάτων πιστοποίησης επαγγελματικών προσόντων των αποφοίτων σε συνδυασμό με τα προτεινόμενα από την Ε.Ε. επίπεδα αναγνώρισης.
Διαπιστώθηκε σύγκλιση στις προτάσεις ως προς την αναγκαιότητα ουσιαστικής αναβάθμισης της Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, παροχής ουσιαστικής μόρφωσης στους μαθητές ώστε να κατακτήσουν τις βασικές ικανότητες και δεξιότητες με παράλληλη προσπάθεια αλλαγής στάσεως της κοινωνίας ως προς την Τεχνική και Επαγγελματική Εκπαίδευση. Για την επίτευξη αυτού του στόχου το Συμβούλιο προτείνει την καθιέρωση ενός ενιαίου τύπου Λυκείου Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης με εξασφάλιση ειδικοτήτων ανάλογα με την χωροταξική κατανομή και θεωρεί απαραίτητη την συνεργασία με τα αρμόδια Υπουργεία, την τοπική κοινωνία και τους κοινωνικούς εταίρους καθώς και την αύξηση της χρηματοδότησης και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών ιδίως για τις νέες ειδικότητες.
Προτείνεται επίσης Ενιαία Μεταλυκειακή Βαθμίδα Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης για την απόκτηση εξειδίκευσης σε διαφορετικά επίπεδα.
Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να ληφθεί για την ένταξη των ΑΜΕΑ στην Τεχνική και Επαγγελματική Εκπαίδευση.

Thursday, March 01, 2007

Το Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ για την Παιδεία

Ι. ΓΝΩΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ – ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΠΑΝΤΟΥ

Ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα για τη νέα εποχή

Στη νέα εποχή με τις νέες απαιτήσεις, όπου οι γνώσεις απαξιώνονται γρήγορα, η οργάνωση της εργασίας αλλάζει και η μάθηση γίνεται διαδικασία ολόκληρης της ζωής, θέλουμε παιδεία με αξίες, με βάση τις αρχές του ουμανισμού, της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, του υπεύθυνου και ενεργού πολίτη. Θέλουμε παιδεία που δίνει στους μαθητές, φοιτητές και ενήλικες σύγχρονες γνώσεις και δεξιότητες, και αναπτύσσει τη δημιουργικότητα τους. Στόχος μας η συνεχής βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Στόχος μας η χώρα μας να γίνει διεθνές κέντρο εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας.

Επενδύουμε στον άνθρωπο, τις γνώσεις και τη δημιουργικότητά του, στην ικανότητα καινοτομίας, επιχειρηματικής πρωτοβουλίας και απασχόλησης κάθε ατόμου ανάλογα με τις κλίσεις, τα ενδιαφέροντα, τις ικανότητες, το ταλέντο και τις γνώσεις του και όχι ανάλογα με την καταγωγή του, την κοινωνική και γεωγραφική του προέλευση, το φύλο, τη θρησκεία ή την κομματική του ένταξη.

Το ΠΑΣΟΚ εγγυάται στη νέα γενιά και στην ελληνική οικογένεια τη δημόσια δωρεάν Παιδεία που έχει σήμερα ανάγκη ο τόπος. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα στηριγμένο στην ποιότητα και στην αξιολόγηση, όπου οι σύγχρονες υποδομές, η πληροφορική και οι νέες τεχνολογίες θα είναι αυτονόητη καθημερινότητα στο σχολείο και στο Πανεπιστήμιο. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που λειτουργεί ως δύναμη ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής, ως εργαλείο αναδιανομής του πλούτου και όχι ως μέσο αναπαραγωγής των κοινωνικών διακρίσεων και δημιουργίας νέων αποκλεισμών. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα συνδεδεμένο με την κοινωνία και την παραγωγή, που θα δίνει στους νέους μας όλες τις δυνατότητες να γίνουν ισότιμοι πολίτες της Ευρώπης.

Θέλουμε οι Έλληνες μαθητές να φύγουν άμεσα από τις τελευταίες θέσεις στις διεθνείς συγκρίσεις μέτρησης των επιδόσεων των μαθητών (π.χ. πρόγραμμα PISA του ΟΟΣΑ). Βάζουμε ως στόχο στο τέλος της πρώτης τετραετίας οι Έλληνες μαθητές να βελτιώσουν, τουλάχιστον κατά πέντε θέσεις, την απόδοσή τους στην κατάταξη των χωρών του ΟΟΣΑ. Διασφαλίζουμε την καθολική πρόσβαση στη 12ετή εκπαίδευση.

Η υπάρχουσα κατάσταση χρειάζεται επειγόντως ανατροπή και ρήξεις. Χρειάζεται μια επανάσταση, που θα φέρει την εκπαίδευση στο ρυθμό των σύγχρονων εξελίξεων και τη γνώση στην καρδιά της κοινωνίας. Χρειάζεται ένα δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα απελευθερωμένο από τα δεσμά του κρατισμού και της γραφειοκρατίας, ανοιχτό στη δημιουργία, στην ελεύθερη σκέψη, στις τεχνολογίες και στις απαιτήσεις της νέας εποχής. Ένα πραγματικά δημόσιο δωρεάν σύστημα που μειώνει δραστικά το κόστος για την εκπαίδευση στη μέση ελληνική οικογένεια.

Το ΠΑΣΟΚ εγγυάται τη συνεχή αύξηση της χρηματοδότησης για την Παιδεία, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος του 5% του ΑΕΠ και η διάθεση και 40% του Δ' ΚΠΣ στους ανθρώπινους πόρους. Από τον πρώτο χρόνο, από τον πρώτο προϋπολογισμό που θα καταρτίσει η κυβέρνησή μας, η αύξηση αυτή θα φτάσει το ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Το ΠΑΣΟΚ εγγυάται τη διαρκή επιμόρφωση, την αντικειμενική αξιολόγηση, τη συμμετοχή και την αύξηση των μισθών των εκπαιδευτικών. θέλουμε τους εκπαιδευτικούς πρωταγωνιστές στην προσπάθεια για την αναγέννηση της παιδείας.
Ένα ανοικτό σχολείο που βλέπει στο μέλλον

• Προσχολική εκπαίδευση για όλους. Καθιστούμε την προσχολική εκπαίδευση δημόσιο αγαθό. Το εγγυόμαστε σταδιακά για όλα τα παιδιά άνω των 3 ετών.

• Διαδίκτυο και ξένες γλώσσες. Κάθε μαθητής που τελειώνει το Γυμνάσιο θα αποκτά, μέσα από τη σχολική εκπαίδευση, πιστοποιητικό επάρκειας στη χρήση του διαδικτύου και γλωσσομάθειας για μια τουλάχιστον ξένη γλώσσα. Εξασφαλίζονται σύγχρονες υποδομές παντού, φορητός υπολογιστής και δωρεάν γρήγορη πρόσβαση στο διαδίκτυο για κάθε μαθητή.

• Εθνικό Πλαίσιο Προγράμματος. Αντικαθιστούμε το ασφυκτικό αναλυτικό πρόγραμμα με ένα εθνικό πλαίσιο προγράμματος που θα ανοίγει τα περιθώρια για δημιουργία και πρωτοβουλίες σε κάθε σχολείο. Θέτουμε εθνικούς στόχους μάθησης σε κάθε βαθμίδα και δίνουμε τη δυνατότητα προσαρμογής του σχολείου σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, στις ανάγκες των μαθητών και των γονέων, των κλίσεων, των ενδιαφερόντων, της δημιουργικότητας όλων των μαθητών.

• Ανοιχτό σχολείο σε στενή συνεργασία με γονείς και τοπική κοινωνία. Οικοδομούμε μια δυναμική εκπαιδευτική μονάδα, με ευελιξία, λόγο και ευθύνη στη διαχείριση πόρων και την οργάνωση της μάθησης. Το ανοικτό σχολείο λειτουργεί ως τοπική κοινότητα. Δίνει ρόλο και συμμετοχή στους γονείς, στους περιφερειακούς και τοπικούς φορείς. Διαβουλεύεται και συνεργάζεται στενά μαζί τους για τη διοίκηση και παιδαγωγική καθοδήγηση. Διαθέτει βιβλιοθήκη και δυνατότητα πρόσβασης σε ηλεκτρονικές πηγές πληροφόρησης και βάσεις δεδομένων. Γίνεται χώρος μόρφωσης και πληροφόρησης για ολόκληρη τη γειτονιά. Προσφέρει ευκαιρίες για μάθηση, απόκτηση γνώσεων και ανάπτυξη δεξιοτήτων σε όλους, με τα ολοήμερα προγράμματα, τα προγράμματα ενισχυτικής διδασκαλίας, πρόσθετης διδακτικής στήριξης, τα εσπερινά σχολεία, τα προγράμματα επιμόρφωσης εκπαιδευτικών, τη συμβουλευτική γονέων, τη δια βίου εκπαίδευση, τη λαϊκή επιμόρφωση. Διαμορφώνει ένα πλαίσιο μάθησης και εργασίας, με κανόνες δεοντολογίας, σεβασμό και αξιοπρέπεια στη σχέση εκπαιδευτικού μαθητή. Προσαρμόζεται και ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες. Το έργο του αξιολογείται, ενισχύεται και επιβραβεύεται.

• Ολοήμερο σχολείο ο γενικός κανόνας. Ως το τέλος της τετραετίας, το ολοήμερο Σχολείο θα είναι βασικός τύπος σχολείου σε όλες τις βαθμίδες. Αναδιοργανώνουμε και αναβαθμίζουμε την ολοήμερη παραμονή στο σχολείο. Εισάγουμε νέο ενιαίο ημερήσιο πρόγραμμα, όπου εντάσσονται οργανικά τα μαθήματα του σημερινού πρωινού σχολείου, η εκμάθηση ξένων γλωσσών, πρόσθετες δραστηριότητες αλλά και η προετοιμασία για την επόμενη μέρα, η ενισχυτική διδασκαλία και γενικότερα το πρόγραμμα υποστήριξης του πρωινού ωραρίου. Με δημιουργική ολοήμερη δραστηριότητα και μέριμνα για το παιδί. Ο μαθητής έχει ελεύθερο χρόνο. ‘Η τσάντα του μένει στο σχολείο’.

• Η έμφαση εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη. Αυξημένη χρηματοδότηση στη σχολική μονάδα, πρόσθετα κίνητρα και στοχευμένη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, ειδικά προγράμματα ολοκληρωμένης παρέμβασης, στο σχολείο και το σπίτι, εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη και στις απομακρυσμένες περιοχές.

• Διαπολιτισμική εκπαίδευση. Στηρίζουμε δράσεις και πρακτικές με διαπολιτισμικό προσανατολισμό για όλους. Με βάση τις αρχές της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης εξασφαλίζουμε την ομαλή ένταξη των μαθητών με πολιτισμικές ιδιαιτερότητες (παλιννοστούντες, μουσουλμανόπαιδες, τσιγγανόπαιδες, αλλοδαπούς), στην εκπαίδευση και τη ζωή.

• Αυτοδύναμο Λύκειο. Αυτοδύναμη εκπαιδευτική βαθμίδα με μορφωτική και επαγγελματική αξία που πιστοποιείται με το Απολυτήριο Λυκείου το οποίο δίνεται μετά από πανελλαδικές εξετάσεις.

• Αυτοδύναμο Τεχνολογικό και επαγγελματικό Λύκειο. Αυξάνουμε τις ευκαιρίες και διευρύνουμε τις επιλογές των μαθητών με την αναδιοργάνωση της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης στα ισότιμα, με το Ενιαίο Λύκειο, αυτοδύναμα ανοικτά Τεχνολογικά Λύκεια. Δημιουργούμε τις προϋποθέσεις ώστε οι απόφοιτοι τους φοιτώντας στα ΙΕΚ, για ένα χρόνο, να μπορούν με την αποφοίτησή τους, να ασκήσουν αποτελεσματικά ένα επάγγελμα και να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν επαγγελματικά. Με το Απολυτήριο του Τεχνολογικού Λυκείου θα μπορούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην ανώτατη εκπαίδευση. Διευρύνουμε τις δυνατότητες οριζόντιας μετακίνησης των μαθητών στους δύο τύπους Λυκείου.

• Αλλαγή του εξεταστικού συστήματος με στόχο να εξαληφθεί η ανάγκη της φροντιστηριακής προετοιμασίας αλλά και της ανούσιας αποστήθισης. Να αναπτύσσεται με σεβασμό η προσωπικότητα του μαθητή. Οι νέοι που παίρνουν απολυτήριο Λυκείου, θα έχουν εγγυημένο ποσό στο όνομά τους από το κράτος, στο ύψος του κόστους σπουδών. Το ποσό αυτό θα κατευθύνεται στο δημόσιο Ίδρυμα που θα τους δέχεται. Τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ θα θέτουν τους όρους εισαγωγής, οι οποίοι μπορεί να είναι διαφορετικοί από Ίδρυμα σε Ίδρυμα. Ο υποψήφιος θα εισάγεται στη Σχολή ή στο Πανεπιστήμιο, όχι στο Τμήμα, δίνοντάς του έτσι μεγαλύτερο εύρος επιλογών. Το ΠΑΣΟΚ θα θέσει σε δημόσιο διάλογο εναλλακτικά συστήματα που διασφαλίζουν τις παραπάνω προϋποθέσεις.

• Εκπαιδευτικοί με επαγγελματικό και κοινωνικό κύρος. Βελτίωση του μισθού των εκπαιδευτικών που θα συνδυαστεί με τον αναβαθμισμένο ρόλο τους, τις αυξημένες υποχρεώσεις τους, την επιμόρφωση και ένα σύστημα αξιολόγησης της εκπαιδευτικής μονάδας και του έργου τους. Παροχή ειδικών κινήτρων για την προσέλκυση εκπαιδευτικών με εξειδικευμένα προσόντα σε σχολεία που σήμερα δεν θεωρούνται ελκυστικά λόγω γεωγραφικής θέσης ή άλλων συνθηκών. Ενθαρρύνουμε τη μακρόχρονη παραμονή των εκπαιδευτικών τους στο ίδιο σχολείο. Ενισχύουμε την αρχική εκπαίδευση των καθηγητών μέσης εκπαίδευσης με μεταπτυχιακό κύκλο μαθημάτων ετήσιας διάρκειας, με πρακτικά σεμινάρια παιδαγωγικής και κατάρτιση στη χρήση και αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση. Διασφαλίζουμε τη δυνατότητα να επιμορφώνονται και να παρακολουθούν τις εξελίξεις στο αντικείμενό τους, να ανανεώνουν τις δεξιότητές τους και να βελτιώνουν τις παιδαγωγικές του μεθόδους σε όλη τη διάρκεια της εκπαιδευτικής του θητείας.
Δημόσια Ανώτατη Εκπαίδευση που πρωταγωνιστεί διεθνώς

Θέλουμε αυτοτελή και αυτοδιοικούμενα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, με ισχυρή κρατική χρηματοδότηση, μηχανισμούς κοινωνικής λογοδοσίας και αυτοδιαχείριση - υπόδειγμα διαφάνειας. Με στόχο την αριστεία, την προετοιμασία των αυριανών ενεργών πολιτών, τη σύνδεση με την επαγγελματική ζωή.
Ο νόμος για τα πανεπιστήμια πρέπει να είναι λιτός, σαφής, και να στηρίζεται στις παραπάνω αρχές. Γι’ αυτό δεν θα περιέχει τίποτα περισσότερο από τα παρακάτω:
Κάθε πανεπιστήμιο θα υποβάλλει στο ΥΠΕΠΘ πρόταση για την δομή, την λειτουργία του και τους στόχους του. Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές και θα αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, και στον τρόπο διοίκησης, τον τρόπο εκλογής των οργάνων της διοίκησης και στα της συμμετοχής των φοιτητών.
Μετά την ολοκλήρωση των νέων οργανισμών και εσωτερικών κανονισμών των Πανεπιστημίων και την ολοκλήρωση των διαδικασιών εκλογής των νέων οργάνων διοίκησης σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, κάθε ΑΕΙ θα προτείνει στο Υπουργείο ένα τετραετή προγραμματισμό δραστηριοτήτων, με βάση τον οποίο θα γίνει και η συμφωνία με το κράτος για χρηματοδότηση του πανεπιστημίου. Η δημόσια χρηματοδότηση των πανεπιστημίων θα πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες που θα δημιουργούν οι συμφωνημένοι στόχοι. Η πρόταση των πανεπιστημίων, θα περιλαμβάνει, μεταξύ των άλλων, μετρήσιμους στόχους με βάση την επίτευξη των οποίων θα αξιολογούνται συνεχώς. Θα ιδρυθεί μια Ανεξάρτητη Αρχή Αξιολόγησης και Πιστοποίησης που θα αξιολογεί και θα πιστοποιεί και τα κρατικά και αργότερα τα μη κρατικά Πανεπιστήμια και ΤΕΙ.

Ειδικότερα:

• Προγραμματικές συμφωνίες με την πολιτεία. Θέλουμε ιδρύματα με ισχυρή, ευέλικτη, δυναμική διοίκηση που λειτουργούν με διαφανείς, δημόσια ελεγχόμενους οργανισμούς και εσωτερικούς κανονισμούς, με πολυετείς –αμοιβαία δεσμευτικές- προγραμματικές συμφωνίες με την πολιτεία όπου θα καθορίζονται οι δικοί τους στόχοι, η δική τους φυσιογνωμία, στρατηγική, δομή και λειτουργία. Θα ενθαρρύνουμε συμφωνίες με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και την περιφέρεια με στόχο να συμβάλλουν ουσιαστικά στην ταυτότητα της περιοχής και την ανάπτυξη της περιφέρειας. Θέλουμε ιδρύματα που χρηματοδοτούνται με διαφάνεια και βάσει των αποτελεσμάτων της λειτουργίας τους σε στόχους που έχουν θέσει τα ίδια και έχουν συμφωνηθεί με την πολιτεία. Με κριτήρια όπως πχ το ποσοστό των φοιτητών που ολοκληρώνει στον αναμενόμενο χρόνο τις σπουδές του, το ποσοστό των φοιτητών που βρίσκει εργασία σε διάστημα ενός έτους από την αποφοίτησή τους, τον αριθμό των αλλοδαπών φοιτητών. Θα ενθαρρύνουμε, με κίνητρα και χωρίς γραφειοκρατικούς περιορισμούς, την άντληση πρόσθετων πόρων από άλλες πηγές με διαφάνεια και κανόνες ακαδημαϊκής δεοντολογίας. Θα ιδρύσουμε κέντρα αριστείας τόσο στα ανώτατα ιδρύματα όσο και στα ερευνητικά κέντρα σε τομείς με ενδιαφέρον για την χώρα και την οικονομία.

• Συγγράμματα στο Διαδίκτυο. Το Πανεπιστήμιο είναι το σπίτι της ελεύθερης σκέψης, της έρευνας, της δημιουργικής αναζήτησης. Το παλαιολιθικό απολίθωμα της μονοκρατορίας του ενός διδακτικού συγγράμματος δεν έχει θέση σ’ αυτό. Όλα τα συγγράμματα θα βρίσκονται στο διαδίκτυο και οι φοιτητές θα έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε αυτά. Ο ψηφιακός αναλφαβητισμός των φοιτητών τερματίζεται με δωρεάν πρόσβαση στο γρήγορο διαδίκτυο από το Πανεπιστήμιο και το σπίτι.

• Ανώτατη εκπαίδευση εξωστρεφής στον κόσμο. Θέλουμε ανώτατη εκπαίδευση με διεθνή χαρακτήρα. Στηρίζουμε την οργάνωση κοινών προγραμμάτων με ιδρύματα του εξωτερικού, την προσφορά εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε ξένες γλώσσες και μαθημάτων ελληνικής γλώσσας για τους αλλοδαπούς φοιτητές. Θα δώσουμε κίνητρα για την προσέλκυση αλλοδαπών φοιτητών, δυνατότητες και απλές διαδικασίες για την πρόσληψη και πρόσκληση Ελλήνων ή αλλοδαπών επιστημόνων από το εξωτερικό, κίνητρα για κοινούς διορισμούς (joint appointments), επιστημόνων που διαπρέπουν στο εξωτερικό και σε ελληνικά πανεπιστήμια.

• Κινητικότητα στα Πανεπιστήμια. Θέλουμε ιδρύματα που ενθαρρύνουν τη διεπιστημονικότητα στη μάθηση και δίνουν δυνατότητες οικοδόμησης της γνώσης στους φοιτητές με αυξημένη ελευθερία επιλογών. Ελευθερία μετακίνησης των φοιτητών μεταξύ διαφορετικών Τμημάτων, γνωστικών αντικειμένων και Ιδρυμάτων, με ακαδημαϊκά κριτήρια, και με δυνατότητα παρακολούθησης αναγνωρισμένων περιόδων σπουδών και στο εξωτερικό. Προγράμματα πρακτικής άσκησης των φοιτητών σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό και Γραφεία Σταδιοδρομίας για τους αποφοίτους.

• Αξιολόγηση και κοινωνική λογοδοσία. Κάθε Πανεπιστήμιο θα αξιολογείται με βάση τους στόχους που το ίδιο έχει δημοσιοποιήσει και έχει συμφωνήσει με την Πολιτεία. Η Πολιτεία θα αξιολογεί και θα πιστοποιεί τα αποτελέσματα μέσω μία Αρχής Αξιολόγησης και Πιστοποίησης. Στην Αρχή θα συμμετέχουν και αναγνωρισμένοι Έλληνες επιστήμονες της διασποράς.

• Ανώτατη εκπαίδευση για όλους. Οικονομική κάλυψη φοιτητικής μέριμνας σε όσους φοιτητές το έχουν ανάγκη. Η πολιτεία θα εγγυάται ένα σύγχρονο σύστημα οικονομικής κάλυψης της φοιτητικής μέριμνας στη δημόσια παιδεία για όλους τους φοιτητές που έχουν ανάγκη. Θα επεκτείνουμε την άμεση οικονομική στήριξη ευρύτερων κατηγοριών φτωχότερων φοιτητών. Δίνουμε δυνατότητα μερικής απασχόλησής τους στα ιδρύματα που σπουδάζουν και επιτρέπουμε την δυνατότητα μερικής φοίτησης για διευκόλυνσή τους. Η πολιτεία θα εξασφαλίζει χαμηλότοκα δάνεια για φοιτητές. Οι κρατικές υποτροφίες για μεταπτυχιακούς φοιτητές στο εσωτερικό και το εξωτερικό θα επεκταθούν. Θα προωθήσουμε τις συμπράξεις με ιδιωτικούς φορείς για παροχή φτηνής φοιτητικής στέγης σε περισσότερους φοιτητές.

• Βιβλιοθήκες και διαδίκτυο. Εμπλουτισμένες πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες, με ψηφιοποίηση των διδακτικών συγγραμμάτων, συνδεδεμένες μεταξύ τους, με την –ψηφιοποιημένη- Εθνική Βιβλιοθήκη και διεθνείς βάσεις δεδομένων και περιοδικών, με διευρυμένα ωράρια λειτουργίας (βράδυ & Σαββατοκύριακα) που να αποτελούν κέντρα μάθησης και μελέτης και να δίνουν πρόσβαση στην επιστημονική γνώση στην ευρύτερη κοινωνία. Δωρεάν πρόσβαση στο γρήγορο διαδίκτυο από το Πανεπιστήμιο και το σπίτι. Εργαστήρια πληροφορικής και χώροι πρόσβασης στο γρήγορο διαδίκτυο. Ηλεκτρονική διοικητική εξυπηρέτηση και από το σπίτι.

• Μη-κρατικά κοινωφελή ιδρύματα με ποιότητα και δημόσιο έλεγχο. Βάζουμε τέλος στο σημερινό άναρχο τοπίο των ιδιωτικών ιδρυμάτων. Θεσπίζουμε αυστηρές προδιαγραφές λειτουργίας και εξετάσεων στα μη-κρατικά, κοινωφελή ιδρύματα και αυστηρό έλεγχο της λειτουργίας τους από τη Αρχή Αξιολόγησης και Πιστοποίησης. Καθορίζουμε κριτήρια δεοντολογίας για την αποκλειστική απασχόληση του διδακτικού προσωπικού των δημοσίων ιδρυμάτων και την αποφυγή ετεροαπασχόλησης σε ανταγωνιστικά μη-κρατικά ιδρύματα. Για την έναρξη της λειτουργίας τους θέτουμε συγκεκριμένες οικονομικές προϋποθέσεις που διασφαλίζουν την μακροπρόθεσμη λειτουργία τους. Για τη διασφάλιση της διαρκούς αναβάθμισης της ποιότητάς τους και την αποφυγή κερδοσκοπικής συμπεριφοράς, θέτουμε συγκεκριμένα κριτήρια χρηματοδότησης των υποδομών καθώς και της έρευνας και τεχνολογίας από τους πόρους των μη-κρατικών ιδρυμάτων.

Ευκαιρίες για μάθηση σε ολόκληρη τη ζωή

• Εθνικός σχεδιασμός, με τους κοινωνικούς φορείς, σε τοπικό επίπεδο. Ενισχύουμε την προσφορά ευκαιριών για μάθηση, διευκολύνουμε τη συμμετοχή, ενισχύουμε τα κίνητρα, βελτιώνουμε την ποιότητα και την αποτελεσματικότητά των προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης δια βίου μάθησης. Με επιτελικό σχεδιασμό και συντονισμό σε εθνικό επίπεδο, με αποκέντρωση, κινητοποίηση και συμμετοχή όλων των κοινωνικών φορέων και των επιχειρήσεων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό.

• Δια βίου μάθηση για τον πολίτη και τον εργαζόμενο. Δίνουμε έμφαση στην ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση των εργαζομένων. Επιδοτούμε εκπαιδευτικά δάνεια για νέους ανέργους. Ενισχύουμε τα κίνητρα (φορολογικά και επιδοτήσεις) των επιχειρήσεων για την συνεχιζόμενη κατάρτιση του προσωπικού τους. Ενισχύουμε και επεκτείνουμε τα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων, τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας. Πιστοποιούμε προσόντα που αποκτώνται με την επαγγελματική κατάρτιση και άλλες άτυπες μορφές μάθησης. Αξιοποιούμε τις δυνατότητες της εξ’ αποστάσεως μάθησης. Ανταποκρινόμαστε στη μεγάλη ζήτηση για δια βίου ανώτατη μάθηση επεκτείνοντας το Ανοικτό Πανεπιστήμιο και ιδρύοντας δεύτερο ανοικτό Πανεπιστήμιο με περισσότερο ευέλικτη και σύγχρονη μορφή. Προτεραιότητά μας οι κοινωνικές ομάδες που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στην ανεργία και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Οι δεσμεύσεις μας για ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα:

• Δημόσιο, αποτελεσματικό, άριστο σχολείο που μειώνει δραστικά το κόστος για τη μέση Ελληνική οικογένεια.
• Αύξηση της χρηματοδότησης για την Παιδεία με στόχο το 5% του ΑΕΠ στο τέλος της τετραετίας
• Από τον πρώτο χρόνο, αύξηση κατά 1 δισ. Ευρώ των δαπανών για την παιδεία
• Σύγχρονες υποδομές, πληροφορική και νέες τεχνολογίες παντού, από το σχολείο έως το Πανεπιστήμιο.
• Ουσιαστική αύξηση των αμοιβών των εκπαιδευτικών σε συνδυασμό με την επιμόρφωση και την αξιολόγησή τους.
• Απόκτηση πιστοποιητικού επάρκειας στη χρήση του διαδικτύου και γλωσσομάθειας μέσα από το σχολείο.
• Φορητός υπολογιστής και δωρεάν γρήγορη πρόσβαση στο διαδίκτυο για κάθε μαθητή.
• Επέκταση του Ολοήμερου σχολείου σε όλα τα σχολεία της χώρας μέσα στην επόμενη τετραετία.
• Νέο σύστημα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση το οποίο εξασφαλίζει πως όλοι οι νέοι με απολυτήριο θα μπορούν να βρουν θέση στα Πανεπιστήμια ή στα ΤΕΙ, εφόσον τα ίδια τα Ιδρύματα κρίνουν ότι έχουν τις απαιτούμενες ικανότητες.
• Καθιέρωση ατομικής μερίδα για κάθε φοιτητή με εγγυημένο ποσό από το κράτος στο ύψος του κόστους σπουδών. Το ποσό αυτό θα κατευθύνεται στο δημόσιο ίδρυμα που θα τους δέχεται.
• Αυτόνομα και αυτοδιοικούμενα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, με ισχυρή κρατική χρηματοδότηση, μηχανισμούς κοινωνικής λογοδοσίας, αξιολόγησης και ελέγχου.
• Όλα τα συγγράμματα στο διαδίκτυο.
• Δωρεάν πρόσβαση στο γρήγορο διαδίκτυο για τους φοιτητές.